«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Τό «πνευματικό» Εὐαγγέλιο

Ὁ Χριστός στήν ἐπίγεια ζωή του δημιούργησε κύκλους μαθητῶν. Εἶναι ὁ κύκλος τῶν ἐβδομήκοντα ἀποστόλων, τῶν δώδεκα, τῶν τριῶν καί τοῦ ἑνός καί αὐτός, ὁ ἕνας, εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.[1] Διαβάζουμε ὡς πρός τήν βιογραφία του: «…Ἔστι δέ πατρίδος μέν ἤτοι κώμης εὐτελοῦς∙ ἀπό Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας∙πατρός δέ ἀλιέως καί πένητος∙» (Ἰ.Χρυσοστόμου). Ὁ Χριστός τόν κάλεσε ὡς μαθητή Του μαζί μέ τόν ἀδελφό του τόν Ἰάκωβο, «τούς υἱούς Ζεβεδαίου»,[2] τούς ὁποίους ὀνόμασε «υἱούς βροντῆς» (Μκ.3,17).[3] Μπορεῖ δέ, νά ἦταν πρίν τόν καλέσει ὁ Χριστός, μαθητής τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστή. Ὡς πιστός μαθητής Του, ἔλαβε μέρος σέ ὅλα τά μεγάλα γεγονότα τῆς δράσης καί τῶν Παθῶν τοῦ Ἰησοῦ.[4] Συμμετέχει στόν Μυστικό Δεῖπνο,[5] βρίσκεται κάτω ἀπό τόν Σταυρό, ὅπου ὁ Χριστός τοῦ ἐμπιστεύθηκε τήν μητέρα Του (19,26-27), τρέχει στόν κενό τάφο καί μετά τήν Πεντηκοστή κατέχει ἡγετική θέση στά Ἰεροσόλυμα (Πραξ.3,1). Ἡ ἁγία ζωή του ὁλοκληρώνεται σέ βαθύτατο γῆρας στήν Ἔφεσο ἐπί Τραϊανοῦ «ὅπου καί σήμερα δεικνύεται ὁ τάφος του».[6] Ὅμως ὁ Ἰωάννης, «ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» (21,7), δέν εἶναι ἁπλά ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνήκει στήν εἰδική κατηγορία τῶν Εὐαγγελιστῶν. Γιά τό συγγραφικό του ἔργο θά ἀναφερθοῦμε στήν συνέχεια, τόσο ὡς «αὐτόνομο» κείμενο[7] ὅσο καί σέ σχέση μέ τά ὑπόλοιπα Εὐαγγέλια.[8]

Τά τρία πρῶτα (συνοπτικά), «καί σωματικά» κατά τόν Κλήμη τόν Ἀλεξανδρέα, Εὐαγγέλια γράφτηκαν γιά τήν ἀνάγκη κατηχήσεως τῶν πιστῶν, γι’ αὐτό καί ὀνομάζονται «κατηχητικά». «Αὐτός πού θά ἐνδιαφέρεται νά γίνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δέν θά διαβάσει, δέν θά σπουδάσει, δέν θά μελετήσει μαζί μέ τούς κατηχητές του ἤ μέ τίς ὁδηγίες καί τήν καθοδήγηση τῶν κατηχητῶν, καί τά τρία Εὐαγγέλια, ἀλλά ἕνα ἀπό τά τρία, ἀνάλογα τήν παράδοση ἀπό τήν ὁποία προέρχεται. Π.χ. ἕνας Ἰουδαῖος πού πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, θά διαβάσει τό Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο… Ἐάν ὅμως ὁ κατηχούμενος προέρχεται ἀπό μιά παιδεία πού τήν ὀνομάζουμε «ρωμαϊκή», τό κατάλληλο κατηχητικό ἐγχειρίδιο γι’ αὐτόν εἶναι τό Κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο. Σύντομο, καθαρό, ἕνα καί ἕνα κάνουν δύο… εἶναι ἡ ρωμαϊκή νοοτροπία ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ ἤδη ἀπό τόν 1ο αἰώνα. Στό Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο πού προορίζεται ὡς ἐγχειρίδιο κατηχήσεως γιά ἀνθρώπους (μέ ἑλληνική παιδεία) προβάλλεται ἡ ἀνάγκη γιά τήν σοφία…τήν ἀλήθεια…(εἶναι) τό Εὐαγγέλιο μέ τόν πιό στρωτό ἑλληνικό λόγο».[9]

