Ἀ ρ χ ι μ . Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς   Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ Δ ι δ ά κ τ ω ρ   Θ ε ο λ ο γ ί α ς

Ὁ Σατανάς (Ἑβραϊκά Satan)[1] σημαίνει «ἀντίδικος, ἀντίπαλος, ἐχθρός», εἶναι ὁ βασικός ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἡ Καινή Διαθήκη ἀποκαλεῖ τόν Σατανά ἄρχοντα τῶν δαιμόνων, εἶναι ὁ ἐκπεσῶν ἄγγελος δημιούργημα, δηλαδή κτίσμα[2] τοῦ Θεοῦ πού διέστρεψε τό αὐτεξούσιό του καί τήν ἐλευθερία του[3].  Δέν δημιουργήθηκε πονηρός, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Ἱερός Δαμασκηνός: «Ἐκ τούτων τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων πρωτοστάτης τῆς περιγείου τάξεως καί τῆς γῆς τήν φυλακὴν ἐγχειρισθεὶς παρά  Θεοῦ οὐ φύσει πονηρὸς γεγονώς, ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν καί ἐπ᾿ ἀγαθῷ γενόμενος καί μηδ᾿ ὅλως ἐν ἑαυτῷ παρά  τοῦ Δημιουργοῦ κακίας ἐσχηκὼς ἴχνος»[4]. Ἡ διαστροφή τοῦ αὐτεξούσιου δέν θέλησε τήν τιμή καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ καί ἀπό ἄγγελος τοῦ φωτός ἔγινε ἄγγελος τοῦ σκότους, δίαβολος καί Σατανάς[5].  Ὁ Προφήτης Ἰζεκιήλ περιγράφει τήν πτώση τοῦ Διαβόλου ὡς ἑξῆς: «ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐκτίσθης σύ, μετὰ τοῦ Χεροὺβ ἔθηκά σε ἐν ὄρει ἁγίῳ Θεοῦ, ἐγενήθης ἐν μέσῳ λίθων πυρίνων. ἐγενήθης σὺ ἄμωμος ἐν ταῖς ἡμέραις σου, ἀφ’ ἧς ἡμέρας σὺ ἐκτίσθης ἕως εὑρέθη τά  ἀδικήματα ἐν σοί. ἀπό πλήθους τῆς ἐμπορίας σου ἔπλησας τά  ταμιεῖά σου ἀνομίας καί ἥμαρτες καί ἐτραυματίσθης ἀπό ὄρους τοῦ Θεοῦ, καί ἤγαγέ σε τό  Χεροὺβ ἐκ μέσου λίθων πυρίνων.  ὑψώθη ἡ καρδία σου ἐπὶ τῷ κάλλει σου, διεφθάρη ἡ ἐπιστήμη σου μετὰ τοῦ κάλλους σου· διὰ πλῆθος ἁμαρτιῶν σου ἐπὶ τήν γῆν ἔρριψά σε, ἐναντίον βασιλέων ἔδωκά σε παραδειγματισθῆναι..»[6]. Γιά τήν ὀμορφιά καί τήν τελειότητα καί τήν ἀρχηγία ἐνώπιων τῶν ἀγγέλων, ὑπερηφανεύτηκε ὁ Διάβολος καί ἔπεσε ἀπό τήν δόξα του καί ὁδήγησε στήν στάση, δηλαδή στήν ἐπανάσταση προσπαθώντας νά συμπαρασύρει μαζί του ὅσους ἀγγέλους μποροῦσε περισσότερο: «πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὁ ἑωσφόρος ὁ πρωΐ ἀνατέλλων; συνετρίβη εἰς τήν γῆν ὁ ἀποστέλλων πρὸς πάντα τά  ἔθνη.  σὺ δὲ εἶπας ἐν τῇ διανοίᾳ σου· εἰς τόν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τόν θρόνον μου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ, ἐπὶ τά  ὄρη τά  ὑψηλὰ τά  πρὸς Βορρᾶν,  ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ ῾Υψίστῳ.  νῦν δὲ εἰς ᾅδην καταβήσῃ καί εἰς τά  θεμέλια τῆς γῆς»[7].

Ὡς διάβολος καί σατανάς εἶναι διαχρονικός καί τά στοιχεῖα του δέν εἶναι πάντοτε ξεκάθαρα. Ὡς διάβολος, διαβάλλει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο: «φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον»[8]. Ὡς Σατανάς, εἶναι κατήγορος: «πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὁ ἑωσφόρος ὁ πρωΐ ἀνατέλλων; συνετρίβη εἰς τήν γῆν ὁ ἀποστέλλων πρὸς πάντα τά  ἔθνη»[9]: «Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τόν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα»[10] καί «εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανάς εἰς Ἰούδαν τόν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, καί ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καί γραμματεῦσι καί στρατηγοῖς τό  πῶς αὐτόν παραδῷ αὐτοῖς». Τό τέλος του εἶναι δεδομένο: «καὶ ἐβλήθη ὁ δράκων, ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος Διάβολος καί ὁ Σατανάς»[11] και «ἐκράτησε τόν δράκοντα, τόν ὄφιν τόν ἀρχαῖον, ὅς ἐστι Διάβολος καί ὁ Σατανάς ὁ πλανῶν τήν οἰκουμένην, καί ἔδησεν αὐτὸν χίλια ἔτη»[12]. Ἀξιοποιεῖ ὅμως καί στοχεύει μέ  ἐφαρμογὲς συγκεκριμένες, προσπαθώντας νά  προσπελάσει τήν αὐτοσυνειδησία τῆς καθολικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Κατακλύει λοιπὸν ὄλες τὶς  πτυχές τῆς ψυχῆς καί κατακυριεύει τὴ βούληση πού παραμένει ἀδρανὴς καί χωρὶς ἄμυνα.

