«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

«Βρίσκεται πρῶτο στήν σειρά τῶν Εὐαγγελίων γιατί ἑνώνει Παλαιά καί Καινή Διαθήκη»

Τό πρῶτο στήν σειρά τῶν βιβλίων της Καινῆς Διαθήκης εἶναι τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον. Ἕνα Εὐαγγέλιο πού ὑποστηρίχθηκε ὅτι γράφτηκε ἀπό τόν ὁμώνυμο ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί στήν σύγχρονη ἔρευνα ὑπάρχουν ζωηρές ἀμφιβολίες.[1] Ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν συνοπτικῶν εὐαγγελίων μαζί μέ τό κατά Μάρκον καί κατά Λουκᾶν.[2] Ὅπως ὅλα τά Εὐαγγέλια εἶναι κείμενο πού περιγράφει τήν ζωή καί τήν δράση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν δική του ματιά, ἔτσι ὅπως τά εἶδε καί τά ἔζησε ὁ ἴδιος ὁ συντάκτης. Εἶναι τά ἀναφερόμενα στό Ἱερό κείμενο, ὅσα εἶδε καί ἄκουσε, ὅσα οἱ χεῖρες του «ἐψηλάφισαν».[3]

Ὁ Ματθαῖος γράφει τό Εὐαγγέλιό του γιά νά τό ἀπευθύνει κύριως στούς συμπατριώτες του Ἰουδαίους κατά τόν Εὐσέβιο.[4] Ὁ ἴδιος, ἀπό τά λίγα πού γνωρίζουμε γιά τόν βίο του, κήρυξε ἀρχικά στούς Ἰουδαίους τῆς Παλαιστίνης καί στήν συνέχεια πορεύθηκε  γιά νά μεταδώσει τό καλό μήνυμα πιθανόν καί στήν περιοχή τῆς Αἰθιοπίας.[5] Νά σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι οἱ ἱεροί συγγραφεῖς κατέγραψαν τήν διδασκαλία του Χριστοῦ γιά λόγους κατηχητικούς καί ἐξαιτίας τῆς διαστρέβλωσης λόγων καί γεγονότων πού ἐπιχειροῦνταν ἀπό αἱρετικές ὁμάδες.[6]

Πρίν προχωρήσουμε στά σημαντικά χαρακτηριστικά τοῦ Εὐαγγελίου καί τίς θεολογικές του ἰδέες, οἱ ὁποίες ἀναπτύσσονται  σέ αὐτό, νά ποῦμε ὅτι τό ὄνομα Ματθαῖος σημαίνει «δῶρο τοῦ Ἰαβέ», «Θεόδωρος»[7] ἤ «πιστός».[8] Ἡ κλήση του ἔγινε στήν Καπερναούμ (Μτθ. 9, 9-10), ἦταν τελώνης καί ἀπαντᾶ καί μέ τό ὄνομα «Λευΐ». (Μρ. 2,13-14. Λκ. 5, 27-28). «Ἐξ αἰτίας τοῦ Ματθαίου οἱ Φαρισαῖοι ἀπέδωσαν στόν Κύριο τήν ὑβριστική ἐπωνυμία <φίλος τελωνῶν και ἁμαρτωλῶν>» (Μτθ.11,19).[9] Νά συμπληρώσουμε ἀκόμα ὅτι «ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦτο χορτοφάγος (Παιδαγωγός 2,1), ὁ δε Ἡρακλείων (παρά Κλ. Ἀλεξ. Στρωματεῖς 4,9) ὅτι ἀπέθανε φυσικόν θάνατον, ἐνῶ μεταγενέστεραι παραδόσεις κάμνουν λόγον περί θανάτου του διά πυρᾶς ἤ διά ξίφους».[10]