Αὐτά τά τρία Εὐαγγέλια διέρχεται μελετώντας κάποιος γιά νά φθάσει στό βάπτισμα.[10] Μετά ὅμως τό βάπτισμα συνεχίζεται ἡ κατήχηση τῶν πιστῶν, ἀλλά μέ νέα βάση καί αὐτή εἶναι τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο εἰσάγει πλέον στόν «μυσταγωγικό χαρακτῆρα» τῆς Πίστης.[11]

Εἶναι γεγονός ὅτι ὑπάρχουν σαφεῖς διαφορές τοῦ κατά Ἰωάννην μέ τά συνοπτικά Εὐαγγέλια, καταρχάς ὡς πρός τήν δομή του.[12] Γιά παράδειγμα, στήν θεραπεία τοῦ τυφλοῦ γίνεται διαφορετική περιγραφή, ἀφοῦ μόλις τελειώνει ἡ θεραπεία ξεκινάει μία διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στόν λαό περί φωτός. Τυφλότητα καί θεραπεία εἶναι τά θέματα μέ κατάληξη τήν ἰδέα: Εἶμαι τυφλός ἀλλά βλέπω γιατί τό φῶς μου εἶναι ὁ Χριστός.[13] Σημαντική διαφορά ἐπίσης, εἶναι ἡ ἐλάχιστη ἀναφορά θαυμάτων ἀπό τόν Ἰωάννη. Δέν «ἐπιμένει» στήν παράθεσή τους ὁ Εὐαγγελιστής. Σημαντική εἶναι ἀκόμα ἡ παρατήρηση ὅτι τά θαύματα πού τελεῖ ὁ Ἰησοῦς δέν γίνονται ἀπό συμπάθεια καί λύπη, ἀλλά γιά νά φανερώσει ὁ Κύριος τήν δόξα του.[14] Παρατηροῦμε ὅτι τό τέταρτο Εὐαγγέλιο φαίνεται νά ἔχει περισσότερο δογματικό χαρακτῆρα καί στρέφεται πιό πολύ «περί τήν προΰπαρξιν τοῦ Κυρίου καί περί τάς ἀξιώσεις αὐτοῦ ὡς μόνου εἰδότος τόν Πατέρα καί ἀποκαλύπτοντος Αὐτόν καί παρέχοντος ζωήν αἰώνιον».[15]  Ἄλλη διαφορά μέ τούς συνοπτικούς εἶναι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀναφέρει πέντε ἀνόδους τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τρεῖς ἀναφέρουν μόνο τήν τελευταία ἄνοδο.[16] Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ξεδιπλώνει τρία χρόνια δημόσιας δράσης, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τά γεγονότα ἑνός μόνο ἔτους.[17]

Πρόβλημα ἀποτελεῖ καί τό ζήτημα τῶν διαφορῶν στό ὕφος τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου καί τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου. Παρατηροῦμε ὅτι ἡ γραμματική τῆς Ἀποκαλύψεως παρουσιάζεται «ἰσχυρῶς ἑβραϊζουσα».  Παράλληλα καί λέξεις ὅπως οἱ: «εἰκών, μυστήριον, νοῦς, σιγή, σοφία», πού ἀπαντοῦν στήν Ἀποκάλυψη, ἀποφεύγονται ἐπιμελῶς στό Εὐαγγέλιο, πιθανῶς λόγῳ τῆς θέσεως αὐτῶν στήν διδασκαλία τοῦ Γνωστικισμοῦ.  Αὐτό καί ἄλλα, ὥθησαν τούς ἐρευνητές στήν ὑπόθεση ὅτι εἶναι διαφορετικός ὁ συγγραφέας τῶν δύο αὐτῶν κειμένων. Ὡστόσο πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι  καί ἀρκετές ὁμοιότητες ὑπάρχουν μεταξύ τῶν ἱερῶν αὐτῶν βιβλίων.

