(1854 -1860 ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Το Υπουργείο των Στρατιωτικών, συνεχίζει να αναζητά καινούρια πρόσωπα, που θα στελεχώσουν το Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων. Αναζητά Ιερείς, που θα τους διορίσει σε θέσεις μέσα στο στράτευμα, προκειμένου να καλύπτουν τις πνευματικές ανάγκες των υπηρετούντων σε αυτό. Πρόσωπα με κύρος, με εμπειρία, με εκκλησιαστική ιεροπρέπεια, με ιεραποστολικό ζήλο και με μια φλόγα που είχαν αναμμένη μέσα στην καρδιά τους, που αυτή δρόσιζε και φώτιζε τις ψυχές των ανθρώπων, ήταν μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που συνέθεταν, την προσωπικότητα, που θα πληρούσε τις προϋποθέσεις εκείνες, προκειμένου το Υπουργείο να εισηγηθεί τον διορισμό του και στη συνέχεια η Ιερά Σύνοδος, να προχωρήσει με την έγκρισή της στο διορισμό του ενδιαφερομένου και προτεινομένου κληρικού.

Οι αναφορές που κατατίθενται ήταν αρκετές. Το ενδιαφέρον ήταν μεγάλο, όπως έχουμε επισημάνει μέσα από τα σχετικά έγγραφα που έχουμε συναντήσει και παρουσιάσει. Κάποιες από αυτές οδηγήθηκαν μέσα από την κανονική οδό, μέχρι την Ιερά Σύνοδο, όπου άλλες εγκρίθηκαν, άλλες απορρίφθηκαν και άλλες αντικατεστάθησαν από άλλα πρόσωπα. Υπήρξαν όμως και αρκετές αναφορές, που εξ’ αρχής τέθηκαν στο αρχείο, χωρίς να υπάρξει καμία ελπίδα για τους ενδιαφερομένους. Κάποιοι εξ’ αυτών, επανήλθαν με νεώτερες αναφορές, διεκδικώντας μια θέση μέσα στο στράτευμα, αλλά και πάλι δεν ευοδώθηκαν και δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα οι ενέργειές τους, παρ’ όλη την επιθυμία τους.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1854, ο Ιερομόναχος Ζωσιμάς, αποστέλλει αναφορά στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, με την οποία ζητούσε να διοριστεί ως Στρατιωτικός Ιερέας, στη θέση του αποθανόντος Ιερέα Λύτσικα. Από αυτή την αναφορά πληροφορούμαστε το θάνατο ενός εν ενεργεία Στρατιωτικού Ιερέως, τον οποίο τον είχαμε συναντήσει σε προηγούμενες αναφορές μας. Διαβάζοντας την αναφορά του αυτή γνωρίζουμε, ότι και αυτός εξ’ αρχής του αγώνα πολέμησε και προσέφερε ότι μπορούσε για την πατρίδα. Επί Κυβερνήτου Καποδίστρια, υπηρέτησε ως παιδαγωγός για πέντε χρόνια.

Με την αναφορά του αυτή ζητούσε, λόγω των προβλημάτων υγείας, αλλά και της προχωρημένης ηλικίας του, να διοριστεί στη θέση του αποθανόντος, προκειμένου:« ίνα δώσω τελευταία δήγματα ζήλου και δραστηριότητας». Τελειώνοντας την αναφορά του τόνιζε, ότι θα ήταν αντάξιος διάδοχος του Λύτσικα και αν ήθελαν περισσότερες πληροφορίες, να απευθύνονταν στην Ιερά Σύνοδο, ως την «μόνην αρμόδια πηγή». Δεν ξέρουμε την τύχη της αναφοράς αυτής, γιατί δεν υπάρχουν σχόλια στο πλάι, επομένως θα περιμένουμε μήπως στην πορεία μας, συναντήσουμε κάποιο στοιχείο που θα μας διαφωτίσει για την εξέλιξη του θέματος.