«Πρόβλημα» γιά τούς εἰδικούς ἀποτελεῖ ὁ χρόνος συγγραφῆς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ συγγραφή θεωρήθηκε ὅτι ἔγινε πρίν τήν ἅλωση τῆς Ἰερουσαλήμ τό 70μ.Χ.[11] Αὐτό γιατί ὁ «ὅλος φιλολογικός καί ἱστορικός χαρακτήρ ἐπιτρέπει νά ὑποθέσωμεν ὅτι κατά την ἐποχήν συγγραφῆς τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Ναός τῆς Ἰερουσαλήμ ὑπῆρχεν ἀκόμη καί ὅτι ἡ ἐχθρότης τῶν ἀπιστούντων Ἰουδαίων ἦτο ἀκόμη ἀρκετά ζωηρά. Μετά τήν χρονολογίαν ἐκείνην, ὁπότε γίνεται καί ὁ διασκορπισμός τῶν Ἰουδαίων, δέν ὑπῆρχε λόγος νά γραφῇ διά τούς Ἑβραίους τῆς Παλαιστίνης ἕν Εὐαγγέλιον ὡς τό τοῦ Ματθαίου».[12] Ὠστόσο, οἱ εἰδικοί ὡς προς τόν χρόνο  συγγραφῆς συγκλίνουν περί το ἔτος 80μ.Χ.[13]

Ἕνα ἄλλο θέμα ὡς πρός τό ἔργο τοῦ Ματθαίου εἶναι  ἡ γλῶσσα τῆς πρωτότυπης συγγραφῆς του. Ἦταν στήν ἑλληνική ἤ στήν ἑβραϊκή; Καί στό θέμα αὐτό οἱ γνῶμες διῒστανται.[14]  Αὐτό πού μπορεῖ νά ἐντοπίσει ὁ μελετητής εἶναι πολυάριθμοι σημιτισμοί  «κρυπτόμενοι» στήν ἑλληνική μετάφραση. Ἐπίσης, ὅτι πολλές ἀναφορές στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι «εἰλημμένες ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ο΄.[15] Ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἔχει σίγουρα μακρύ πεδίο  νά καλύψει ἐπί του ζητήματος.[16]

Τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, ὡς πρός τήν δομή του, ἔχει μία ἱστορική κατά βάση ἀναφορά τῶν γεγονότων.[17] Γενικά, θά χωρίζαμε τό περιεχόμενό του σέ τρία μέρη.[18] Στήν  Ἐναθρώπηση τοῦ Χριστοῦ (κεφ.1-2), στήν διδασκαλία Του (κεφ.3-25) στό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του (κεφ.26-28). Ἔτσι, στά 28 κεφάλαια τοῦ βιβλίου ξεδιπλώνεται ἡ ἱστορία ὅλου τοῦ σχεδίου σωτηρίας γιά τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ εἰδικά πρέπει νά σημειωθεῖ ἡ «ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὄντως ὑψηλό «ὄρος» θεολογικῶν νοημάτων.[19] «Ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία (5,1- 7,29) ἐκπροσωπεῖ κατεξοχήν, κατά τον εὐαγγελιστή, τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς διδασκαλίας Του. Ἀρχίζει μέ μιά σειρά ἐννέα μακαρισμῶν, οἱ ὁποῖοι καταλήγουν στίς δύο εἰκόνες περί τοῦ ἄλατος καί τοῦ φωτός. Ἡ ἐπαγγελία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν και ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης καθορίζουν ἐπίσης τήν οὐσία τῆς χριστιανικής ὕπαρξης, πού εἶναι τό φῶς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων» (Μτθ.5,16).[20]

Βασική καί κεντρική ἰδέα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ ἡ θέληση τοῦ Ματθαίου νά ἀποδείξει στούς συμπατριώτες του Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀναμενόμενος μεσσίας (Μτθ.16,16), τοῦ ὁποίου γνώριζαν τήν μελλοντική ὕπαρξη.[21]  Ἐπίσης, ὅτι γνώριζαν τούς προγόνους του καί γι’αὐτό μόνο ἐκεῖνος ἐκ τῶν Εὐαγγελιστῶν κάνει αὐτή τήν τόσο ἐκτενῆ ἀναφορά τῆς γενεαλογίας Του, ἐστιάζοντας στό πρόσωπο τοῦ Δαβίδ.[22] Ἔτσι, ἡ τοποθέτησή του ὡς πρώτου βιβλίου τῆς Καινῆς Διαθήκης ἑνώνει αὐτήν μέ τήν Παλαιά Διαθήκη. Κατά τόν καθηγητή Ἀγουρίδη πρῶτο βιβλίο στόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι καί «διά τόν παιδαγωγικόν αὐτοῦ χαρακτῆρα κατέστη ἀπ’ἀρχῆς τό πλέον προσφιλές καί εὔχρηστον ἐν τῆ ζωῆ τῆς Ἐκκλησίας ἱερόν κείμενον».[23]