Συγκεφαλαιώνοντας, βλέπουμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής διαφέρει ἀπό τούς συνοπτικούς, στό ὅτι ἐμφανίζει στό περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου διαφορετική μέθοδο καί μορφή καθῶς καί ξεχωριστή θεματολογία.[18] Κατά τόν καθηγήτη Σ. Ἀγουρίδη «τό Δ΄ Εὐαγγέλιο διαφέρει ἀπό τά συνοπτικά Εὐαγγέλια ὡς πρός τό ὑλικό στίς περικοπές περί τῆς ζωῆς καί τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ, ὡς πρός τήν μορφή τοῦ περιεχομένου, ὡς πρός τό διάγραμμα τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ καί ὡς πρός τό πνευματικό ὑπόβαθρο τῶν θεολογικῶν ἐννοιῶν καί εἰκόνων ἀπό τίς ὁποῖες ἀντλεῖ ὁ Εὐαγγελιστής».[19]

Σκοπός τῆς συγγραφῆς εἶναι ἡ συμπλήρωση τῆς ἀφηγήσεως τῶν συνοπτικῶν, τίς ὁποῖες φαίνεται ὅτι γνώριζε καί «ἐπιδοκίμαζε» ὁ Ἰωάννης.  Θέλει στό Εὐαγγέλιό του νά καταγράψει τό τμῆμα τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Κυρίου, «τό προηγηθέν τῆς φυλακίσεως τοῦ Βαπτιστοῦ,  ὅπερ ἀπεσιώπησαν οἱ συνοπτικοί».  Ὁ σκοπός ὅμως τοῦ Εὐαγγελίου περιγράφεται σαφῶς μέσα στό ἱερό κείμενο: «Ταῦτα δέ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἵνα πιστεύσοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω.20,31).  Συνοπτικά, ὁ σκοπός τοῦ Ἰωάννη εἶναι πρακτικός, διδακτικός, ἱστορικός,  δογματικός, καί κατά τήν γνώμη κάποιων, πολεμικός, ὡς μιά ἀπάντηση στήν αἵρεση τῶν Νικολαϊτῶν.  Κατά τήν Ἐκκλησιαστική Παράδοση, ἔχει ἐνδιαφέρον  ἡ ἀφορμή τῆς συγγραφῆς τοῦ Εὐαγγελίου, πού συνίσταται στήν προτροπή «ὑπό τῶν γνωρίμων του» γιά τήν συγγραφή.

Ἄλλα θέματα περί τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελοῦν ὁ χρόνος καί ὁ τόπος συγγραφῆς του. Ἔτσι, ἡ  συγγραφή αὐτή τοποθετεῖται στό 105 μ.Χ. περίπου καί μάλιστα συντάχθηκε μετά τήν Ἀποκάλυψη.[20] Στήν δεκαετία τοῦ 90΄ ὑποστηρίζει ὁ Ἰ. Παναγόπουλος,[21] ἐνῶ οἱ περισσότεροι τό τοποθετοῦν χρονικά μεταξύ τῶν ἐτῶν 80-100.[22] Ὁ τόπος συγγραφῆς φαίνεται νά εἶναι ἡ Ἔφεσος ἤ ἡ Πάτμος.[23] Ἀναφέρει ὁ Εὐσέβιος: «Ἔπειτα Ἰωάννης ὁ μαθητής τοῦ Κυρίου, ὁ καί ἐπί τό στῆθος αὐτοῦ ἀναπεσών, καί αὐτός ἐξέδωκε τό εὐαγγέλιον, ἐν Ἐφέσω τῆς Ἀσίας διατρίβων» (Εὐσεβίου, Ἐκκλ. Ἱστ. V 8, 4).[24] Ἐπιπροσθέτως,  ὁ Παπίας Ἱεραπόλεως ἀναφέρεται ἐμμέσως στό θέμα καί λέει ὅτι στήν Ἔφεσο ἔζησαν καί ἔδρασαν δύο πρόσωπα μέ τό ὄνομα Ἰωάννης, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης καί ὁ «πρεσβύτερος» Ἰωάννης. Ὁ τελευταῖος ἦταν καί αὐτός μαθητής τοῦ Κυρίου (Ἐκκλ. Ἱστ. ΙΙΙ 39, 2-6).[25]

Ἡ ταυτότητα τοῦ συγγραφέα τοῦ Δ΄ Εὐαγγελίου, τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου καί τριῶν Ἐπιστολῶν του ἔχει ἀπασχολήσει τούς ἐρευνητές.  Ἐκ τοῦ περιεχομένου τους, ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής δέν εἶναι Ἕλληνας, ἀλλά προέρχεται ἀπό τήν ἰουδαϊκή παράδοση, γι’αὐτό καί χρησιμοποιεῖ τήν ἑλληνική γλῶσσα ἑνός Ἰουδαίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέ πολλούς ἑβραϊσμούς.[26] Ἡ γλῶσσα του δέν εἶναι ἄριστη, οὔτε ὅμως καί κακότεχνη. Ἡ ἑλληνική δέν φαίνεται νά εἶναι ἡ μητρική του γλῶσσα. Ἐπίσης, τό λεξιλόγιό του δέν εἶναι πλούσιο καί οἱ λέξεις ἐπαναλαμβάνονται συχνά. Τό ὕφος του ἔχει ρυθμό, περιέχει ποιητικά σχήματα καί ἐμφανίζει προοδευτική ἔνταση στήν ἀνάπτυξη τῶν θεμάτων του.[27] Σχετικά μέ τόν συγγραφέα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό παλαιά ἡ ἔρευνα ἔχει ὑποστηρίξει ὡς πιθανό συντάκτη, ἕναν ἄλλον, διαφορετικό συγγραφέα καί ὄχι τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, τόν ὁποῖον, ὅπως προαναφέραμε, ὀνόμασαν «πρεσβύτερο Ἰωάννη».   Ἡ ταυτότητα τοῦ Ἰωάννου αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἕνα ζητούμενο γιά τούς εἰδικούς, κάποιοι ἐκ τῶν ὁποίων ὑποστήριξαν ὅτι πρόκειται γιά πιθανό μαθητή τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.  Ὅποιος ὅμως καί νά εἶναι ὁ συγγραφέας, γνωρίζουμε ὅτι  ἡ Ἐκκλησία ἔχει υἱοθετήσει το ἱερό κείμενό του στόν κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἔτσι τό πιστεύουμε ὡς θεόπνευστο.

Τά θέματα τοῦ Εὐαγγελίου:

Ὁ Ἰωάννης ἐπικεντρώνει τό ἐνδιαφέρον του στήν α) Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τίς συνέπειές της γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, β) στήν ὑπόδειξη καί ἀνάπτυξη τῆς ὁδοῦ πού ἐπιτρέπει τήν οἰκείωση αὐτῆς τῆς σωτηρίας ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, γ) στήν διαμόρφωση τῶν σχέσεων (ἐντός τῆς Ἐκκλησίας), ποιμένων καί ποιμενομένων μέσῳ μιᾶς ἱεραρχίας πού ὡς πρότυπο ἔχει τήν ἑνότητα ἐντός τῆς θεότητας (τῆς Ἁγίας Τριάδος), δ) στήν ἐπισήμανση ὅτι μόνη δυνατότητα θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι ἡ σχέση της μέ τήν θεότητα σέ ὑπαρξιακό ἐπίπεδο, δηλαδή ἡ σχέση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ὡς θεία υἱοθεσία, καί ε) στό ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος, ὁ πραγματικός ἄνθρωπος (νέος Ἀδάμ), πού θεμελίωσε μέ τό σωτηριῶδες ἔργο του μιά νέα πατριά.[28]

