του Αρχιδιακόνου Ευγενίου Καρακωνσταντάκη

Είναι αδύνατο σε κάποιον που δεν έχει δοκιμάσει μέλι ποτέ στη ζωή του, να εννοήσει από τις περιγραφές άλλων τη γεύση του. Θα ακούσει ότι είναι γλυκό μα με πιο γεμάτη γεύση από της ζάχαρης. Ότι έχει ένα χρυσαφί χρώμα αλλά και πιο σκούρο. Ότι είναι ελαφρώς όξινο στον λαιμό καμιά φορά, μα με γεμάτο άρωμα από δάση και βότανα. Θα καταλάβει στο περίπου, αλλά και πάλι, δεν θα καταλάβει. Όταν όμως κάποιος το έχει ήδη γευθεί, μόνο τη λέξη «μέλι» να ακούσει, θα του έρθει αυτή η γνώριμη μυρωδιά και ίσως και λίγη από τη γλύκα του.

Όταν κάποιος μιλά για άψυχα αντικείμενα ο λόγος είναι απλός. Όταν όμως περνάμε στην περιγραφή ανθρώπων, ψυχών που ευωδίασαν με το πέρασμά τους τη ζωή μας, τα πράγματα περιπλέκονται. Γι’ αυτό και είναι δύσκολη η εργασία που ανέλαβα. Γίνεται όμως ευκολότερη, στη σκέψη ότι τα κενά που θα αφήσω και οι πτυχές που δεν θα θίξω θα καλυφθούν από τις αναμνήσεις που όλοι κατέχουμε από τον υπέροχο εκείνο άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου.

Βλέπουμε, μέχρι και σήμερα, εκείνη τη βιβλική μορφή να διασχίζει τον παραλιακό πεζόδρομο της πόλεως του Αγίου Νικολάου χωρίς διακριτικά του αξιώματός του, μόνο με μια απλή, σκουρόχρωμη βακτηρία. Να μας χαιρετά, να συμμερίζεται χαρές και λύπες, να αστειεύεται και να γελά με την καρδιά του. Να ανοίγει αυτά τα δύο, μεγάλα σαν φτερούγες, χέρια του και να φέρνει πιο κοντά στην καρδιά του όσους τον πλησιάζουν, ασφαλίζοντάς τους μέσα στους πατρικούς κόλπους του, στη σιγουριά που ενέπνεε η μορφή του.

Ακούραστος, να διασχίζει τις επαρχίες της Μητροπόλεώς του, το Μεραμβέλλο, το Λασίθι, τη Χερρόνησο και παλαιότερα και τη Βιάννο, να τρέχει σε πανηγύρεις, Εσπερινούς και Λειτουργίες και να γεμίζει τους Ναούς με την παρουσία του. Να σηκώνει το χέρι του για να ευλογήσει τα σημεία του ορίζοντα και οι αυχένες μας να κλίνουν προς ευχαριστία, απόλυτα φυσικά και αβίαστα. Ενδεδυμένο την αρχιερατική αλουργίδα, να βλέπουμε πότε τον μεγαλόπρεπο δίκαιο Μελχισεδέκ της Παλαιάς Διαθήκης και πότε τον ταπεινό ιερωμένο που γονατίζει μπροστά στην Αγία Τράπεζα ικετεύοντας «ὑπέρ τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων». Και βλέποντάς τον να παίρνουμε μια γεύση κι εμείς οι νεώτεροι για το πώς θα ήταν ο πνευματικός του πατέρας, ο θρυλικός αρχιεπίσκοπος Ευγένιος, σαν λειτουργούσε. Και λέω μια γεύση γιατί ο μακαριστός ιερουργούσε όχι αντιγράφοντας κινήσεις μηχανικά, αλλά βιώνοντας και λιτανεύοντας το ήθος της προσευχής και της ιεροπρεπούς στάσης.