Ὁ καθένας μας λοιπὸν γνωρίζει πότε ὁ Σατανάς ἔρχεται μέ  μεγάλη ἔνταση καί εἶναι πολὺ ἐπίφοβος γιατί εἶναι ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς καί σὲ καταλαμβάνει ἐξ ἀπροόπτου. Ἂν δὲν ἀντισταθεῖς, σημαίνει ὅτι συνθηκολογεῖς μαζί του καί ὑποτάσσεσαι σ’ αὐτόν.

Ἔτσι λοιπὸν ἐκ τῶν πραγμάτων καί μόνο πρέπει νά πάρεις τήν ἀπόφαση νά  τόν καταπολεμήσεις. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση θὰ ὑποκύψεις. Ὅταν δὲν ἐμποδίζουμε τόν Σατανά, λέγει σύγχρονος χριστιανὸς συγγραφέας ἰσοδυναμεῖ μέ  τό  νά  θὲλουμε τήν πρὸοδό του. Κι ἂν δὲν ἀντισταθοῦμε προσβάλλουμε τόν Θεό. «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μαζί μου εἶναι ἐναντίον μου» λέγει ὁ Κύριος[13].

Ὁ Σατανάς[14] μέ  τήν ἰδιαίτερη πρακτικὴ πού διαθέτει μετέρχεται τις κάθε εἴδους ἠθικὲς παρεκτροπὲς καί ἀποδυναμώνει τήν ψυχὴ ἀκόμη καί ἐκφωνούμενος. Ἀρχικὰ ἦταν ἄγγελος τοῦ «καλοῦ» μέ  αὐξημένες ἀρμοδιότητες ἀργότερα ἄγγελος τοῦ «κακοῦ» μέ  κύριο στοιχεῖο τόν ψυχοσωματικὸ θὰνατο τοῦ ἀνθρώπου[15]. Είναι πονηρός στίς προθέσεις του[16] πού ἐγκατέλειψε τό καλό. Ἡ στέρησης τοῦ ἀγαθοῦ καί τοῦ καλοῦ, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τό κακό[17]. Εἶναι κακός στήν προαίρεση καί ὄχι στήν φύση του μαζί μέ ὅλους τους ἀγγέλους πού συμπαρέσυρε κατά τήν πτώση του[18]. Ἀκόμα ὁ Θεός δέν τοῦ στερεῖ τά ἀγαθά, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος δέν ἀποδέχεται ποτέ.

Καὶ ὅπως εἶναι γνωστὸ ἀπό τή Παλαιὰ Διαθήκη δὲν μπορεῖ νά  ὑπάρχει καί νά  πράττει χωρὶς τήν ἄδεια τοῦ Γιαχβέ, ὁ ὁποῖος σὲ κάθε περίπτωση ὁριοθετεῖ τὶς  κινήσεις του. Τυπικὸ παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ Ἰὼβ ὅπου ὁ Σατανάς φέρεται ὡς ἐκτελεστής τῶν ἐντολῶν τοῦ Γιαχβέ.  «Τότε εἶπεν ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· ἰδού πάντα ὅσα ἐστὶν αὐτῷ, δίδωμι ἐν τῇ χειρί σου, ἀλλ’ αὐτοῦ μὴ ἅψῃ καί ἐξῆλθεν ὁ διάβολος ἀπό προσώπου Κυρίου»[19].

Φαίνεται λοιπὸν καθαρὰ πὼς ὁ Σατανάς, δὲν εἶναι αὐτεξούσιος ἀλλὰ ὄργανο τοῦ Γιαχβέ. Μόνον ὁ Θεός εἶναι κατά φύση αὐτεξούσιος μέ τήν πλήρη σημασία τοῦ ὄρου καί εἶναι ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῶν θείων ἰδιοτήτων πού τόν διακρίνουν ἀπό τά κτίσματα καί κατ’ ἐπέκταση καί ἀπό τόν Διάβολο[20]. Ὁ ἄνθρωπος, οἱ Ἄγγελοι καί ὁ Διάβολος ἔχουν[21] κατά χάριν αὐτό τό δικαίωμα[22]. Ἡ σημασία τοῦ αὐτεξουσίου διαφέρει στόν Θεό, τόν ἄνθρωπο τούς ἀγγέλους καί τούς δαίμονες[23] καί περισσότερο εἶναι ἀνεπίδεκτος μετανοίας: «Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 17, PG 94, 868B: «Ἀνεπίδεκτος μετανοίας, ὅτι καί ἀσώματος· ὁ γὰρ ἄνθρωπος διὰ τήν τοῦ σώματος ἀσθένειαν τῆς μετανοίας ἔτυχεν». Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θάνατος, γιά τούς δαίμονες καί τόν Σατανά εἶναι ἡ ἔκπτωσης δηλαδή ὅπως ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθαίνει δέν ἔχει δυνατότητα μετανοίας ἔτσι καί ὁ διάβολος μετά τήν ἔκπτωσίν του δέν ἔχει τρόπο τοῦ μετανοεῖν[24].

 Παρουσιάζεται μπροστὰ στό  Γιαχβὲ: «παραστῆναι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου»[25]. Ὁ Σατανάς ἀναφέρει τά σχετικὰ μέ  τὴ δράση του καί ὁ Γιαχβέ ἐκθειάζει μέ  τὴ σειρά του τόν Ἰώβ. Ἂν  καί ὁ Γιαχβὲ θεωρεῖ τόν Ἰὼβ ὑπόδειγμα ἤθους πείθεται, τελικὰ ἀπό τόν Σατανά νά παιδέψει τόν Ἰώβ.