Ἄλλη βασική ἰδέα εἶναι ἡ «Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (4,17) μέ τήν ὁποία ἐννοοῦσε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, ἀποφεύγοντας ὅμως τήν ἔκφραση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ».[24] Γιά τήν τελευταία ἔννοια, τήν Ἐκκλησία, κάνει ἐντύπωση ὅτι μόνο ὁ ἴδιος ἐκ τῶν Εὐαγγελιστῶν κάνει χρήση τῆς λέξης.[25]  Ὀνοµάζεται δέ ὁ Χριστός βασιλιάς ἤδη ἀπό τόν ∆αβίδ (Ψαλµ.72) ἀλλά καί τούς  προφῆτες Ἠσαΐα (9,6,7),  Ἰερεµία (23,5), καί  Ζαχαρία (9,9. 14,9).[26]

Ὁ σκοπός συγγραφῆς τοῦ Εὐαγγελίου αὐτοῦ μᾶς προσφέρει καί τίς βασικές θεολογικές ἰδέες τοῦ περιεχομένου του, πού συμπυκνώνεται κατά τόν καθηγητή Ἀγουρίδη «στήν παρουσίαση Ἰησοῦ ὡς τοῦ Μεσσία-Διδασκάλου, τοῦ νέου Ἰσραήλ, τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μία χριστιανική ἀπάντηση στά προβλήματα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τήν παρουσίαση τῆς νέας πίστης, ὡς ἕναν νέον αὐθεντικόν τρόπον ζωῆς, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ὑποκρισίαν τοῦ φαρισαϊσμοῦ καί τήν χαλαρότητα τῶν ἐθνικῶν».[27]

Ἀκόμα, τό κατά Ματθαῖον εἶναι ἕνα κείμενο στό ὁποῖο καταγράφεται ἡ διαδικασία χωρισμοῦ τῆς Συναγωγῆς ἀπό τήν χριστιανική κοινότητα, ἡ ὁποία ὅμως, ἐνῶ περιορίζεται στά «ἀπολωλότα πρόβατα τοῦ Ἰσραήλ» (Μτθ. 10,5-6),  σταδιακά διευρύνεται καί πλεόν θά «χωροῦν» μέσα της ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά ἔθνη (Μτθ. 28,18-20).[28] Αὐτή βέβαια ἡ ἐξέλιξη θά πραγματοποιεῖται σταδιακά μέσα στό χρόνο.

Σημαντική ἐπίσης στό κατά Ματθαῖον εἶναι ἡ ὑπόσχεση τοῦ Ἰησοῦ πού μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ ἀκολούθως: «Ὅποιος τείνει πρός τήν βασιλεία καί τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ θά λάβει ἐπίσης καί τήν ἐκπλήρωση ὅλων τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν του ἀπό τόν Θεό».[29]

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἐπίσης ἡ χρήση παραβολῶν ἀπό τόν Ἰησοῦ. Παραβολές πρός τόν λαό, ὅπως «τοῦ Σπορέως», «τῶν ζιζανίων», «τοῦ σπόρου σινάπεως» καί «τῆς ζύμης», καθώς καί παραβολές πρός τούς μαθητές, ὅπως «τοῦ θησαυροῦ» καί «τοῦ ψαρέματος». Μέ τήν χρήση τῶν παραβολῶν τονίζεται ἡ ἐκ μέρους τῶν μαθητῶν κατανόηση τῶν βαθυτέρων ἐννοιῶν καθῶς καί ἡ ἔλλειψη κατανόησης ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἀκροατῶν Του.[30]