Συνεχίζοντας την σημερινή μας παρουσίαση, συναντούμε ένα έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, στις 5 Οκτωβρίου 1854, με το οποίο ζητά από το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, να διαβιβάσει το φάκελο του Ιερέως Παναγιώτη, του οποίου το επίθετο είναι δυσανάγνωστο, προκειμένου να τον διορίσουν μαζί με έναν άλλο Ιερέα που είχαν προτείνει με παλαιότερο έγγραφό τους, ονόματι Ασπρογέρακα. Το επίθετο του Ιερέως Παναγιώτη που στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ευανάγνωστο, πρέπει να ήταν Πλατύκας, διότι όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε έγγραφα που ακολουθούν και προέρχονται από την Ιερά Σύνοδο και αφορούσαν διορισμούς Στρατιωτικών Ιερέων, ένας εξ’ αυτών που διορίστηκε, ήταν ένας Ιερέας, ονόματι Παναγιώτης Πλατύκας.

Στο τέλος του έτους 1854, συναντούμε τέσσερα έγγραφα της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδας και αφορούσαν, διορισμούς Ιερέων, που είχε προτείνει το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Στα έγγραφα αυτά, που αποστέλλονται στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, η Ιερά Σύνοδος αποφαίνεται θετικά, υπέρ των προτεινομένων προσώπων, προκειμένου και με την άδεια των τοπικών Επισκόπων, να διατεθούν στη διακονία του στρατεύματος, αφού ήταν κληρικοί που καλούνταν, αξιοποιώντας τις ψυχοπνευματικές τους ικανότητες και προσόντα, να καταστούν δοχεία της χάριτος του Θεού, ενθαρρύνοντας, στηρίζοντας, βοηθώντας, παρηγορώντας, προσφέροντας ελπίδα και χαρά, «παντί τω αιτούντι».

Το πρώτο έγγραφο έχει ημερομηνία, 16 Οκτωβρίου 1854, με το οποίο εγκρίνει την πρόσληψη και τον διορισμό του Κυπριανού Κατελάνου. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται, ότι ο εν λόγω Ιερέας, είναι άξιος και ικανός και δεν έχουν να αναφέρουν κάτι μεμπτό για τη διαγωγή του, ενώ σημειώνουν, ότι στο παρελθόν, είχε προταθεί για να διοριστεί ο εξ’ Άνδρου πρεσβύτερος, Δημήτριος Κουμαριανός. Το έγγραφο αυτό το υπογράφουν: ο Αθηνών Νεόφυτος πρόεδρος, ο Πατρών Μισαήλ, ο Αργολίδος Γεράσιμος, ο Φθιώτιδος Καλλίνικος, ο Άνδρου και Κέας Προκόπιος και ο γραμματέας Αρχιμ. Ζ. Μαθάς.

Το δεύτερο έγγραφο έχει ημερομηνία, 25 Οκτωβρίου 1854 και αναφέρεται στον διορισμό του Ιερέως Νικόλαου Ασπρογέρακα. Το τρίτο έγγραφο και αυτό έχει την ίδια ημερομηνία και αναφέρεται στο διορισμό του πρεσβυτέρου Παναγιώτη Πλατύκα. Το τέταρτο έγγραφο έχει ημερομηνία, 2 Δεκεμβρίου 1854 και αναφέρεται στον Ιερομόναχο Άνθιμο Χατζή Σμυρναίο. Και στα τρία αυτά έγγραφα, υπογράφουν οι ίδιοι Αρχιερείς, πλην του Άνδρου Προκοπίου.

Το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, άμα τη λήψη των παραπάνω εγγράφων, τα αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, ως το αρμόδιο πλέον Υπουργείο, για να προβεί στις ενέργειες εκείνες που απαιτούνταν, βάσει του Νόμου, προκειμένου να ενημερώσουν τους ανωτέρω κληρικούς για την νέα τους τοποθέτηση, να διοριστούν, να τοποθετηθούν στις οργανικές τους θέσεις και να εκδοθούν φυσικά και τα αντίστοιχα Βασιλικά διατάγματα, που πλέον θα εντάσσονταν στη δύναμη του Στρατού, ως Στρατιωτικοί Ιερείς.