Ὁ Σατανάς λοιπὸν προέρχεται μέσα ἀπό τοὺς κόλπους τοῦ ἑβραϊκοῦ δυϊστικοῦ θρησκεύματος καί ἀπό ἐκεῖ ἀναπαράγεται στό  χριστιανισμό. Ὁ καθηγητὴς κ. Καϊμάκης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ μορφή τοῦ Σατανᾶ δὲν ὑπάρχει ἀλλᾶ γίνεται. Ὁ Σατανάς θᾶ συγκεντρώσει τελικὰ στό  πρόσωπό του   ὅλες τὶς  ἐνέργειες τῶν κακῶν δυνάμεων ἢ πιὸ σωστὰ θὰ γίνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς στρατιᾶς τῶν δαιμόνων[26].

Ἂν ἀνατρέξουμε στόν ἀρχαιοελληνικὸ κόσμο καί τὴ θρησκεία του, θὰ δοῦμε ὅτι λείπει παντελὼς ἡ ἔννοια καί τό  ὄνομα τοῦ  Σατανᾶ. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει μήτε Θεὸς τιμωρὸς ἀλλ’ οὔτε καί κάποιος ἄλλος «κακὸς Θεός». Στή φιλοσοφικὴ σκέψη τῶν ἀρχαίων τό «Θεῖο» εἶναι τό ἀγαθὸ καί σάν   τέτοιο ἀδυνατεῖ νά  βλάψει. τό  «κακό» προέρχεται ἀπ’ τά  ἀνθρώπινα λάθη ἢ ἀπό φυσικὰ συμβάντα, ποτὲ ὅμως ἀπ’ τήν ὀργή τοῦ   Θεοῦ.

Ξένος λοιπὸν καί ἀνύπαρκτος ὁ  Σατανάς γιά τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες.

Πολὺ τώρα ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἀναζήτηση τῶν ἀπαρχῶν τῆς ἑβραϊκὴς σκέψης ἀναφορικὰ μέ  τὴ σύγκρουση Θεοῦ καί Σατανᾶ. Ὁ Πλούταρχος ὑποστηρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ ξεκίνησαν ἀπ’ τήν Περσία, ὅπως καί ἡ ἐσχατολογία  μέ  τὴ νίκη τοῦ  καλοῦ καί τόν ἐπερχόμενο ἐπίγειο παράδεισο. « … ὑπάρχουν δυὸ θεοὶ πού εἶναι σάν ἀνταγωνιστές· ὁ ἔνας δημιουργός των καλῶν καί ὁ ἄλλος των κακῶν … ἄλλοι πάλι ἀποκαλοῦν θεὸ τόν καλύτερο καί δαίμονα τόν ἄλλο ὅπως ἀκριβὼς ὁ μάγος Ζωροάστρης … τοῦτος λοιπὸν ἀποκαλοῦσε τόν ἕνα Ὡρομάζη καί τόν ἄλλο Ἀρειμάνιο … ὁ ἔνας ἔμοιαζε περισσότερο μέ  τό  φῶς ἀπ’ ὅλα τά αἰσθητὰ πράγματα, ὁ ἄλλος μέ  τό  σκοτάδι καί τήν ἄγνοια. Ἐδίδαξε λοιπὸν νά  προσφέρουν στόν ἕνα εὐχετήριες καί εὐχαριστήριες θυσίες, ἐνῶ στόν ἄλλο ἀποτρεπτικὲς πένθιμες … θὰ ἔρθει ὅμως ὁ προκαθορισμένος χρόνος ὅπου ὁ Ἀρειμάνιος θὰ καταστραφεῖ καί θὰ ἀφανισθεί· καί θὰ ὑπάρχει ἔνας τρόπος βῖου καί πολιτείας γιά  τοὺς  ἀνθρώπους πού εἶναι τρισευτυχισμένος»[27].

Γίνεται λοιπὸν φανερὸ ὅτι ἡ ἀρχικὴ προσέγγιση τοῦ  Σατανισμοῦ γίνεται ἀπό τόν Ζωροαστρισμὸ στήμορφή τοῦ   Ἀρειμάνιου. Οἱ ὁμοιότητες σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν Ἰουδαϊσμὸ εἶναι παραπάνω ἀπό ἐμφανεῖς. Πὼς πέρασε ὅμως αὐτὴ ἡ θεολογία στούς Ἑβραίους; Ὁ Ἰουδαῖος ἰστορικὸς Ἰώσηπος δέχεται ὅτι ὑπάρχει συγγένεια μεταξὺ τῶν Ἑβραίων καί τῶν Χαλδαίων. Γράφει λοιπόν: «γιὰ τοὺς Χαλδαίους δὲν θὰ μποροῦσα νά  πῶ τό ἲδιο, ἐπειδὴ εἶναι οἱ γενάρχες τῆς φυλής μας καί λόγω τῆς συγγενικῆς σχέσης μαζί μας μνημονεύουν τούς Ἰουδαίους στὰ γραπτά τους»[28]. Μέσα  ἀπό τήν ἀνωτέρω θεολογικὴ καί θρησκευτικὴ προσέγγιση ἐμφανίζεται ὁ Σατανάς στὴν ἐβραϊκῆ παράδοση. Ἐπίσης μέσα  ἀπό τὴ διδασκαλία τοῦ Ζωροαστρισμοῦ   ἡ ὕπαρξη τοῦ κακοῦ πνεύματος παρουσιάζεται ὡς ὁ Σατανάς. Ἡ  ἄποψη αὐτή εἶναι μονοσήμαντη καί ἐνδιαφέρει ἀποκλειστικᾶ μόνο τήν ἱστορία.

Ἀντίθετα, ἡ Θεολογική τοποθέτηση, δὲν ἀφαιρεῖ  τόν ἂνθρωπο ἀπό τό  σχέδιο τοῦ δημιουργοῦ. Εἶναι «ψυχισμικὴ ἐνεργητικότητα, ἀβίαστη καί πιστη ἐπιδίωξη γνώσης περὶ τοῦ Θεοῦ». καί ὅπως εὔστοχα παρατήρησε ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Β’ «τά συναποτελοῦντα τήν ὀρθὴν πίστιν διδασκόμεθα ἀσφαλὼς οἱ ὀρθόδοξοι  παρά  τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ   ἀλαθήτου τῆς ἀποκαλύψεως φορέως καί διδασκάλου».

Διασώθηκαν πλῆθος μαρτυριῶν ἀναφορικὰ μέ  τήν προσωπικότητα καί τό  ἒργο τοῦ   διαβόλου. Ὅλες ὅμως εἶχαν κατὰ τεκμήριο τό στοιχεῖο τῆς ὑπερβολῆς καί αὐτὸ κατὰ κάποιο τρόπο  δικαιολογημένα ὅταν πρόκειται γιά τόν Σατανά.

Τὸ  πραγματικὸ πρὸσωπό του παραμένει σκοτεινὸ καί μυστηριῶδες ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων ἀπόψεων πού κατὰ καιροὺς διατυπώθηκαν γιά  τό  τί εἶναι ἢ τί δὲν εἶναι ὁ διάβολος παραμένει αἴνιγμα, ἂν δηλαδὴ ὁ Σατανάς εἶναι ὁ ἀόρατος ψυχοπομπός τοῦ κακοῦ. Ἂν ὄχι γιατί ἐπὶ χρόνια ἀσχολούμεθα μ’ αὐτόν;

Ὁ διάβολος δὲν στερεῖται παρελθόντος καί μάλιστα θαυμαστοῦ, ἀφοῦ οἱ διάφορες μεταμορφώσεις του στό  χρὸνο ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο ὄχι μόνο τῆς θεολογίας ἢ τῆς λογοτεχνίας (Δάντης, Μίλτον, Γκαῖτε) ἀλλὰ καί τῆς ψυχολογίας (Γιούγκ) τοῦ   κινηματογράφου (Τραβόλτα, Πολάνσκι) καί τῆς τηλεοράσεως.

Ἒτσι ὁ Σατανάς  μεταμορφώθηκε σ’ ἕνα σύμβολο γεμάτο ἀπό ἠδονιστικὴ καί ἀνθρωποκεντρικὴ ἰδεολογία[29]. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ διάβολος συνδέθηκε μέ  μὶα πνευματικὴ παράδοση, πολλὲς φορὲς παράδοξη ἢ καί παράλογη σημαίνοντας πὼς ἀπέκτησε ἱκανὴ πνευματικότητα γιά νά  ἑρμηνεύει τήν πραγματικότητα μέ μιὰ διδασκαλία σκοτεινὴ καί ἀπροσδιόριστη.

Ἄλλωστε ὁ βασανισμός τῆς ψυχῆς πού βλέπουμε στή δαιμονολογία διαλύει τήν ἱκανότητα τοῦ λογισμοῦ, μέ  ἀποτέλεσμα τὴ μείωση τῆς ἐσώτερης ἁρμονίας μας.

Δὲν εἶναι παράδοξο, ἰδιαίτερα σήμερα, πού ἡ ἀλλοτριωτικὴ «πρόοδος» γεμίζει μέ  ψυχολογική καί σωματικὴ κόπωση τόνἂνθρωπο, ὁ Σατανάς νά ρυθμίζει ἐν πολλοῖς τή ζωή μας.

Τὸ πρὸσωπο τοῦ ἄρχοντα τοῦ σκότους ἀποτελεῖ, θέλουμε δὲν θέλουμε, μέρος τῆς πνευματικῆς κληρονομίας τοῦ  κόσμου καί φυλάγεται ἀκόμη σάν   μὶα «ἡγεσία» λόγω τῆς «πνευματικῆς λειψυδρίας» τῶν καιρῶν.

Τὸ ζήτημα εἶναι γιατί πάντοτε ὁ διάβολος ἐπαναφέρεται στό  προσκήνιο ὡς ἡ ἀντίρροπη δύναμη τοῦ καλοῦ, ἀνταγωνιστικὴ στὴν ἀντίληψη καί τή συνείδηση τῶν πιστῶν; Ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης στήπραγματεία του «Περὶ τοῦ   κακοῦ» μνημονεύει 4 κατηγορίες κακῶν: α! τό  ἀπόλυτο κακό, β! τό  μεταφυσικὸ κακό, γ! τό  κακὸ τῆς ἔλλειψης καί δ! τό  κακὸ τῆς ἁμαρτίας. Οἱ πρῶτες τρεῖς κατηγορίες, σύμφωνα μέ  τόν Δυτικὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πατέρα, συνδέονται μέ  τό  Θεὸ – Δημιουργὸ καί μὸνο στὴν τελευταία κατὰ τήν ὁποία ὁ διάβολος βάζει τό ἀνθρώπινο γένος σὲ πειρασμό, τοῦ   δίνεται κάτι παραπάνω ἀπό ἕνα παθητικὸ ρόλο.

Ὁ Ἀκινάτης στήσυνέχεια προχώρησε στήδημιουργία μιᾶς πολύπλοκης κοσμολογίας, ἡ ὁποία ἔδιδε στόν διάβολο μιὰ θέση καί ἕνα ρόλο[30]. Ὁ Ἀκινάτης μας παραδίδει ὡσαύτως καί ἕνα κατάλογο  τῆς κοινωνίας τῶν ἀγγέλων στὴν αὐλὴ τοῦ Γιαχβέ[31]. Ἒτσι, τά  Σεραφείμ (=καιόμενοι) κερδίζουν ὡς πρὸς τήν ἱεραρχία καί τὴ θεία Πρόνοια.

