Ἀπὸ τὰ παλιά-παλιὰ τὰ χρόνια ἡ γειτνίασή μας μὲ τοὺς Τουρκαλβανοὺς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἰδιαίτερα φιλική. Αὐτὸς ὁ περίεργος λαὸς πολλὰ κακὰ προξένησε στὸν ἑλληνικὸ λαό. Ποτὲ δὲν φέρθηκε φιλάνθρωπα πρὸς τοὺς Ἕλληνες. Ὅσα καὶ νὰ προσφέρης σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀρβανίτικη φάρα, ἀκόμη καὶ τὰ μάτια σου νὰ δώσης, ὄχι εὐχαριστῶ δὲν θ᾽ ἀκούσης, ἀλλὰ πολλὰ κακὰ θὰ σοῦ ἀνταποδώση. Ἅπλωσαν τὴν τράτα τους σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Καὶ στὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα νησιὰ θὰ συναντήσης αὐτὸν τὸν λαὸ μὲ κατακτητικὲς διαθέσεις. «Ναί, σοῦ λέει, σήμερα εἶναι δικά σου, ἀλλὰ αὔριο θὰ γίνουν δικά μου.» Ἀνέτοιμη ἡ Ἑλλάδα νὰ δέχεται τέτοιες ὀρδὲς στὸν χῶρο της. Αὐτοὶ δὲν ἔρχονται νὰ δουλέψουν, ἔρχονται νὰ κατακτήσουν. Πατᾶνε αὐτὴν τὴν γῆ τῶν πατέρων μας μὲ πολὺ θράσος καὶ ἀναίδεια. Χαμηλὰ τὰ μεροκάματά τους, ἀλλὰ τὰ φρονήματά τους ὑψηλὰ καὶ ἀνθελληνικά.

Ὁ Ἄθωνας εἶναι ἕνα λαμπρὸ ὄρος μέσα στοῦ Αἰγαίου τὰ νερά. Ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ δύο ἄλλα πόδια τῆς Χαλκιδικῆς. Ἔχει φωτεινὸ οὐρανό. Ἔχει ὄμορφους τόπους, καταστόλιστους ἀπὸ τοὺς ἐγκαταβιώσαντες ἁγίους πατέρες. Τὰ τελευταῖα χρόνια ὅμως, μὲ τοὺς κατακτητὲς Ἀλβανούς, καταχνιὰ πλάκωσε τὸ Ὄρος. Βαπτισμένοι καὶ ἀβάπτιστοι, χωρὶς διαπιστευτήρια, κατακλύζουν τὸν ἱερὸ τόπο. Ἐπιχειρήσεις ἀνοίξανε καὶ κουμαντάρουνε οἱ Ἀλβανοὶ στὸν Ἄθωνα.

Ἅγιοι πατέρες, ὅπου Ἀλβανός, ἀκολασία, ἐγκληματικότητα, κλεψιά, ψευτιὰ καὶ ἀτιμία· ἀθεΐα καὶ βλασφημία καὶ ἐκμετάλλευση. Ἡ ραθυμία τῶν μοναχῶν κρατάει στὰ κελλιά τους αὐτοὺς τοὺς ψωριάρηδες Ἀλβανούς, νὰ κάνουν τὶς δουλειές τους, καὶ αὐτοὶ νὰ τραβᾶνε τὸν ναργιλὲ τῆς ἁμαρτίας. Δὲν γίνεται μοναχός, καὶ μάλιστα σὲ νεαρὴ ἡλικία, νὰ μὴ κοπιάζη, νὰ μὴ βρίσκεται ἐκτεθειμένος στὸν παγετὸ τῆς νύχτας καὶ στὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας. Ἡ ζωὴ τῶν Ἀλβανῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι «ἐφρύαξαν ἔθνη καὶ λαοί». Ἡ ζωή τους εἶναι μιὰ ἀπόλυτη ἀσχημία, εἶναι τόση ἡ ἀναισχυντία τους, ποὺ κινδυνεύεις στὶς ὁδοιπορίες αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τόπου. Πρέπει τώρα ποὺ θὰ σαρακοστέψουμε γιὰ τὴν γιορτὴ τῆς Παναγίας, νὰ σαρακοστέψουμε καὶ ἀπὸ ἄλλα πράγματα, καὶ νὰ ἀπομακρύνουμε κάθε βδελυκτὸ Ἀλβανὸ ἀπὸ τοῦ Ὄρους τὰ μπαΐρια καὶ ἀπὸ τὶς κατοικιὲς τῶν μοναχῶν. Νὰ σταματήσουν οἱ εὐκαιρίες καὶ οἱ ἀφορμὲς νὰ διαπομπευώμαστε μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων Ἑλλήνων. Τὰ γνωρίζουν ὅλα οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ δὲν ὁμιλοῦνε, γιατὶ βρίσκουν ἰσχυρότερους τοὺς Ἀλβανοὺς στὸν τόπο αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους. Πρέπει μέχρι τὴν γιορτὴ τῆς Παναγίας νὰ ἀπελαθοῦν ὅλοι, γιὰ νὰ σταματήση ἡ διαπόμπευση καὶ ὁ διασυρμὸς τοῦ Ὄρους. Λεφτὰ νὰ παίρνουν καὶ τὰ κάνουν ὅλα. Λεφτὰ νὰ παίρνουν καὶ μᾶς θάβουν ὅλους. Λεφτὰ νὰ παίρνουν καὶ ἐπαγγέλονται κάθε δουλειὰ καὶ κάθε ἀνοσιουργία καὶ ἀκολασία. Δὲν γράφω φαντασίες. Γράφω αὐτὰ ποὺ ξώφαλτσα ἀκούω ἀπὸ παλιοὺς καὶ νέους Ἕλληνες, ποὺ ἐργάζονται σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο καὶ ἀληθινὰ μερικοὶ πονοῦν κιόλας γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ὄρους. Ἂς γίνουν λιγώτερες δουλειὲς ἢ ἂς μὴ γίνουν καθόλου, ἀρκεῖ νὰ μείνη ὁ τόπος ἅγιος, ἀμίαντος καὶ ὄχι μὲ μολυσμοὺς σαρκὸς καὶ πνεύματος. Τὰ κασιδιαμένα αὐτὰ πρόβατα, ἢ μᾶλλον οἱ κασιδιασμένοι αὐτοὶ λύκοι, πρέπει νὰ ἀπελαθοῦν ἀπὸ τὸν Ἄθωνα.

Πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὸ καράβι τοῦ Ἄθωνα μπάταρε καὶ παίρνει νερὰ ἀπὸ παντοῦ. Μὴν ἐθελοτυφλοῦμε καὶ μὴ χαριζώμαστε, γιατὶ αὐτοὶ σὲ λίγο θὰ μᾶς φουρκίσουν. Οἱ Καρυὲς εἶναι τὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἀντίχριστου αὐτοῦ λαοῦ. Εὐθὺς ὡς πλησιάζης, ὀσφραίνεσαι τὴν δυσοσμία αὐτήν, τοῦ τσιγάρου, τοῦ ποτοῦ, καὶ βλέπεις τὰ ἀχόρταγα μάτια καὶ τὰ ἀκόλαστα, καὶ λὲς ἄθελά σου «Παναγία μου, ποὺ εἶσαι στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς μικρῆς πολίχνης, ἔξελθε ἀπ᾽ τὸ θρονί σου καὶ σύντριψον αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ. Γίνου ἀσπριτζῆς καὶ γαλάτσωσε τὶς μαγαρισμένες γωνιές. Γίνου πολέμαρχος καὶ περιφρούρησε τὸν τόπο σου. Παναγία μου, ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι μόνον γιὰ μοναχοὺς κι ἔχει γίνει τόπος συνάξεως τῶν τεράτων τῆς γῆς. Βλέπεις πρόσωπα λιονταρίσια. Ἀκοῦς βρυχηθμοὺς ἄσχημους καὶ σιγοψιθυρισμοὺς βλασφημιῶν καὶ σφίξιμο δοντιῶν, σὰν νὰ θέλουν ὅλους νὰ μᾶς κατασπαράξουν.»

Πατέρες, ἐγερθῆτε σὲ ἱερὸ πόλεμο, προτοῦ ρημάξη ὁ τόπος μας καὶ ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ ὁ κόσμος μᾶς βροντοφωνήσουν καὶ ἀντιλαλήση σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη: «Δέν ἀξίζει νὰ παραμένετε στὸ Ὄρος τὸ Ἅγιο, τὸ σεβάσμιο, στὴν ἀλάνα τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων. Φορτωθῆτε τὰ κουσούρια σας καὶ ἀπέλθετε ἀπὸ κεῖ ποὺ ἤρθατε». Κάθε μέρα ὁ Ἄθωνας στενάζει καὶ ζητᾶ βοήθεια. Ἐσεῖς, οἱ πατέρες οἱ εὐήκοοι, ποὺ συγκεντρώνεστε στὸ σεπτὸ αὐτὸ κέντρο, δὲν ἀκοῦτε; δὲν βλέπετε; δὲν ὀσφραίνεστε; δὲν γεύεστε τὴν πίκρα τοῦ τόπου αὐτοῦ; Ἐπαναλαμβάνω, ἐξεγέρθητι ὁ πραγματικὸς λαὸς τοῦ Ὄρους.

Ἀναρτήσατε σημαία ἐπανάστασης ἱεροῦ πολέμου καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Σταυροῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων, ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου νὰ φύγη. Ἂς κατέβουν οἱ ποταμοί, μὲ ὅση ὁρμητικότητα, ἐσὺ Παναγία μου, θέλεις νὰ τοὺς δώσης, νὰ καθαρίση ὁ τόπος. Οὔτε πατησιὰ νὰ μὴ μείνη ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνομο λαὸ στὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο. Μὴ ξεχωρίζετε καλοὺς καὶ κακούς, ὅλοι ἀποβράσματα εἶναι, ὅλοι στὸ ἴδιο καζάνι βράζουνε. Χρησιμοποιῆστε κάθε μέσο νὰ φύγουν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο. Καὶ τὴν ζωή μου θυσιάζω, γιὰ νὰ φυλαχθῆ αὐτὸς ὁ τόπος ποὺ μᾶς ἔδωσε ἡ Παναγία. Μὴν ἀναβάλλετε. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι καταστροφή. Μὴ ραθυμῆτε. Γρηγορήσατε καὶ ἀγωνισθῆτε γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἑαυτῶν μας καὶ τοῦ Ὄρους.

Ἐξέγειρον, Παναγία μου, τὴν δυναστεία σου καὶ ἀπέλασε κάθε ἕνα ποὺ μαγαρίζει τὸν τόπο αὐτόν. Κι ἐμένα, ἂν μὲ βρίσκης ἐχθρὸ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τόπου, ἀνευλαβῆ, ἀσεβῆ, μὴ μοῦ φεισθῆς καὶ μὲ ἀφήσης νὰ συνεχίζω τὴν ζωή μου σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο. Βοήθα, Παναγιά μου.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης