ὑπὸ τοῦ ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαθανασίου, ἱεροκήρυκος Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν

«Ξένον τόκον ἰδόντες
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου
τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες»

Αὐτὴ τὴν ὡραιοτάτη παρήχηση ἀκούσαμε πρὸ ὀλίγου ἀπόψε, στὴν Γ’στάση τῶν Χαιρετισμῶν. Πάλιν ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μᾶς βοηθεῖ νὰ ἐννοήσουμε τὰ βαθύτερα νοήματα ποὺ κρύβουν οἱ ὑμνολογικοὶ ὕμνοι πρὸς τὴν Παναγία.

Ξένον τόκον… ξενωθῶμεν.

Τὶ νὰ σημαίνουν αὐτὲς οἱ ἔννοιες;

Ξένος τόκος εἶναι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκριβῶς διότι ἡ Θεοτόκος ἔτεκε ὑπερφυῶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ εἶναι παράδοξος, ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς. Εἶναι Μυστήριον! Ξένος σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό. Καὶ ἐμεῖς εἴδαμε, γνωρίσαμε τὸν ἱστορικὸν Ἰησοῦν, τὸν ἐνανθρωπήσαντα, τὸν φορέσαντα τὴν ἀνθρωπίνη φύση καὶ ὡς λέγει ὁ Ἰ. Δαμασκηνὸς ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Κυρίου «ἐξ ἄκρας ἑνώσεως τῆς καθ’ὑπόστασιν τὴν δόξαν τῆς ἀοράτου θεότητος τελείως πεπλούτηκε». Στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἐδοξάσθη ἡ ὅλη ἀνθρωπίνη φύση. Διὰ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε εἴσοδον στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ μοναδικοῦ θεανδρικοῦ προσώπου τῆς ἱστορίας.

Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μῦθος. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἱστορικὸ πρόσωπο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος Ἄνθρωπος καὶ ἐνηνθρώπησε γιὰ τὴ δική μας λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἐπάνοδό μας στὴν προτέρα πρὸ τῆς πτώσεως καὶ ἐξορίας μας μακαριότητα καὶ δόξα.

«Ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου» εἶναι ἡ προτροπὴ νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Κόσμος, ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀντιθέσεως στὶς θεῖες ἐντολές. Κόσμος σημαίνει παράδοση στὰ πάθη, στὴν ἀνομία. Ὁ «κόσμος» ποὺ πρέπει νὰ ἀρνούμεθα, νὰ τὸν ἀποφεύγουμε εἶναι ἡ ἀμαρτωλότητα. Εἶναι ἡ πεσμένη ἀνθρώπινη φύση. Εἶναι ἡ σαρκικὴ αἰσθησιακή, ἡ κακὴ ζωή. Εἶναι ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται «ὁ αἰώνας ὁ ἀπατεώνας» ὁ αἰώνας τῆς σάρκας, τὸ σαρκικὸ φρόνημα, ἡ ἔχθρα πρὸς τὸ θεῖο θέλημα. Εἶναι ἡ ἀλλοτρίωσις τοῦ ἤθους τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁλοκληρώνεται ὁ στίχος μὲ τὴ συμβουλή: «Τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες». Μετάθεσις τοῦ νοῦ, τοῦ φρονήματός μας στὸν οὐρανό. Δηλαδὴ νὰ πρυτανεύσουν τὰ πνευματικὰ ἔναντι τῶν γηḯνων καὶ φθαρτῶν.

Οἱ θεοφόροι πατέρες γι’αὐτὴ τὴν προοπτικὴ μιλοῦν συχνά. Ἰδιαίτερα στὴν «Κλίμακα» τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναḯτου γίνεται ἀναφορὰ στὸν Γ’ Λόγο μὲ τὸν τίτλο «Περὶ ξενιτείας».

Ξενιτεία εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν εὐσεβῆ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.

Ἡ ξενιτεία εἶναι κρυμμένη σοφία, εἶναι σύνεσις, εἶναι βυθὸς τῆς σιωπῆς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ εἶναι ἀπότομος. Τότε δὲν εἶναι καλή. Ὑπάρχει ἀκόμη ὁ κίνδυνος νὰ γίνει αἰτία κενοδοξίας.

Ξενιτεία εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γιὰ νὰ μείνει ὁ νοῦς ἀχώριστος ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅταν λέγομεν ξενιτεία ἐννοοῦμε ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὰ πάθη, τὶς ἀνομίες, τὶς ἀδικίες, τὶς ἁμαρτίες.

Φεῦγε τὸ κακό. Φεῦγε καὶ σώζου μᾶς προτρέπουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Καὶ βέβαια μπορεῖς νὰ εἶσαι «ξένος» ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ποὺ δὲν εἶναι εὐσεβεῖς καὶ πιστοὶ καὶ σὺ νὰ κρατᾶς τὴν πίστη σου. Δύσκολο ἀλλὰ κατορθωτό.

Ἀσφαλῶς τότε θὰ ξέρεις ὅτι δὲν εἶσαι μόνος σ’αὐτὴ τὴν ξενιτεία. Εἶναι δίπλα σου οἱ Ἄγγελοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι, ἡ Παναγία, ὁ Χριστός!

Τελικὰ ἡ ξενιτεία ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ δρόμο εἶναι ἄλλη πορεία, δρόμος ἐκλεκτός, πορεία ἀνοδικὴ πεπληρωμένη ἀγαλλιάσεως καὶ εὐφροσύνης.

Ἰδοὺ μερικὰ παραδείγματα ξενιτείας:

1. Ὁ Ἀβραάμ. Ἤκουσε τῆς φωνῆς: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου». (Γεν. 12:1)

2. Ὁ Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτωλῆς Αἰγύπτου.

3. Ὁ Νῶε ἐξῆλθε καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν κιβωτὸν τῆς σωτηρίας.

4. Ὁ Λὼτ ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ Σόδομα πλὴν τῆς γυναικός του, ἡ ὁποία ἐστράφη ὀπίσω καὶ ἔγινε στήλη ἅλατος.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἀντίθετα παραδείγματα: Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ποὺ ἐξορίσθησαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

Ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν προδοσία τοῦ Χριστοῦ ἐξῆλθε τοῦ κύκλου τῶν 12 Μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἀπωλέσθη.

Ὁ Δημᾶς, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰώνα, τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, ἐγκατέλειψε τὸν θεῖο Ἀπόστολο.

Εἶναι ἀπόλυτος λοιπὸν ἀνάγκη νὰ κατανοήσουμε τὴν μεγίστη ἀξία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς, μακρὰν τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος θὰ μᾶς πεῖ: «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6:24). Καὶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος (β΄αἰω.) θὰ τονίσει: «Πρέπον ἐστι μὴ μόνον καλεῖσθαι χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ εἶναι». Καὶ ὅπως εἶναι ἀκατόρθωτο νὰ κοιτάζει κάποιος μὲ τὸ ἕνα μάτι τὸν οὐρανὸ καὶ μὲ τὸ ἄλλο τὴ γῆ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι καὶ στὸ Χριστό, στὴν πνευματικὴ ζωή, καὶ στὴν κοσμικὴ τῶν ἁμαρτιῶν.

Ὁ κόσμος πορεύεται σὲ μία θάλασσα ἀσεβείας. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Νομοθετεῖ ἐνάντια στὸ θεῖο θέλημα. Καὶ ὑπερηφανεύεται γι’αὐτό. Θυμίζει τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ κατασκεύαζαν τὸν πύργο τῆς Βαβέλ.

Διαπιστώνουμε μία συστηματικὴ προσπάθεια ἀπορρίψεως κάθε ἔννοιας ἱερότητας, μία τάση μηδενισμοῦ τῆς θεϊκῆς παρουσίας. Ἀκόμα καὶ σπουδαῖες ἔννοιες, ὅπως ἀλληλεγγύη, φιλία, ἐθελοντισμός, εἰρηνικὴ συνύπαρξη, δικαιώματα, ἐλευθερία, ἀγάπη, νοοῦνται δίχα Θεοῦ. Χωρὶς Θεό. Νοοῦνται κοσμικά. Τίποτε τὸ οὐράνιο. Καὶ στὴ συνέχεια μεγάλα θέματα καὶ γεγονότα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀντιμετωπίζονται πολὺ πεζὰ καὶ γήινα. Ὅπως τὰ ἱερότατα θέματα: Γέννηση τοῦ ἀνθρώπου, φύλο, βάπτιση, γάμος, οἰκογένεια, ἀσθένεια, θάνατος. Μιλᾶμε γιὰ μία πλέον κοσμικὴ ἀνθρωπολογία, μακρὰν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ ἄλλως ἀποκαλεῖται ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας.