Τὰ Χερουβείμ κερδίζουν ὡς πρὸς τήν αἴσθηση καί τή μορφή. Εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ  ἅρματος τοῦ   Θεοῦ. Οἱ θρόνοι κερδίζουν μέσω τῆς πρόσβασής τους σὲ ὑπηρεσίες καί ὁρίζουν τήν ἔννοια τοῦ χρόνου. Οἱ κυριότερες, εἶναι οἱ ἀρχιτέκτονες τοῦ σύμπαντος. Ἐκτελοῦν καί ὀρίζουν τὶς  λειτουργίες τῶν ἄλλων ἀγγέλων, ὀνομάζονται ἀκόμη καί «Κύριοι».

Οἱ Ἀρχές, ρυθμίζουν  τὴ κίνηση τῶν ἄστρων καί συμβάλλουν στὰ θαύματα καί στήλύτρωση τῶν ψυχῶν. Ὀνομάζονται καί «Ἀρετές» ἢ «Λαμπεροί». Οἱ Δυνάμεις, φροντίζουν τήν τάξη τῆς θεϊκῆς κυριαρχίας καί κρατοῦν τὶς  ἰσορροπίες ἀνάμεσα στό  καλὸ καί τό  κακό. Ὀνομάζονται ἐπίσης  καί «Αὐθεντίες». Οἱ Ἐξουσίες, ἐνδιαφέρονται γιά τὶς  ὑποθέσεις τῶν κρατῶν, τῶν πόλεων κλπ. Ὀνομάζονται ἐπίσης καί «Πρίγκιπες».

Οἱ  Ἀρχάγγελοι, φροντίζουν γιά  τὴ θεία λατρεία καί φέρουν τά  σημαντικότερα μηνύματα τοῦ   Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὅπως τό  μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Ἄγγελοι φροντίζουν τόν ὑλικὸ κὸσμο καί τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι οἱ ἀγγελιαφόροι τοῦ   Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καί ἀντίστροφα.

Οἱ λειτουργικὲς ἁρμοδιότητες τῶν ἀγγέλων, παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς Χ. Τερέζης, εἶναι τέτοιες πού τοὺς τοποθετοῦν ἐγγύτερα τῆς Ἁγίας Τριάδος συγκριτικά μέ  ὁποιοδήποτε ἄλλο κτιστό ὄν. Ὁ λόγος τῆς ἐγγύτητας τῶν ἀγγελικῶν τάξεων πέριξ τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται προφανῶς στὴν μὴ προσβολή τους ἀπό τὶς  δυνάμεις τοῦ   κακοῦ. Ἡ ἀναφορικότητά τους στρέφεται μονίμως πρός τό θεῖον καί δέν ἐκπίπτουν πρός τό ὑλῶδες[32]. Στὴν ἀντίπερα ὄχθη εὑρίσκεται ἡ κοινωνία τῶν Δαιμόνων.



[1]  Ἐγκυκλοπαίδεια τῶν Θρησκειῶν, τόμ. 4ος  ὄπ. π. σελ. 431, «Σατανᾶς ἑβραϊκή λέξη πού σημαίνει “διάβολος/ἀντίμαχος” καί ἀναφέρεται στό ὅλο τοῦ Σατανᾶ, ὁ ὁποῖος στήν Π. Δ. ἐμφανίζεται στό θεϊκό δικαστήριο ὡς κατήγορος καί συκοφάντης. Αὐτός, πού κάποτε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ τόν ἔδιωξε ἀπό τόν οὐρανό ὡς “ἐωσφόρο” ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας του, μετατρέπεται σέ ἀντίμαχό τοῦ Θεοῦ, σέ πειρασμό καί ἀπατεώνα. Στό χριστιανισμό θεωρεῖται κατά πολύ προσωποποίηση τοῦ κακοῦ ὡς “διάβολος” καί ἀρχηγός τῆς κόλασης».

[2] Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  3, PG 94, 796ΑΒC: «Πάντα τὰ ὄντα ἢ κτιστά ἐστιν ἢ ἄκτιστα. Εἰ μὲν οὖν κτιστά, πάντως καὶ τρεπτά· ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἀπὸ τροπῆς ἤρξατο, ταῦτα τῇ τροπῇ ὑποκείσεται πάντως ἢ φθειρόμενα ἢ κατὰ προαίρεσιν ἀλλοιούμενα. Εἰ δὲ ἄκτιστα, κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον, πάντως καὶ ἄτρεπτα. Τίς οὖν οὐ συνθήσεται πάντα τὰ ὄντα, ὅσα ὑπὸ τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν, ἀλλὰ μὴν καὶ ἀγγέλους τρέπεσθαι καὶ ἀλλοιοῦσθαι καὶ πολυτρόπως κινεῖσθαι καὶ μεταβάλλεσθαι; Τὰ μὲν νοητά, ἀγγέλους φημὶ καὶ ψυχὰς καὶ δαίμονας, κατὰ προαίρεσιν τήν τε ἐν τῷ καλῷ προκοπὴν καὶ τὴν ἐκ τοῦ καλοῦ ἀποφοίτησιν, ἐπιτεινομένην τε καὶ ὑφιεμένην· τὰ δὲ λοιπὰ κατά τε γένεσιν καὶ φθορὰν αὔξησίν τε καὶ μείωσιν καὶ τὴν κατὰ ποιότητα μεταβολὴν καὶ τὴν τοπικὴν κίνησιν. Τρεπτὰ τοίνυν ὄντα πάντως καὶ κτιστά.»· Περί τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν, PG 95, 161Β. Πρβλ. Ἀρχμ. Σεραφείμ Ζαφείρη, Ἀντιμέτωποι μέ τόν Νεοσατανισμό, εκδ/ Ἀδελφότης Θεολόγων ‘Ο Σωτήρ’, Ἀθήναι 2006, σσ. 2-20.