Ακόμα ηχούν στα αυτιά μας τα αμίμητα κηρύγματα με τα οποία μας μετέδιδε το πύρωμα της καρδιάς του. Ολόκληρος ο Ναός παλλόταν από την ένταση και την αγωνία που εξέφραζε ο λόγος του. Το αγαπούσε το κήρυγμα γιατί ήταν το κύριο μέσο με το οποίο μπορούσε να μεταδώσει όλα όσα είχε λάβει από τους διδασκάλους και τους γεροντάδες του. Το τροφοδοτούσε συνεχώς με τις γνώσεις που αποκόμιζε από τα ατελείωτα βιβλία που διάβαζε, και το διέπλαθε αριστοτεχνικά χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που του έδινε η άριστη γνώση της ελληνίδος φθογγής. Καμιά φορά σκέπτομαι ότι του ταίριαζε απόλυτα ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: «οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι» (Α΄ Κορ. α, 17). Και αληθινά, το έκανε καλά. Φρόντιζε δε πάντοτε να είναι προετοιμασμένος. Τα περισσότερα κηρύγματά του ήταν γραπτά, αλλά και όταν μιλούσε από στήθους πάλι ήθελε να έχει έστω ένα σχέδιο. Κάποτε του είπα:

– Σεβασμιώτατε, προτιμώ το κήρυγμά σας, όταν μιλάτε απ’ έξω, παρά όταν κρατάτε χαρτιά.

–  Θέλω όμως να ξέρω τι λέω. Δεν θέλω να λέω ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι εκείνη την ώρα. Σέβομαι το μυστήριο που τελούμε, τους ανθρώπους που περιμένουν να ακούσουν κάτι που θα τους ωφελήσει. Γι’ αυτό και προτιμώ το γραπτό κήρυγμα.

Όταν κήρυττε, γινόταν, κατά τη φράση των Πατέρων, «ὡς λέων, πῦρ πνέων». Με φωνή στεντορεία και προφέροντας αργά και καθαρά τις λέξεις, για να εντυπωθούν μέσα μας, τόνιζε: «Όταν είστε μόνοι σας, όταν σας αδικούν να μη γυρεύετε εκδίκηση. Να κάνετε αυτό που έκανε ο προφήτης Ηλίας. Να σηκώνετε το χέρι στον ουρανό και να λέτε «Ζει Κύριος ο Θεός! Ζει Κύριος ο Θεός!». Ή άλλοτε, περιγράφοντας τα μαρτύρια του Αγίου Χαραλάμπους, επαναλάμβανε την προσευχή που τον ενδυνάμωνε: «Με τη δύναμη του Θεού θα προχωρήσω!». Άλλοτε πάλι, αναφερόμενος στην Παναγία, τη μεγάλη του αγάπη, απαντοχή και καταφυγή, επαναλάμβανε τα λόγια του μακαριστού γέροντος Γαβριήλ Διονυσιάτου: «Όπως τα παιδιά πιάνουν τη μάνα τους από το φουστάνι για να μη χαθούν, έτσι κι εσείς να πιάνετε την Παναγία από το φουστάνι της, με την προσευχή, κι εκείνη δεν θα σας αφήσει».

Όταν ενέσκηψε η κρίση που έχει γονατίσει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, διείδε την πραγματική αιτία της: «Νομίζουμε ότι κρίση είναι ότι μας τελείωσαν τα χρήματα. Άλλη είναι όμως η κρίση· είναι ηθική η κρίση, είναι πνευματική»· «Δεν κάναμε το χρέος μας και μας βρήκαν τα χρέη»· «Νομίζετε πως η τρόικα θα μας σώσει; Όσες τρόικες και να έρθουν, εάν εμείς δεν αλλάξουμε, τίποτα δεν πρόκειται να διορθωθεί».

Περνούσε όμως ο καιρός και με λύπη διαπίστωνε ότι «δεν παίρνουμε το μάθημα της κρίσης». Εξηγώντας παραστατικώτερα το τί είναι η κρίση, ανέφερε την επομένη των Χριστουγέννων του 2013: «Σε ποια γλώσσα μίλησε ο Θεός στους Μάγους; Τους μίλησε στη γλώσσα των αστεριών, γιατί μόνον αυτή θα καταλάβαιναν. Μήπως και σήμερα μας μιλά ο Θεός μέσα από τη γλώσσα της κρίσεως γιατί μόνο στερούμενοι τα χρήματα θα καταλαβαίναμε;» Κατακλείοντας δε πολλές φορές τα κηρύγματά του παρότρυνε τους πιστούς: «Σας έδωσα το μαλλί για να πλέξετε το δικό σας ρούχο», θέλοντας έτσι να πει ότι καλό το κήρυγμα, αλλά από μόνο του δεν είναι αρκετό. Για να έχει αξία πρέπει να το επεξεργαστούμε, να το εφαρμόσουμε.

Δεν ξέρω αν κατάφερε ο μακαριστός να πείσει για την πραγματική μορφή και αιτία της κρίσης. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο λόγος του τόνωνε το ηθικό και η παρουσία του ενέπνεε ελπίδα. Αυτό το εννόησα καλύτερα, όταν μου μετέφεραν τα λόγια μιας απλής γυναίκας τον καιρό που εκείνος ασθενούσε και απουσίαζε εκτός Κρήτης: «πού είσαι, βρε δεσπότη μου, να μας πεις έναν λόγο να μας στηρίξεις!»

Σαν άνθρωπος έκανε και λάθη στενοχωρώντας ανθρώπους που ήταν δίπλα του. Και εδώ όμως ακολουθούσε το παράδοξο: εκείνοι όχι μόνο δεν τον μισούσαν, αλλά τον αγαπούσαν περισσότερο απ’ ότι πριν. Είχε όμως και το κουράγιο να ζητά συγγνώμη, όχι μόνο επειδή ήταν δεσπότης και έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα, αλλά γιατί πίστευε υπαρξιακά στην εκ του Τάφου ανατείλασα συγγνώμη και την αξία της ταπείνωσης. Θυμούμαι, χαρακτηριστικά, το εξής γεγονός: Το 2013, είχαν συγκρουστεί κάποιοι άνθρωποι μαζί του. Μου αφηγήθηκε το περιστατικό και έκλεισε ως εξής: «… Και εγώ, παρά το ότι είχα δίκιο, ταπεινώθηκα και ζήτησα συγγνώμη. Αλλά να σου πω κάτι, παιδί μου; Έχασε ποτέ κανείς από την ταπείνωση;»

Όλος ο πνευματικός αγώνας τον οποίο επετέλεσε, έμελλε να αποδείξει τη γνησιότητά του κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Πάντοτε μιλούσε για την υπομονή στις θλίψεις, για την ελπίδα στον Θεό, για την πίστη στην Ανάσταση. Είχε έντονη λειτουργική ζωή και ζώσα πίστη. Κατά την σημερινή ευδαιμονιστική αντίληψη, ένας τέτοιος άνθρωπος «τα έχει καλά με τον Θεό» και όλα του πηγαίνουν δεξιά. Ο Χριστός όμως ποτέ δεν υποσχέθηκε ανέσεις και καλοπέραση, αλλά μαρτύριο και ποτήριον θανάτου, μετά τα οποία όμως έρχεται η Αναψυχή. Έτσι, όταν κάποιες στιγμές δυσκολευόταν λίγο περισσότερο, επαναλάμβανε τα κυριακά λόγια: «τὸ ποτήριον ὁ δέδωκεν μοι ὁ πατὴρ οὐ μὴ πίω αὐτό; (Ιωαν. ιη’, 11) Θα το πιω όλο· και τον τρυγία μαζί».

Είναι πολύ εύκολο να παρηγορούμε τους άλλους όταν εμείς είμαστε υγιείς. Βρίσκουμε όλα τα ωραία λόγια και τις έξυπνες φράσεις για να πούμε. Όταν όμως η συμφορά χτυπήσει τη δική μας πόρτα, τότε όλα τα ωραία και έξυπνα που λέγαμε γίνονται κούφια λόγια που ενοχλούν και πληγώνουν. Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν φοβήθηκε. Για λίγο όμως. Μία εβδομάδα αφότου είχε μεταβεί στην Αθήνα για να ξεκινήσει τη θεραπευτική αγωγή επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά. Καθώς μου μιλούσε δεν πρόσεχα ιδιαίτερα τα λεγόμενα γιατί έψαχνα να βρω «έξυπνες φράσεις», που ανέφερα παραπάνω, για να τον «παρηγορήσω». Χαμένος μέσα στις σκέψεις μου κάποια στιγμή τον ακούω να μου λέει: «Βρε διάκο, να σου πω κάτι; Κάτι ζητάει μέσα από αυτό ο Θεός. Κάτι καλό θα βγάλει ο Θεός μέσα από αυτή την ιστορία». Και νομίζω, έχει αληθινά μεγάλη αξία να προφέρονται αυτά τα λόγια από κάποιον που αντιμετωπίζει άμεσα τον θάνατο, πρόσωπο προς πρόσωπο. Όχι λόγια που απαραίτητα σήμαιναν μόνο την ελπίδα σε ένα θαύμα, αλλά την εμπιστοσύνη στο σχέδιο του Θεού. Και έτσι αντί να τον στηρίζουμε εμείς, μας έδινε τα τελευταία και πιο σπουδαία μαθήματα, τονώνοντας την πίστη μας και αυξάνοντας τον θαυμασμό μας προς το πρόσωπό του.

