Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας τότε στοὺς Κορινθίους λέει καὶ σὲ ἐμᾶς σήμερα:«Μοῦ φαίνεται, ὅμως, πὼς ὁ Θεὸς σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἔδωσε τὴν ἐλεεινότερη θέση, σὰν νὰ εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ πεθάνουμε στὴν ἀρένα.  Γιατί γίναμε θέαμα γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ ἀγγέλους καὶ γι’ ἀνθρώπους. Ἐμεῖς παρουσιαζόμαστε μωροὶ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε σοφοὶ χάρη στὸ Χριστὸ, ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύναμοι, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε δυνατοί. Ἐμεῖς εἴμαστε περιφρονημένοι, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε τιμημένοι! Ὡς αὐτὴν τὴν ὥρα πεινᾶμε, διψᾶμε, γυρνᾶμε μὲ κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, ἀπὸ τόπο σὲ τόπο χωρὶς σπίτι, καὶ μοχθοῦμε νὰ ζήσουμε δουλεύοντας μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια.  Στοὺς ἐμπαιγμοὺς ἀπαντᾶμε μὲ καλὰ λόγια, στοὺς διωγμοὺς μὲ ὑπομονή, στὶς συκοφαντίες μὲ λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σὰν τὰ σκουπίδια ὅλου τοῦ κόσμου, ὡς αὐτὴν τὴν ὥρα θεωρούμαστε τὰ ἀποβράσματα τῆς κοινωνίας. Δὲν σᾶς τὰ γράφω αὐτά, γιὰ νὰ σᾶς κάνω νὰ ντραπεῖτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς συμβουλέψω, ὅπως ὁ πατέρας τ’ ἀγαπημένα του παιδιά. Γιατί κι ἂν ἀκόμα ἔχετε χιλιάδες δασκάλους στὴ ζωή σας μὲ τὸ Χριστό, δὲν ἔχετε πολλοὺς πατέρες, ἀλλὰ μόνον ἕνα.  Στὴ σωτήρια οἰκονομία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ σὰν πατέρας σᾶς γέννησα μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου. Σᾶς ζητῶ, λοιπόν, νὰ μοῦ μοιάσετε».

Σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ ὄχι μόνο στὴν δική μας, ὅπως ἐσφαλμένα νομίζουμε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Τιμ. 3,12), περνοῦν ἕνα μαρτύριο.  Εἶναι ἡ δοκιμασία τοῦ ὀνειδισμοῦ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν χλιαρῶν, τῶν ἀδιάφορων, τῶν ἀπίστων. Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ἔχουν τὴν ἐντύπωση πὼς οἱ ἄνθρωποι τῆς πίστης εἶναι παράξενοι, ἰδιόρρυθμοι καὶ προβληματικοί.  Ἡ συνέπεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων εἶναι ὁ κοινωνικὸς ἐξωστρακισμὸς τῶν χριστιανῶν.

Εἶναι, βέβαια, εὐνόητο, πὼς εἶναι ἀδύνατο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσπαθοῦν νὰ ζήσουν ἐνάρετα, νὰ ἀκοῦνε συνέχεια ἐπαίνους καὶ «καλῶς» (Λουκ. 6,26). Στὴν ἀρχαία Κόρινθο ὑπῆρχε μία παρεξηγημένη ἀντίληψη γιὰ τοὺς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου.  Πολλοὶ τοὺς νόμιζαν καὶ τοὺς ταύτιζαν μὲ ἀρχηγοὺς θρησκευτικῶν παρατάξεων, κι ὄχι μὲ τοὺς ἄνδρες ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς εἶχε ἐμπιστευθεῖ τὴν ἀλήθεια.  Ἔρχεται, ὅμως, ὁ Ἀπ. Παῦλος καὶ δείχνει τὴν τεράστια ἀπόσταση ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ φρονήματος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Ἀπόστολοι προτιμοῦσαν τὴν εὐλογημένη «μωρία» (Α΄Κορ. 4,10) ἀπὸ «τὸν φρόνιμον νοῦν» τοῦ κόσμου.