Ἀλλὰ ἡ κοινωνία χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει ὀμορφιά. Γρήγορα οἱ ψυχικὲς συγκρούσεις καὶ οἱ ἠθικὲς ἀντιφάσεις φέρουν τὰ ποικίλα ἀδιέξοδα. Ἡ ἀστάθεια τῶν ἀνθρωπίνων πραγματιῶν ὁδηγεῖ σὲ τροχιὰ ἀποσύνθεσης καὶ τελικὰ σὲ ἀνυπαρξία ἀληθοῦς νοήματος τῆς ζωῆς.

Ἀλλὰ προφανῶς ἡ ἔννοια τῆς ξενιτείας, ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅτι δὲν περιέχει ἀπαξίωση τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων. Ὡραιότατα ἕνα ἀρχαῖο κείμενο, ἡ πρὸς Διόγνητον ἐπιστολὴ τοῦ β’αἰ. τὸ ἀποδεικνύει. Μᾶς περιγράφει τὸν κοινωνικὸ βίο τῶν χριστιανῶν. Παραθέτουμε ἕνα μικρὸ δεῖγμα ἀπὸ τὸ κείμενο καὶ τὴν νεοελληνική του ἀπόδοση.

«Χριστιανοὶ γὰρ οὔτε γῇ οὔτε φωνῇ, οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν εἰσιν ἀνθρώπων. Οὔτε γὰρ που πόλεις ἰδίας κατοικοῦσιν, οὔτε διαλέκτῳ τινὶ παρηλλαγμένῃ χρῶνται… Κατοικοῦντες δὲ πόλεις Ἑλληνίδας τε καὶ βαρβάρους, ὡς ἕκαστος ἐκληρώθη καὶ τοῖς ἐγχωρίοις ἔθεσιν ἀκολουθοῦντες ἔν τε ἐσθῆτι καὶ διαίτῃ καὶ τῷ λοιπῷ βίῳ, θαυμαστὴν καὶ ὁμολογουμένως παράδοξον ἐνδείκνυνται τὴν κατάστασιν τῆς ἑαυτῶν πολιτείας. Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ὡς πάροικοι. Μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται καὶ πάνθ’ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη. Τεκνογονοῦσιν· ἀλλ’οὐ ρίπτουσι τὰ γεννώμενα. Τράπεζαν κοινὴν παρατίθενται, ἀλλ’οὐ κοινήν. Ἐν σαρκὶ τυγχάνουσιν, ἀλλ’οὐ κατὰ σάρκα ζῶσιν. Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους. Ἀγαπῶσι πάντας καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται. Ἀγνοοῦνται καὶ κατακρίνονται· θανατοῦνται καὶ ζωωποιοῦνται. Πτωχεύουσι καὶ πλουτίζουσι πολλούς. Πάντων ὑστεροῦνται καὶ ἐν πᾶσι περισσεύουσιν. Ἀτιμοῦνται καὶ ἐν ταῖς ἀτιμίαις δοξάζονται· βλασφημοῦνται καὶ δικαιοῦνται. Λοιδοροῦνται καὶ τιμῶσιν. Ἀγαθοποιοῦντες ὡς κακοὶ κολάζονται· κολαζόμενοι χαίρουσιν ὡς ζωοποιούμενοι.»