Τέλος, δύο ἀκόμα  σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελοῦν α) τά τῆς ἐντολῆς περί ἀποστολῆς τῶν μαθητῶν νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο μέ τήν προτροπή «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη…» καί β) ἡ ἔκφραση «τό αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ἡμᾶς καί ἐπί τά τέκνα ἡμῶν» ( Μτθ.27,25), ἡ ὁποία ἀφορᾶ στήν διήγηση τῆς δίκης τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καί τῆς μελλοντικῆς πορείας τῶν Ἰσραλιτῶν μέσα στήν ἱστορία.[31] Ὁ Χριστός φαίνεται νά ἐξουσιοδοτεῖ τούς μαθητές Του νά καταστήσουν μαθητές ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀπό ὅλα τά ἔθνη, βαπτίζοντάς τους καί καθοδηγώντας τους στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν.[32]

[1] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.28.

[2] Φίλη Λ., Παράλληλοι περικοπαί τῶν συνοπτικῶν Εὐαγγελίων, Τόμος Α΄,  Ἀθήνα 1994, σσ. 72-78.

[3] Ἀγουρίδου Σάββα, Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σσ.79-87

[4] Ἐκκλ. Ἱστ. Γ΄24,60

[5] Γίνεται λόγος καί γιά ἄλλες περιοχές, ὅπως ὁ Πόντος, ἡ Περσία, ἡ Συρία, ἡ Μακεδονία καί ἡ Ἰρλανδία.

[6] Ἀγουρίδου Σάββα, Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σσ.79-87

[7] Ἀγουρίδου Σάββα, Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.132

[8] Τζιράκη Ν., «Ματθαῖος», ΘΗΕ, Ἀθήνα 1966, 8, σ.820

[9] Φούντα  Ἰερ. (μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως), «Τό Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον», Μεγαλόπολη 2008, σ.9.

[10] Ἀγουρίδου Σάββα, Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.132

[11] Ἀντίθετη θέση ἀναφέρεται στό  Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.31.

[12] Τζιράκη Ν., «Ματθαῖος»,  ΘΗΕ, Ἀθήνα 1966, 8, σ.826

[13] Βλ. Δεσπότη Σ., Ὁ κώδικας τῶν Εὐαγγελίων, Ἀθήνα 2007, σ.31 καί www.ntgateway.com htpp://www.torreys.org/bible καί Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.31. Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.133

[14] Βλ. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1996, σσ.72-74.

[15] Τζιράκη Ν., «Ματθαῖος», ΘΗΕ, Ἀθήνα 1966, 8, σ.825

[16] Βλ. www.ntgateway.com htpp://www.torreys.org/bible

[17] Βλ. Δεσπότη Σ., Ὁ κώδικας τῶν Εὐαγγελίων, Ἀθήνα 2007 καί Σιώτου Μάρ., Ὁ Μνήστωρ   Ἰωσήφ, ὁ κατά Νόμον Πατήρ τοῦ Ἰησοῦ,  Ἀθήνα 1987

[18] Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1996, σ.67.

[19] Βλ. Ἀγουρίδου Σ., Ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ, Ἀθήνα 1984.

[20] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.33.

[21] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μτφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.29.

[22] Φίλη Λ., Παράλληλοι περικοπαί τῶν συνοπτικῶν Εὐαγγελίων, Τόμος Α΄,  Ἀθήνα 1994, σσ. 72-78. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1996, σ.64.

[23] Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.126 « Χαρακτηρίζεται καί ὡς «εὔχρηστον» διότι ὁ Νόμος και ἡ χριστιανική ἐλευθερία βαδίζουν χέρι-χέρι, προσφέροντας εὐρυτέρα θεώρηση τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς καί τῆς Ἐκκλησίας». Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1996, σ.74.

[24] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.29.

[25] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.29. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1996, σ.75.

[26] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.32.

[27] Ἀγουρίδου Σάββα, Εἰσαγωγήν εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σσ.130-131

[28] Βλ. Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.29.

[29] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.34.

[30] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.37.

[31] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σ.42.

[32] Bull Klaus-Michael,  Βιβλιογνωσία τῆς Καινής Διαθήκης, μεταφρ. Καρακόλης Χρήστος, Ἀθήνα 2015,σσ.42-43.