[3] Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  17, PG 94, 865B: «Ἄγγελος τοίνυν ἐστὶν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος, ἀσώματος, Θεῷ λειτουργοῦσα, κατὰ χάριν ἐν τῇ φύσει τὸ ἀθάνατον εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τὸ εἶδος καὶ τὸν ὅρον μόνος ὁ Κτίστης ἐπίσταται.» και PG 94, 868B: «Ἀθάνατος οὐ φύσει, ἀλλὰ χάριτι· πᾶν γὰρ τὸ ἀρξάμενον καὶ τελευτᾷ κατὰ φύσιν. Μόνος δὲ ὁ Θεὸς ἀεὶ ὤν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀεί· οὐχ ὑπὸ χρόνον γάρ, ἀλλ᾿ ὑπὲρ χρόνον ὁ τῶν χρόνων ποιητής.»· 26, PG 94, 925A: «Ἀσώματα δὲ καὶ ἀόρατα καὶ ἀσχημάτιστα κατὰ δύο τρόπους νοοῦμεν· τὰ μὲν κατ᾿ οὐσίαν, τὰ δὲ κατὰ χάριν· καὶ τὰ μὲν φύσει ὄντα, τὰ δὲ πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα. Ἐπὶ Θεοῦ μὲν οὖν φύσει, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων καὶ ψυχῶν χάριτι, καὶ ὡς πρὸς τὴν τῆς ὕλης παχύτητα λέγεται ἀσώματον.»· Ἰωάννου Δαμασκηνού, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Κείμενο – Μετάφραση – Εἰσαγωγή – Σχόλια Νίκου Ματσούκα, όπ. παρ., σ. 470-471· Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Ἰστορία τῆς Φιλοσοφίας, Φ.Θ.Β. 6, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 270-277.

[4] Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  18, PG 94, 874C-876A

[5] Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  18, PG 94, 876Α: «μὴ ἐνέγκας τόν τε φωτισμὸν τήν τε τιμήν, ἣν αὐτῷ ὁ Δημιουργὸς ἐδωρήσατο, αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἐτράπη ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν καὶ ἐπήρθη κατὰ τοῦ πεποιηκότος αὐτὸν Θεοῦ, ἀντᾶραι αὐτῷ βουληθεὶς, καὶ πρῶτος ἀποστὰς τοῦ ἀγαθοῦ ἐν τῷ κακῷ ἐγένετο·»· 93,

[6] Ιζεκιήλ, 28, 14-17.

[7] Ησαίας, 14, 14-16.

[8] Σοφ. Σολ. 2,24 Ν. Ματσούκα: «Γιατί δέν συνέφερε, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἀπείραστος καί ἀγύμναστος, νά πάρει τήν ἀφθαρσία, γιά νά μήν πέσει στήν ἀλαζονεία καί τό κρίμα τοῦ Διαβόλου. Ἐκεῖνος, ἐξαιτίας τῆς ἄμεσης ἀφθαρσίας, μετά τήν πτώση του, μέ τή δική του προαίρεση, στερεώθηκε ἀμετάκλητα καί ἀμετανόητα στό κακό, ὅπως οἱ ἄγγελοι πάλι μετά τήν ἐκλογή τῆς ἀρετῆς, μέ τή δική τους προαίρεση, στερεώθηκαν στό καλό ἀμετακίνητα μέ τή χάρη». Ιωάννου Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Κείμενο – Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια Νίκου, Ματσούκα, σ. 205-207. Και παρακάτω: «Βασική καί χαρακτηριστική ἄποψη τῆς πατερικῆς θεολογίας· ὁ θάνατος δέν εἶναι τιμωρία μέ τήν καθαρή νομική ἔννοια, ἀλλά μιά ἔσχατη παραχώρηση τῆς θείας φιλανθρωπίας, ὥστε τό κακό νά μή γίνει ἀθάνατο», σ. 485. «Παρά τό γεγονός ὅτι ὁ σατανάς καί οἱ ἄδικοι θά ὑπάρξουν αἰωνίως ἐν τῇ κολάσει, τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι εἶναι φύσει ἀθάνατοι, οὔτε ὅτι μετέχουν τῆς θείας ἀθανασίας. Ὁ χωρισμός ἀπό τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Ἄλλο, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀθάνατος ἐν τῇ κολάσει ὕπαρξις καί τιμωρία τῶν ἀδίκων καί ἄλλο ἡ ἀθανασία τῶν δικαίων». Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΗ, Τό προπατορικό αμάρτημα, σ. 157.

[9] Ἠσ. 14,12.  Λουκ. 13,18.

[10] Λουκ. 22,3-4.

[11] Ἀποκ. 12,9

[12]  Ἀποκ. 20,2.

[13]  Μθ. 12, 30. «ὁ μή ὤν μέτ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καί ὁ μή συνάγων μέτ’ ἐμοῦ σκορπίζει».

[14]  Βαρλαάμ καί Ἰωασάφ, PG 96, 908A: «εἷς δὲ τῶν εἰρημένων ἀγγελικῶν δυνάμεων, μιᾶς στρατιᾶς πρωτοστάτης, οὐδόλως ἐν ἑαυτῷ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κακίας φυσικῆς ἐσχηκὼς ἴχνος ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ γενόμενος, αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἐτράπη ἐκ τοῦ καλοῦ εἰς τὸ κακόν, καὶ ἐπήρθη τῇ ἀπονοίᾳ, ἀντᾶραι βουληθεὶς τῷ Δεσπότῃ καὶ Θεῷ. διὸ ἀπεβλήθη τῆς τάξεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀξίας, καί, ἀντὶ τῆς μακαρίας δόξης ἐκείνης καὶ ἀγγελικῆς ὀνομασίας, διάβολος ἐκλήθη καὶ Σατανάς προσωνόμασται. ἔρριψε γὰρ αὐτὸν ὁ Θεὸς ὡς ἀνάξιον τῆς ἄνωθεν δόξης·». Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Ὁ Σατανάς, Φιλοσοφική καί Θεολογική Βιβλιοθήκη 38, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 33-49.

[15] PG 94, 1196C-1197Α: «Πόθεν οὖν ἡ ἁμαρτία; Τῆς αὐτεξουσίου γνώμης τοῦ Διαβόλου εὕρημα. Κακὸς οὖν ὁ Διάβολος; Καθὸ μὲν γέγονεν, οὐ κακός, ἀλλ᾿ ἀγαθός· ἄγγελος γὰρ λαμπρὸς καὶ φωτεινὸς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἔκτισται, αὐτεξούσιος ὡς λογικός, ἑκουσίως τε τῆς κατὰ φύσιν ἀρετῆς ἀπεφοίτησε καὶ ἐν τῷ ζόφῳ τῆς κακίας γέγονε, Θεοῦ μακρυνθεὶς τοῦ μόνου ἀγαθοῦ καὶ φωτοποιοῦ· ἐξ αὐτοῦ γὰρ πᾶν ἀγαθὸν ἀγαθύνεται».

[16] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἱερά Παράλληλα, PG 95, 1408D-1409A: «Πόθεν πονηρὸς ὁ διάβολος; ἐκ τῆς οἰκείας προαιρέσεως. Αὐθαίρετον γὰρ ἔχων τὴν ζωὴν, καὶ ἐπ’ αὐτῷ κειμένην τὴν ἐξουσίαν, ἢ παραμένειν τῷ Θεῷ, ἢ ἀλλοτριωθῆναι τοῦ ἀγαθοῦ, Γαβριὴλ ἄγγελος, καὶ παρέστηκε τῷ Θεῷ διηνεκῶς, ὁ Σατανάς ἄγγελος, καὶ ἐξέπεσε τῆς οἰκείας τάξεως. Κἀκεῖνον μὲν ἡ προαίρεσις διεφύλαξε τοῖς ἄνω, καὶ τοῦτον κατέῤῥιψε τῆς γνώμης τὸ αὐτεξούσιον. Ἠδύνατο γὰρ κἀκεῖνος ἀποστῆναι, καὶ οὗτος μὴ ἐκπεσεῖν· ἀλλὰ τὸν μὲν διεσώσατο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τὸ ἀκόρεστον, τὸν δὲ ἀπόβλητον ἔδειξεν ἡ ἐκ Θεοῦ ἀναχώρησις.».

[17] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  18, PG 94, 876Α: «οὐδὲν γὰρ ἕτερόν ἐστι τὸ κακὸν εἰ μὴ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος φωτός ἐστι στέρησις. Τὸ γὰρ ἀγαθὸν φῶς ἐστι νοητόν· ὁμοίως καὶ τὸ κακὸν σκότος ἐστὶ νοητόν.»· 44, PG 94, 973A-976Α: «ἡ γὰρ κακία οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἀναχώρησις τοῦ ἀγαθοῦ, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις. Μένοντες οὖν ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἐν τῇ ἀρετῇ ἐσμεν, ἐκκλίνοντες δὲ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν, ἤγουν ἐκ τῆς ἀρετῆς, εἰς τό παρὰ φύσιν ἐρχόμεθα καὶ ἐν τῇ κακίᾳ γινόμεθα.»·

[18] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  18, PG 94, 876ΑΒ: «Συναπεσπάσθη δὲ καὶ ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ συνέπεσε πλῆθος ἄπειρον τῶν ὑπ᾿ αὐτῷ τεταγμένων ἀγγέλων. Τῆς αὐτῆς τοιγαροῦν φύσεως τοῖς ἀγγέλοις ὑπάρχοντες, κακοὶ γεγόνασι, τὴν προαίρεσιν ἑκουσίως ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ πρὸς τὸ κακὸν ἐκκλίναντες»· Βαρλαάμ και Ιωασάφ, PG 96, 908AΒ: «συναπεσπάσθη δὲ αὐτῷ καὶ συναπεβλήθη καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν τάγματος τῶν ἀγγέλων, οἵτινες, κακοὶ γεγονότες τὴν προαίρεσιν, καί, ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ τῇ ἀποστασίᾳ ἐξακολουθήσαντες τοῦ ἄρχοντος αὐτῶν, δαίμονες ὠνομάσθησαν, ὡς πλάνοι καὶ ἀπατεῶνες».

[19]  Ἰβ. 1, 12.

[20]  ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 14, PG 94, 860ΑΒ: «Τὸ ἄκτιστον, τὸ ἄναρχον, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀπέραντον καὶ αἰώνιον, τὸ ἄυλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ δημιουργικόν, τὸ δίκαιον, τὸ φωτιστικόν, τὸ ἄτρεπτον, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτον, τὸ ἀχώρητον, τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ἀόριστον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀόρατον, τὸ ἀπερινόητον, τὸ ἀνενδεές, τὸ αὐτοκρατὲς καὶ αὐτεξούσιον, τὸ παντοκρατορικόν, τὸ ζωοδοτικόν, τὸ παντοδύναμον, τὸ ἀπειροδύναμον, τὸ ἁγιαστικὸν καὶ μεταδοτικόν, τὸ περιέχειν καὶ συνέχειν τὰ σύμπαντα καὶ πάντων προνοεῖσθαι·»· Περί τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν, PG 95, 141Β. Ἱερά Παράλληλα, PG 96, 532C: «Τὸ Κύριος ὄνομα, καθὸ ἄρχει καὶ ἡγεμονεύει, δυναστείᾳ κράτους αὐτεξουσίου χρώμενος· τὸ δὲ Θεὸς, καθὸ ἀγαθότητι καὶ χρηστότητι». Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Ο Σατανάς, Φ.Θ.Β. 38, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 76εξ.