Καὶ ἡ ἀπόδοση (κατὰ τὸν καθηγητὴ Εὐ. Θεοδώρου):
«Διότι οἱ Χριστιανοὶ δὲν διακρίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε εἰς τὴν ἐπίγειον πατρίδα, οὔτε εἰς τὴν ὁμιλίαν, οὔτε εἰς τὰ ἔθιμα. Διότι οὔτε κάπου κατοικοῦν εἰς ξεχωριστὰς πόλεις, οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποιαν ἀλλοιωμένη γλωσσικὴν διάλεκτον… Κατοικοῦντες δὲ πόλεις ἑλληνικὰς καὶ βαρβάρους, ἐκεῖ ὅπου ἔτυχεν ὁ καθένας, καὶ ἀκολουθοῦντες τὰ ἐγχώρια ἔθιμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν διατροφὴν καὶ τὴν ὑπόλοιπον ζωήν, παρουσιάζουν τὴν κατάστασιν τῆς ζωῆς των θαυμαστὴν καὶ ὁμολογουμένως παράδοξον. Κατοικοῦν ἰδιαιτέρας πατρίδας, ἀλλὰ σὰν περαστικοὶ ταξιδιῶται. Συμμετέχουν εἰς ὅλα ὡς πολῖται, καὶ ὅμως ὑπομένουν τὰ πάντα ὡς ξένοι· κάθε ξένη χώρα εἶναι πατρίδα τους καὶ κάθε πατρίδα θεωρεῖται ὡς ξένη χώρα. Γεννοῦν τέκνα· ἀλλὰ δὲν πετοῦν τὰ παιδιά, ποὺ γεννῶνται. Παραθέτουν συνηθισμένο τραπέζι, ἀλλ’ὄχι κοινὸν (μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἁμαρτίας). Εὑρίσκονται μέσα εἰς ὑλικὴν σάρκα, ἀλλὰ δὲν ζοῦν ζωὴν σαρκικήν. Διαμένουν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἀλλ’ἔχουν τὸ πολίτευμά τους (ζοῦν) εἰς τὸν οὐρανόν. Ὑπακούουν εἰς τοὺς καθωρισμένους νόμους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν των ζωὴν νικοῦν τοὺς νόμους. Ἀγαποῦν ὅλους καὶ ὅμως διώκονται ἀπὸ ὅλους. Ἀγνοοῦνται καὶ καταδικάζονται· θανατώνονται καὶ ὅμως ζωογονοῦνται. Εἶναι πτωχοὶ καὶ ὅμως καθιστοῦν πλουσίους πολλούς. Στεροῦνται ἀπὸ ὅλα καὶ ὅμως ἔχουν ἐπάρκεια εἰς ὅλα. Περιφρονοῦνται καὶ μέσα εἰς τὰς ἀτιμώσεις των δοξάζονται· βλασφημοῦνται, καὶ ὅμως δικαιώνονται. Ὑβρίζονται, καὶ ὅμως αὐτοὶ ἀπονέμουν τιμήν. Ἐνῷ αὐτοὶ πράττουν τὸ ἀγαθόν, τιμωροῦνται ὡς κακοί· καθ’ὅν χρόνον τιμωροῦνται χαίρουν ὡς ζωογονούμενοι.»

Καὶ συνοψίζει ἐπιγραμματικὰ ἡ πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή: «Ἁπλῶς δ’εἰπεῖν, ὅπερ ἐστιν ἑν σώματι ψυχή, τοῦτ’εἰσιν ἐν κόσμῳ χριστιανοί… Ἀθάνατος ἡ ψυχὴ ἐν θνητῷ σκηνώματι κατοικεῖ· καὶ χριστιανοὶ παροικοῦσιν ἐν φθαρτοῖς, τὴν ἐν οὐρανοῖς ἀφθαρσίαν προσδεχόμενοι» (ΒΕΠΕΣ ζ΄, 253-254).

Καὶ ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση. «Διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἁπλᾶ, ὅ,τι εἶναι μέσα εἰς τὸ σῶμα ἡ ψυχή, αὐτὸ εἶναι μέσα εἰς τὸν κόσμον οἱ χριστιανοί… Ἀθάνατος ἡ ψυχὴ κατοικεῖ μέσα εἰς τὴν θνητὴν σκηνήν· καὶ οἱ χριστιανοὶ παρεπιδημοῦν ἀνάμεσα εἰς φθαρτὰ πράγματα, ἀναμένοντες μὲ ὑπομονὴν τὴν ἀφθαρσίαν εἰς τοὺς οὐρανούς». Κατὰ συνέπειαν ὁ πιστὸς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ ζεῖ μέσα στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία καὶ εἶναι «φῶς» ποὺ νὰ φωτίζει νοῦν καὶ νὰ θερμαίνει τὴν καρδίαν χριστιανοπρεπῶς καὶ συνάμα «ἅλας» ποὺ νὰ νοστιμίζει τὴν κοινωνία καὶ νὰ φέρνει τὸ ἄλλο ἦθος, ἐκεῖνο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία τοῦ πιστοῦ νὰ μὴν αἰχμαλωτίζεται στὴ γῆ ἀλλὰ νὰ πραγματώνει αὐτὴ τὴν «μετάθεση» στὸ οὐράνιο πολίτευμα.

Ἔτσι ἔχουμε ἐνώπιόν μας πάντοτε καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ θέση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Ἄλλωστε ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος λίαν εὐκρινῶς τὸ ὑπογράμμισε: «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. 13:14). Μόνιμη πατρίδα καὶ κατοικία μας εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γι’αὐτὸ ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος θὰ μᾶς συμβουλεύσει συνεχῶς μὲ τὴ ρήση του: «τὰ ἄνω ζητεῖτε… τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. 3:1-2).
Δικαίως, λοιπόν, ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος γράφει: «Ξένον τόκον ἰδόντες ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες».

Ὁποία ἱερὰ μετάθεσις καὶ προοπτική! Γι’αὐτὸ ν’ἀγαπήσωμεν τὰ πνευματικά.