Ἕναν ἄλλον διαχωρισμό τῶν θεμάτων κάνει ὁ Ἰ.Παναγόπουλος: Ἡ Χριστολογία εἶναι τό πρῶτο θέμα πού ἀναφέρει καί εἰδικά ἡ ἀναφορά τῆς ὑϊκῆς σχέσης Πατρός καί Υἱοῦ. Προτιμᾶ γι’αὐτόν τόν τονισμό τήν ἔκφραση  «υἱός Θεοῦ». Ἡ μοναδική αὐτή σχέση ἐπαναλαμβάνεται μέ διαφόρους τρόπους, πού δηλώνεται ἡ τέλεια ἑνότητα μεταξύ τους.[29] Συνοπτικά, ὁ Χριστός εἶναι ὁ τέλειος Θεός καί ὁ τέλειος ἄνθρωπος, σέ τέλεια ἑνότητα μέ τόν Πατέρα κατά τήν φύση καί τό ἔργο του.[30] Εἶναι ὁ «Λόγος» πού θα χαρακτηρίζει τό θεανθρώπινο προσώπου Του.[31]

Ἅλλο θέμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ἅγιο Πνεῦμα συνδέεται ὀργανικά μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀφορᾶ στήν ἀποκάλυψη τοῦ θείου προσώπου Του. Τό ἅγιο Πνεῦμα θά κατέλθει κατά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καί θά μείνει ἐπάνω Του, θά ὀνομαστεῖ «Παράκλητος» καί  θά διδάξει τούς μαθητές τήν ἀλήθεια. Ἐπίσης, ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα, τόν ἀποστέλλει ὅμως στόν κόσμο ὁ Ἰησοῦς (15,26).[32] Ὅπως, ὁ Ἰησοῦς δοξάζει τόν Πατέρα, τό ἴδιο καί τό Πνεῦμα, θά δοξάσει τόν Υἱό καί θά λάβει ἀπό αὐτόν τά πάντα (16,14).[33]

Ὁ Ἰωάννης ἐκτός τῶν προηγουμένων θεμάτων ἀναπτύσσει καί Τριαδολογική θεολογία.[34] Στό κεφ. 14 ἀναγνωρίζεται ἡ «οἰκονομία» τῶν τριαδικῶν προσώπων. Ἔτσι, στό κεφ. 16 ἡ κίνηση ἀρχίζει μέ τόν Παράκλητο, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τόν Ἰησοῦ καί αὐτό ὁδηγεῖ πρός τόν Πατέρα.

Σημαντικό ἀκόμα θέμα ἀποτελεῖ ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτῆρας τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς πυρήνα της τόν κύκλο τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄρρηκτα ἑνωμένοι μαζί Του καί μεταξύ τους. Σαφῶς ἔχει οἰκουμενική προοπτική, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς φαίνεται ὅτι μεριμνᾶ γιά τούς ἔξω ἀπό τήν ποίμνη.[35] Ἀναφέρεται, ὅτι ἡ μοναδική προϋπόθεση γιά τήν ἀνάσταση καί τήν εἴσοδο στήν αἰώνια ζωή εἶναι ἡ βρώση τοῦ Σώματος καί ἡ πόση τοῦ Αἵματός Του (6,53-57).[36]