[21] Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 3, PG 94, 796ΑΒ: «Πάντα τὰ ὄντα ἢ κτιστά ἐστιν ἢ ἄκτιστα. Εἰ μὲν οὖν κτιστά, πάντως καὶ τρεπτά· ὧν γὰρ τὸ εἶναι ἀπὸ τροπῆς ἤρξατο, ταῦτα τῇ τροπῇ ὑποκείσεται πάντως ἢ φθειρόμενα ἢ κατὰ προαίρεσιν ἀλλοιούμενα. Εἰ δὲ ἄκτιστα, κατὰ τὸν τῆς ἀκολουθίας λόγον, πάντως καὶ ἄτρεπτα·»· 58, PG 94, 1041C: «Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὡς αὐτεξουσιότης ὁμωνύμως λέγεται, ἄλλως μὲν ἐπὶ Θεοῦ, ἄλλως δὲ ἐπὶ ἀγγέλων, καὶ ἄλλως ἐπὶ ἀνθρώπων.

[22] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως  14, PG 94, 860Β: «πάντα ταῦτα καὶ τοιαῦτα φύσει ἔχει οὐκ ἄλλοθεν εἰληφυῖα, ἀλλ᾿ αὐτὴ μεταδιδοῦσα παντὸς ἀγαθοῦ τοῖς οἰκείοις ποιήμασι κατὰ τὴν ἑκάστου δεκτικὴν δύναμιν.». 86, PG 94, 1136C-1137Α: «Πάντα μὲν οὖν τὰ ὑπ᾿ αὐτοῦ γενόμενα κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος κατὰ τὸ εἶναι· αὐτὸς γάρ ἐστι τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι, ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ εἰσι τὰ ὄντα, οὐ μόνον ὅτι αὐτὸς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι αὐτὰ παρήγαγεν, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια τὰ ὑπ᾿ αὐτοῦ γενόμενα συντηρεῖ καὶ συνέχει· ἐκ περισσοῦ δὲ τὰ ζῷα· κατά τε γὰρ τὸ εἶναι καὶ κατὰ τὸ ζωῆς μετέχειν κοινωνοῦσι τοῦ ἀγαθοῦ. Τὰ δὲ λογικὰ καὶ κατὰ τὰ προειρημένα μέν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ λογικόν, καὶ ταῦτα μᾶλλον· οἰκειότερα γάρ πώς εἰσι πρὸς αὐτόν, εἰ καὶ πάντων οὗτος ὑπέρκειται ἀσυγκρίτως». Κατά Μανιχαίων, PG 94, 1568BC.

[23] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 58, PG 94, 1041C: «Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὡς αὐτεξουσιότης ὁμωνύμως λέγεται, ἄλλως μὲν ἐπὶ Θεοῦ, ἄλλως δὲ ἐπὶ ἀγγέλων, καὶ ἄλλως ἐπὶ ἀνθρώπων. Ἐπὶ Θεοῦ μὲν γὰρ ὑπερουσίως, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων ὡς συντρεχούσης τῇ ἕξει τῆς προχειρήσεως καὶ παρενθήκην ὅλως χρόνου μὴ παραδεχομένης· ἔχων γὰρ φυσικῶς τὸ αὐτεξούσιον ἀπαρεμποδίστως τούτῳ κέχρηται, μηδὲ τὴν ἐκ σώματος ἀντιπάθειαν ἔχων μηδὲ τὸν προσβάλλοντα. Ἐπὶ δὲ ἀνθρώπων ὡς χρονικῶς τῆς ἕξεως προεπινοουμένης τῆς ἐγχειρήσεως· αὐτεξούσιος μὲν γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος καὶ φυσικῶς ἔχει τὸ αὐτεξούσιον, ἔχει δὲ καὶ τὴν ἐκ τοῦ Διαβόλου προσβολὴν καὶ τὴν τοῦ σώματος κίνησιν. Διὰ οὖν τὴν προσβολὴν καὶ τὸ βάρος τοῦ σώματος ἐφυστερίζει ἡ προχείρησις τῆς ἕξεως.».

[24] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 18, PG 94, 877C: «Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι, ὅπερ ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις ὁ θάνατος, τοῦτο τοῖς ἀγγέλοις ἡ ἔκπτωσις. Μετὰ γὰρ τὴν ἔκπτωσιν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς μετάνοια, ὥσπερ οὐδὲ τοῖς ἀνθρώποις μετὰ τὸν θάνατον.». πρβλ. Λουκ. 13,18: «Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα».

[25]  Ἰβ. 1, 6.

[26] Δημητρίου Καϊμάκη, Χειρόγραφα τοῦ Κουμράν καί ἡ θεολογία τους, ἔκ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 195.

[27]  Περί Ἴσιδος καί Ὀσίριδος, 369D- E και 370Β.

[28]  Κατ’ Απίωνος Α 71.

[29]  Ι. Γεζίδη, «Ὁ ἄγνωστος χάρτης τοῦ   συγχρόνου Σατανισμοῦ», Περιοδικόν ΑΒΑΤΟΝ, 2004, σ. 49.

[30]  P. Stanford, Ἡ Βιογραφία τοῦ   Διαβόλου, σ. 171 έξ.

[31]  Στεφάνου Ἰ Κανδηλάρη, «Ἡ οὐράνια αὐλή τοῦ  Γιαχβέ στήν Παλαιά Διαθήκη», Περιοδικό Γρηγόριος  Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 109 εξ. Ἔνθα καί ἡ βιβλιογραφία.

[32] Χρήστου Ἀθ. Τερέζη, «Ὄψεις τῆς ἔννοιας «οὐσία» στίς ἀρεοπαγιτικές συγγραφές», Περιοδικό Γρηγόριος Παλαμάς τ. 792 Θεσσαλονίκη 2002, σ. 151, σημ.12.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.