α)  Κυριακή των Βαΐων σήμερα και οδεύουμε βαθμηδόν  προς τη μεγάλη εορ­τή του Πάσχα. Η Εκκλησία με πολλούς τρόπους μας μυσταγωγεί στο μυστήριο της ορ­­θόδοξης πίστης, εισάγοντάς μας στη Μεγάλη Εβδομάδα. Λόγος βι­­­­βλι­κός και πα­τε­ρικός, εικόνα αναγωγική, ποίηση λυρική, ύμνος κατανυκτικός, μέ­λος ε­ναρ­μό­νιο, χρωματικό και διατονικό, ύφος συσταλτικό και διασταλτικό, συμβο­λι­σμοί και πα­ραβολές για τη βασιλεία του Θεού, την ενεστώσα και την αναμενόμενη, ε­μ­πλου­­­τί­ζουν τη λατρεία μας.

β) Και στο κέντρο της ιερής σύναξης ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ο Σω­τή­ρας Χρι­­­­­­στός, ο ο­ποίος μπορεί να εισέρχεται με επευφημίες σήμερα στα Ιερο­σό­λυμα, αλ­­λά δεν θα αρ­νη­­θεί σε λίγες ημέρες τη χλεύη και θα οδεύσει εκουσίως προς το πάθος. Χρει­­­­­ά­ζεται όμως και η δι­κή μας μικρή συμβολή, ώστε να μην πα­­ρέλ­θει και ο φετινός γιορ­­τασμός σαν ένα καλό έ­θι­μο χωρίς γεύ­ση και εμπειρία πνευ­­ματική. Και εύλογα τί­θε­­ται το ερώτημα: Τι γιορ­τά­ζουμε σήμερα; Διότι  φαι­νο­μενικά έχουμε μια θριαμ­βευ­τι­κή είσοδο στην πόλη των Ιεροσολύμων ενός ε­πι­κεί­με­νου βασιλιά, ο οποίος ποτέ δεν θα ενθρονισθεί. ΄Η μάλλον ο θρόνος που τον πε­ρι­μέ­νει, είναι ο Σταυρός.

γ) Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή (Ιωάν. 12, 1-18) περιγράφεται αφενός η άλειψη  του Κυρίου με ακριβό μύρο από τη Μαρία, αδελφή του Λαζάρου, και η πα­νη­­γυ­ρι­κή εί­σοδός Του στα Ιεροσόλυμα. Πράγματι, μετά την ανάσταση του Λαζάρου ο εν­θου­σιασμός του ισρα­η­λιτικού λαού με­­­­­γάλωνε, ενώ παράλληλα ενισχυόταν ο φθό­νος των θρησκευ­τι­κών αρχόντων κατά του Ιησού. Το ξέσπασμα του λαού κορυ­φώ­νε­ται έξι μέρες πριν από το εβραϊκό Πά­σχα. Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και πολ­­λοί άνθρωποι, όταν κατά­λα­βαν την παρουσία του πήραν κλαδιά φοινικιάς και βγήκαν από την πόλη να τον προϋ­­πα­­ντή­­σουν κραυγάζοντας: «Δόξα στο Θεό! Ευ­λο­γη­μένος αυτός που έρ­χε­ται σταλ­μέ­νος από τον Κύριο! Ευλογημένος ο βασιλιάς του Ισραήλ!»

δ) Το παράδοξο όμως είναι, ότι ο Βασιλέας – Χριστός δεν ιππεύει με­γα­λο­πρε­πές άλογο και δεν ακο­λουθείται από οπλισμένους στρατιώτες. Κάθεται πάνω σε γαϊ­δου­ράκι και συνοδεύεται από μικρά παιδιά, που κι εκείνα φωνάζουν «ωσαννά», σώσε μας. Κι έχουν εμπιστοσύνη τα παιδιά στον Κύριο, διότι ήταν εκείνος που σε άλλη πε­ρί­­πτωση είχε πει ότι: «Εάν δεν αλ­λάξετε κι αν δε γί­νετε σαν τα παιδιά, δε θα μπείτε στη βασιλεία του Θε­ού» (Ματθ. 18, 3).

ε) Οπότε, για ό­σους βλέπουν με διάκριση και σο­φία, κι αυτοί είναι ελάχιστοι, η βασιλεία που ει­σάγει ο Χριστός στον κόσμο δεν εί­ναι βασιλεία εγκόσμια, αλλά ουράνια. Δεν στη­ρίζεται στη δύναμη και το ξίφος, αλλά στην αγάπη και τον Σταυρό. Δεν υπηρετείται και δεν κατοικείται από σκληρο­τρά­χη­λους στρατιώτες και μοχθη­ρούς ανθρώπους, αλλά από παιδιά με καθαρή και άδολη καρ­­διά και όσους μοιάζουν με αυτά. Τις αλήθειες αυτές στην αρχή δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ούτε οι μα­θη­τές Του, όταν όμως ανυψώθηκε στη θεία δόξα, τότε τις θυμήθηκαν.

στ) Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο το φαινόμενο του ευμετάβολου λαού, που ενώ σήμε­ρα ενθου­σιωδώς υποδέχεται τον Χριστό ως Μεσσία, σε λίγες μέρες θα κραυ­γά­ζει: «ά­ρον άρον σταύρωσον αυτόν». Και αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Πρώ­τον ο ισραηλιτικός λαός περίμενε τον Χριστό ως εγκόσμιο βασιλέα, που θα τον α­πάλ­­λασσε από τη δουλεία των ρωμαίων. Όταν όμως άρχισαν να διαψεύδονται οι προ­σ­­­δο­κίες του, τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η απογοήτευση και την απογοή­τευ­ση δι­α­­­δέχθηκε η οργή. Δεύτερον ο λαός είχε επιφανειακή θρησκευτικότητα. ΄Ηταν εγ­κλω­­βισμένος στη τυπική τήρηση του  μωσαϊκού νόμου και δεν μπορούσε να δια­κρί­νει το βάθος του ευαγγελικού μηνύματος. Υπήρξε ουσιαστικά αποίμαντος και πνευ­­­μα­τι­κά α­­παί­δευτος. Υπάρχει όμως κι ένας τρίτος και σημαντικότερος λόγος, που συνέβαλε στην αλλαγή του κλίματος.

ζ) Η απογοήτευση και η εξωτερική θρησκευτικότητα του λαού διευ­κόλυναν τη στοχοθεσία των Γραμματέων και Φαρισαίων. Αυτοί μόλις διαπί­στω­σαν ότι ο κόσμος έτρεξε πίσω από τον Χριστό, έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Δια­βάλλο­ντας το έργο Του και διαστρέφοντας την αλήθεια κατόρθωσαν σε λίγες μό­νο η­μέρες να τον παρασύρουν με το μέρος τους. Γι’ αυτό σε κάθε εποχή χρειάζεται ο λαός να έχει μόρφωση «κατά Θεόν», γυμνασμένες πνευματικές αισθήσεις, καθαρή καρ­διά και φωτισμένο νου. Τότε δεν θα «άγεται και δεν θα φέρεται» από διεφ­θαρ­μέ­νους πολι­τι­κούς ηγέτες και εκκλησιαστικούς ποιμένες με εγκόσμιες βλέψεις. Θα ακο­λου­θεί τον Χρι­στό με κλάδους βαΐων-τις αρετές μέχρι τον Σταυρό και έτσι θα μετέχει και στη χαρά της Ανα­στάσεως. Θα αναγνωρίζει τη δύναμη της αγάπης του Σταυρωμένου Βασιλιά και θα τον μιμείται στη ζωή του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης