Η φοράδα στο αλώνι και η Φατμέ στο Γενί τζαμί, είχαν την τιμητική τους από την Παρασκευή το απόγευμα στα ψιθυριστά και από τη Δευτέρα το πρωί φωναχτά.

Ένας ναύτης καριέρας, υπέβαλε την παραίτησή του από τις θέσεις ευθύνης του στο πλοίο 11, θέλοντας να ξεμπαρκάρει.

Σίγουρα όταν κλεισμένος στην καμπίνα του και ξαπλωμένος στην κουκέτα πληκτρολόγησε, στον τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστή αφής, την παραίτησή του, στο μυαλό του είχε τα λόγια του επικεφαλής του καραβιού που του είπε, δεν είναι η ώρα σου να γίνεις βαρκάρης. Μονολογούσε, «σε μένα το είπε αυτό, που έχω τόσα χαρτιά  και τόσες γνωριμίες. Τι καλύτερο έχει ο γέρος που έκαναν αξιωματικό από εμένα. Χρησιμοποιώ τα καλύτερα για τον εαυτό μου, έφτιαξα και ένα καρνάγιο» Ξέρετε εσείς εκείνο το ξενοδοχείο τάχα για τους συγγενείς που ακόμα ψυχή δεν έχει μπει μέσα.

Διέδιδε λοιπόν πριν την Παρασκευή, ότι είχε δεδομένες τις ψήφους πάνω από 30 αξιωματικών. Πήγε το είπε και στον καπετάνιο. Ο καπετάνιος έμπειρος στις φουρτούνες, του απάντησε, όταν τις πάρεις, θα ανέβω στο κατάστρωμα και θα φωνάξω να με ακούσουν όλοι οι αξιωματικοί, ότι πρέπει να γίνεις ένας από αυτούς.

Την ημέρα των εκλογών ακούστηκε πως δεν πήρε ούτε μία ψήφο. Αλήθεια βέβαια δεν ήταν, γιατί μία ψήφο σίγουρα την είχε. Ήταν αυτή του αξιωματικού με τον οποίο μάθαιναν μαζί κολύμπι, λίγο πιο κάτω από τα παλιά αμπέλια που βγάζαν το καλό κρασί.

Ψάχνοντας μέσα στην κάλπη για την ψήφο και ξέροντας πως δεν τον πάει ο καπετάνιος, αποφάσισε να κάνει πάταγο. Η πρόσληψη του είχε επιβληθεί από αξιωματικούς, οι οποίοι ήδη είχανε πέσει στη δυσμένεια του καπετάνιου.

Έτσι λοιπόν ένας πολλά υποσχόμενος μελλοντικός αξιωματικός τα βρόντηξε και περιμένει την απόφαση για το αν θα πιάσει τόπο η βροντή. Τώρα βέβαια μπορεί να συμβεί και το ποθούμενο να του πουν «Μα είσαι τόσο χρήσιμος. Αναντικατάστατος. Δεν μπορείς να φύγεις και σε παρακαλούμε μείνε. Μην φύγεις δεν θα μπορεί να πλεύσει χωρίς εσένα το πλοίο».

Η ιστορία του προσώπου έχει καταγράψει και όμοια περίπτωση στη ναυαρχίδα του στόλου. Εκεί είχε προσκοληθεί σε έναν δυναμικό αξιωματικό, ο οποίος  βρέθηκε ημιθανής μετά από μία μεγάλη στεναχώρια για τα οικονομικά του καραβιού. Ο ναύαρχος από όσα λέγονται δεν είχε καμία συμπάθεια  προς τον εν λόγω ναύτη. Αποτέλεσμα της κατάστασης, τα μάζεψε και ξεμπάρκαρε. Η σωματική αποδυνάμωση του αξιωματικού προστάτη του και ο χαρακτήρας του, τον έστειλαν από κει που ήρθε.

Και εκεί που ήρθε υπήρχαν φίλοι αξιωματικοί. Πήρε το ναυτικό του φυλλάδιο και μπάρκαρε με την Ψωροκώσταινα, το 11ο καράβι του στόλου.

Με ύφος επιτήδειου αξιωματικού, ενώ ανέβηκε στο μπάρκο σαν ναύτης, αναλαμβάνει δύο πόστα με βαρύγδουπες ταμπέλες. Και τα δύο βρίσκονταν στα αμπάρια, για να μην πούμε στα ύφαλα του πλοίου. Το ένα είναι μόνο όνομα χωρίς αντικείμενο και το άλλο μία παρηκμασμένη υπηρεσία, που έκανε χρυσές δουλειές την εποχή που το καράβι έπιανε Εύξεινο Πόντο.

Οι αξιωματικοί του καραβιού, μόλις διάβασαν την παραίτησή του ναύτη έπεσαν σε βαριά κατάθλιψη. Όχι φυσικά για την απώλεια, αλλά γιατί δεν ήξεραν ούτε την ύπαρξή του, εκεί στ’ σκοτεινά αμπάρια. Μετά άρχισαν να συζητούν για την κατάστασή του, το ήθος και το ύφος του. Γεννημένος καπετάνιος έλεγε ο ένας γελώντας. Μα τούτος δεν έκανε για ναύτης, ήθελε να γίνει και τιμονιέρης μονολογούσε ένας γέροντας, παλιός στο καράβι. Αλμύρα πάνω του δεν έχει στάλα έλεγε ο άλλος και ένας ακόμα συμπλήρωσε, σαν αλιβάνιστος παπάς, πού πας ρε Καραμήτρο;

Συνοπτικός