Ἡ εὐλογημένη μωρία καὶ σαλότητα τοῦ Εὐαγγελίου ἐπικεντρώνεται στὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἔγερση τῶν νεκρῶν κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπως, ἐπίσης, καὶ στὴν καταφρόνηση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐπίγειας ζωῆς.  Πολὺ χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ χωρία τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς τοῦ Παύλου:  «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (1,23), «ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας» (1,21).  Ἐπίσης, «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ» (1,27), καὶ στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα θὰ διακηρύξει ὅτι «ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστὸν» (Α΄ Κορ. 4,10). Οἱ Ἕλληνες σοφοὶ εἰρωνεύονταν τὸ μυστήριο καὶ τὴν πίστη τοῦ Ἐσταυρωμένου ὥς μωρία καὶ ἄγνοια.  Τὸ ἐρώτημά τους ἦταν, «γιατί νὰ σταυρωθεῖ ἕνας Θεός;».

Αὐτό, ὅμως, δὲν τὸ καταλαβαίνουμε μὲ συλλογισμοὺς καὶ λογικὲς ἀποδείξεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱἝλληνες σοφοὶ ἐξαρτοῦσαν τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἁπλῆς πίστης.  Οἱ ἄνθρωποι ὅλα προσπαθοῦν νὰ τὰ λύσουν μὲ τὸ δικό τους τὸ μυαλό, μακρὰν τῆς ἐμπειρίας καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μέσα στὴν σκληροκαρδία, τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὸν ἐγωισμό. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει σχετικά: Τὸ “μωρόν” (δηλ. τὸ ἀνόητο) τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ σοφώτερο τῶν ἀνθρώπων, γιατί κάθε ἀνθρώπινη διάνοια εἶναι πλάνη, ἐὰν τὴ συγκρίνει κανεὶς μὲ τὶς σταθερές, μόνιμες καὶ θεῖες νοήσεις.

Ὅποιος ἀγαπάει τὸν Χριστό, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴ γνώμη τοῦ κόσμου. Ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ πραγματικὴ τρέλα καὶ μωρία στὸν ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ὀνόμασε τοὺς Φαρισαίους «μωροὺς καὶ τυφλοὺς» (Ματθ. 23,17).Οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν εὐλογημένη μωρία τους εἶναι ἕνα μαστίγωμα τῆς λογικῆς.  Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του, μᾶς δείχνουν τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.  Ὅταν ἀγαπάει κάποιος τὸν Χριστὸ καὶ ἐφαρμόζει τὶς ἐντολές Του, κάνει ὅ,τι θέλει χωρὶς νὰ εἶναι ἁμαρτωλός.  Δὲν ὑπολογίζει τὴν κριτικὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἐνδιαφέρεται νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό. Οἱ Ἅγιοι, οἱ «διὰ Χριστὸν σαλοί», εἶναι μιὰ ἀμφισβήτηση τῆς δύναμης τοῦ κόσμου.  Ὅταν οἱ ἄλλοι ἔτρεμαν μπρὸς στοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, αὐτοὶ μὲ τὸ σχῆμα τοῦ σαλοῦφώναζαν τὴν ἀλήθεια.  «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πίνεις τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ», εἶπε ἕνας σαλὸς στὸν Ἰβὰν τὸν τρομερό.  Κουρελιάζουν τὴν ἁμαρτωλὴ κατὰ κόσμον ἀξιοπρέπεια, ἀπὸ τὴν ὁποία πολὺ ἐξαρτιόμαστε καὶ πολὺ ὑπολογίζουμε. Ἡ κοσμικὴ ἠθικὴ λέγει ἐξωτερικὰ νὰ εἴμαστε ἄμεμπτοι, ἐνῶ στὰ κρυφὰ νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε.  Ἀντίθετα, ἡ «μωρία» τοῦ Εὐαγγελίου ξεσκεπάζει τὴν ὑποκρισία καὶ διδάσκει τὴ συνέπεια στὴ ζωή μας. Εὐτυχεῖς ὄσοι ἀπό ἐμᾶς μποροῦμε νά τό ἀντιληφθοῦμε. Ἀμήν.-

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.