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι όντως είναι μεγάλο θαύμα να αποκατασταθεί η όραση ενός τυφλού ή να περπατήσει ένας παράλυτος. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα είναι να αλλάξει τη ζωή του κάποιος ο οποίος είναι βυθισμένος στα πάθη του και να στραφεί προς την αρετή και τον Χριστό. Ο μακαριστός Νεκτάριος μπορεί να μην ήταν υπόδουλος στην αμαρτία, αλλά μέσα από αυτή την αρρώστια μπόρεσε να στραφεί 100% προς τον Θεό για να προετοιμαστεί για το οποιοδήποτε μελλοντικό ενδεχόμενο. «Πάντως, όποια πορεία και εάν ακολουθήσει η ασθένειά μου θα είναι για το συμφέρον της ψυχής μου», έγραφε σε ιεράρχη, καρδιακό του φίλο.

Όταν έγινε ευρύτερα γνωστή η ασθένεια του μακαριστού πολλοί προσφέρθηκαν να του συνδράμουν, υλικά, προσωπικά ή ηθικά. Εκείνος όμως είχε διαλέξει να αποτραβηχθεί από το προσκήνιο, επιλέγοντας μόνο τους εγγύτατούς του για να τον συνοδεύσουν στην Αθήνα. Τους τρείς πρώτους μήνες της ασθένειάς του, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των γιατρών, αφοσιώθηκε στη θεραπεία που τον κούραζε υπερβολικά. Ήταν όμως κυρίως ψυχική η κούραση, αφού τα δεδομένα του ανδρός από την μια ημέρα στην άλλη άλλαξαν άρδην. Γνώριζε την πολλή αγάπη και τις αμέτρητες προσευχές των εγγύς και των μακράν, ενημερωνόταν ότι πολλοί ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί του, κυρίως τηλεφωνικά. Όμως εκείνος απέφευγε να επικοινωνεί, όχι όμως από αδιαφορία. Ήταν κυρίως το οδυνηρό ξάφνιασμα που υπέστη ως άνθρωπος και η συγκίνηση που τον διακατείχε. Διατηρούσε αλληλογραφία κυρίως με αρχιερείς, μέρος της οποίας έχει δημοσιευθεί από τους εκάστοτε παραλήπτες, όπου διαφαίνεται ο αγώνας του και η «έμπονη αγάπη του Χριστού»την οποία βίωνε.

Όταν τον Ιούλιο του 2015 επέστρεψε για πρώτη φορά μετά την έναρξη των θεραπειών του, με προτροπή των ιατρών του, έγινε δέκτης της αγάπης του κόσμου, επωνύμων και ανωνύμων που, χωρίς υπερβολή, κατά εκατοντάδες τον επισκέπτονταν στα γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως. Μόνο βλέποντάς τον, παρότι αδύναμο, πίστευα ότι τον κερδίσαμε, ότι θα μας τον χαρίσει ο Θεός αυτή τη φορά. Όμως, «ἄλλαι μέν βουλαί τῶν ἀνθρώπων, ἄλλα δέ Θεός κελεύει». Καμιά φορά, για να μας το φέρει πιο μαλακά, μας έλεγε γελώντας, «Εγώ ζεσταίνω τις μηχανές. Ετοιμάζομαι για πάνω!» Εγώ έκανα πως δεν το άκουγα ή πως δεν καταλάβαινα. Πώς να αποδεχθώ ότι αυτός ο άνθρωπος που πάλευε, που είχε πολλά ακόμα να δώσει ότι θα έφευγε τόσο άωρα;

Όλοι θυμόμαστε, σαν να ’ταν χθες, την συγκλονιστική εκείνη χοροστασία και Λειτουργία του στον Μητροπολιτικό Ναό της Μεγάλης Παναγίας στη Νεάπολη, στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 2015. Φανερά καταβεβλημένος από την ασθένειά του, θέλησε να αφήσει στην άκρη την ιδιότητα του δεσπότη και με τον μοναδικό του τρόπο χαιρέτισε σαν πατέρας τα παιδιά του. Δεν άφηνε να του φιλήσουν τα χέρια, αλλά τα έθετε στο κεφάλι όσων τον πλησίαζαν, σαν να ήθελε να τους μεταδώσει όλες τις ευλογίες που δεν τους είχε δώσει μέχρι τότε.

Δύο μήνες αργότερα έκλεινε τα μάτια του για να μπορέσει «να περάσει από τον βίο στη Ζωή». Τον τελευταίο χρόνο πριν την κοίμησή του, πριν καν εκδηλωθεί η ασθένειά του, σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει (ποιος ξέρει;), μας μιλούσε πολύ συχνά για τον θάνατο. Αντιστάθμιζε όμως το πικρόν του θανάτου με τη συχνή και θριαμβευτική επανάληψη της υμνολογικής φράσης, «θάνατος φροῦδος ὤφθη!» (ψεύτικος αποδείχθηκε ο θάνατος!).

Κάποτε ανέφερε: «Ο Χριστός αναστήθηκε. Έγινε «πρωτότοκος των νεκρών». Μας άνοιξε τον δρόμο προς την αιωνιότητα και έκτοτε ο θάνατος έγινε φυσίζωος ύπνος. Και για να μιλήσουμε με γλώσσα οικεία, καθώς βρισκόμαστε σε μία ωραία εύγονη περιοχή, η γη είναι το φυτώριο για τα λουλούδια της αναστάσεως. Όσοι πιστεύουν στην Ανάσταση δεν ζουν αποκλειστικά για το φυτώριο της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Είναι βέβαιοι ότι κάποια μέρα θα μεταφυτευτούν στον κήπο της αιωνιότητος του ουρανού. Είναι ωραίο και δεν υπάρχει ωραιότερο, να πεθαίνει κανείς με την ελπίδα της αναστάσεως και με το όνομα του Χριστού στα χείλη».

Ευρισκόμενος αυτή την περίοδο στο εξωτερικό για μεταπτυχιακές θεολογικές σπουδές, όπου η πρόνοια και η πατρική αγάπη του Μητροπολίτου μας κ. Γερασίμου με οδήγησε, προσκυνώ μακρόθεν τον τόπο όπου αναπαύεται ο σεπτός προκάτοχός του. Με την ευλογία του μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για γεγονότα και στιγμές των οποίων υπήρξα μάρτυρας. Και αν ο Θεός με αξίωσε να τα ζήσω δεν είναι σημείο της όποιας δικής μου αρετής, αλλά απόδειξη του ελέους Του και της μεγαλύτερης πλέον ευθύνης μου να τα ακολουθώ και να τα μεταδώσω και στους επόμενους.

Σαν αυτές τις ημέρες, πριν δύο χρόνια, κοιμήθηκε ο Επίσκοπος της κατά Πέτραν και ο Άγγελος της κατά Χερρόνησον Εκκλησίας Νεκτάριος. Δεν μπορώ να κάνω μια ολοκληρωμένη αναφορά στο πρόσωπό του λόγω του βραχέως διαστήματος της διακονίας μου κοντά του και των περιορισμών που επιβάλει ένα γραπτό κείμενο. Υπάρχουν μακράν καταλληλότεροι εμού για το έργο αυτό· μίλησαν και θα μιλήσουν ξανά εν καιρώ. Θέλησα μονάχα δύο λόγια να πω για το μέλι που γεύθηκα και να δώσω την ευκαιρία και σε όσους το δοκίμασαν, να τους έρθει αυτή η γνώριμη μυρουδιά του και ίσως και λίγη από τη γλύκα του.