Μετά τα ανωτέρω έγγραφα συναντούμε με ημερομηνία, 7 Δεκεμβρίου 1854, το Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνος, με το οποίο ορίζει τους κληρικούς που αναγράφονταν στις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, ως Στρατιωτικούς Ιερείς Β΄ Τάξεως και τους τοποθετεί στις οργανικές τους θέσεις. Όμως όπως θα διαπιστώσουμε με βάση το διάταγμα, δεν διορίζονται τέσσερις Ιερείς, αλλά πέντε. Μεταξύ των διοριζομένων, συμπεριλήφθηκε και το όνομα του Ιερέως Δημητρίου Κουμαριανού, ο οποίος και αυτός έλαβε τον περιπόθητο διορισμό, ύστερα από πρόταση της Ιεράς Συνόδου.

Οι ανωτέρω κληρικοί τοποθετήθηκαν στις ακόλουθες θέσεις : α) ο Δημήτριος Κουμαριανός στο Φρουραρχείο του Ναυπλίου, β) ο πρεσβύτερος και οικονόμος Νικόλαος Ασπρογέρακας στο 4ο Πεζικό Τάγμα, γ) ο Κυπριανός Κατελάνος στο 5ο Πεζικό Τάγμα, δ) ο Παναγιώτης Πλατύκας στο 6ο Πεζικό Τάγμα και ε) ο Ιερομόναχος Άνθιμος Χατζής ο Σμυρναίος διορίζεται για την θρησκευτική υπηρεσία της Μοίρας του Ιππικού και του Πυροβολικού.

Μετά την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος, αυτό κοινοποιήθηκε στα Τάγματα, προκειμένου να γνωστοποιήσουν και να καλέσουν τους κληρικούς να αναλάβουν υπηρεσία, αφού προηγουμένως διεκπεραιωθεί όλη η απαιτούμενη από το Νόμο γραφειοκρατία, η οποία υπάρχει σε όλες τις εποχές, με διαφορετικές μορφές και απαιτήσεις. Έτσι στη συνέχεια θα συναντήσουμε πρώτα ένα πρωτόκολλο ορκωμοσίας και ένα φύλλο Μητρώου του Ιερέως Νικολάου Ασπρογέρακα.

Από το φύλλο μητρώου του εν λόγω κληρικού, συλλέγουμε τις εξής πληροφορίες για αυτόν : Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1812. Ήταν έγγαμος κληρικός, αλλά είχε αποβιώσει η πρεσβυτέρα του. Είχε τέσσερα παιδιά και κατατάχθηκε στο στρατό στις 8 Δεκεμβρίου 1854. Το μητρώο αυτό θεωρήθηκε και υπογράφτηκε από τη Διοίκηση της Β΄ Μοίρας του Πεζικού και υπογράφεται επίσης και από τον Διοικητή του 4ου Τάγματος.

Στις 14 Δεκεμβρίου 1854, ο Ασπρογέρακας ενώπιον της επιτροπής που είχε ορισθεί, έδωσε τον στρατιωτικό όρκο και πλέον ονομάστηκε Στρατιωτικός Ιερέας. Υπάρχει το πρακτικό ορκωμοσίας του, με αυτή την ημερομηνία και στο οποίο υπογράφει ο διορισθείς Ιερέας, ο Ιερέας που έκανε την ορκωμοσία, τα τρία μέλη της επιτροπής και ο Γραφέας. Με την σύνταξη και υπογραφή του πρακτικού, η Β΄ Μοίρα του Τάγματος της Γραμμής, στις 18 Δεκεμβρίου 1854, το αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών.

Σε αυτό το σημείο θέλουμε να επαναλάβουμε ότι με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ορκωμοσίας και της τοποθετήσεως των Ιερέων, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, θα ενημερώσει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, προκειμένου και αυτό να ενημερώσει την Ιερά Σύνοδο, για την ολοκλήρωση των διαδικασιών προσλήψεως και τοποθετήσεως, κάτι το οποίο σημειωνόταν στα έγγραφα που προηγήθηκαν, ώστε να μην υπάρξει κανένα κενό, αλλά να είναι σαφής η θέση και η διακονία των προσώπων αυτών, ανά πάσα στιγμή, που θα ζητηθούν περισσότερες πληροφορίες.

Συνεχίζεται {66}