Ἄλλο θέμα πού ἀναπτύσσεται εἶναι ἡ «αἰώνιος ζωή». Ἡ ἔκφραση αὐτή δηλώνει πίστη στόν Ἰ.Χριστό, ἡ ὁποία ἐκπληρώνεται ὡς γνώση τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου καί τοῦ Πατρός (17,3). Ἡ πίστη στόν Χριστό συνεπάγεται τήν σωτηρία, τήν ζωή, ἐνῶ ἡ ἀπιστία τήν κρίση καί τήν καταστροφή. Τήν σωτηρία ἤ τήν κρίση τους προκαλοῦν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, ἀνάλογα μέ τήν στάση τους πρός τόν Ἰ. Χριστό. Καί οἱ δύο καταστάσεις ἐπισυμβαίνουν πραγματικά στήν παροῦσα ζωή καί θά ὁλοκληρωθοῦν στό μέλλον.[37]

Τελευταῖο θέμα πού θά ἀναφέρουμε εἶναι περί τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ Εὐαγγελίου, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κοινή ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές καί τούς πιστούς. Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἕνα ἁπλό συναίσθημα, ἀλλά ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ (15,12), δηλαδή πρόκειται γιά γεγονός θεοφάνειας. « Ἡ θεία ἀγάπη ἀποτελεῖ τήν ὑπόσταση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καθόσον φανερώνει τήν σχέση τοῦ Πατρός πρός τόν Υἱό καί αὐτοῦ πρός τόν κόσμο».[38] 

[1] Βλ. Bull Klaus-Michael, «Βιβλογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης», Μτφρ. Καρακόλης Χρῆστος, Ἀθήνα 2015, σ.77.

[2] Ἀγουρίδου Σ., Ἑρμηνεία Καινῆς Διαθήκης, Τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο Α΄κεφ.1-12, Θεσσαλονίκη 2005, σ.22.

[3] Βλ. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.123.

[4] Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.124.

[5] Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.166

[6] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σσ.133-134

[7] Keener C., The Gospel of John, A Commentary, U.S.A. 2003, p.42.

[8] Bull Klaus-Michael, «Βιβλογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης», Μτφρ. Καρακόλης Χρῆστος, Ἀθήνα 2015, σ.72.  Keener C., The Gospel of John, A Commentary, U.S.A. 2003, p.40.

[9] Ἀγουρίδου Σ., Ἑρμηνεία Καινῆς Διαθήκης, Τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο Α΄κεφ.1-12, Θεσσαλονίκη 2005, σ.22. Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σσ. 17-18

[10] Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.186

[11] Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σ.19

[12] Βλ. Bull Klaus-Michael, «Βιβλογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης», Μτφρ. Καρακόλης Χρῆστος, Ἀθήνα 2015, σσ. 82-84

[13] Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σ.24.

[14] Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.144.

[15] Τρεμπέλα Π., Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Ἀθήνα 1990, σσ.25-26.

[16] Τρεμπέλα Π., Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Ἀθήνα 1990, σ.29.

[17] Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σ.24

[18] Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.150.

[19] Ἀγουρίδου Σ., Ἑρμηνεία Καινῆς Διαθήκης, Τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο Α΄κεφ.1-12, Θεσσαλονίκη 2005, σ.24.

[20] Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σ.17

[21] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.146.

[22] Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418.  Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγή εἰς την Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.187.  Τρεμπέλα Π., Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Ἀθήνα 1990, σ.36. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.160.

[23] Τρεμπέλα Π., Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Ἀθήνα 1990, σ.36. Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σσ. 145-146. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.160. Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418.

[24] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.130

[25] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.130

[26] Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σ.20

[27] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.136.

[28] Βλ. Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418. Μαυροπούλου Δ., Σχόλια στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Ἀθήνα 2017, σσ.483-484.

[29] Βλ. Keener C., The Gospel of John, A Commentary, U.S.A. 2003. Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σς.146-147.

[30] Βλ. Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.159. Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.148.

[31] Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418.   Ἰωαννίδου Β., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα, 1996, σ.155.

[32] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.149.

[33] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.149.

[34] Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418.

[35]Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.150. Laurence E. Porter, New International Bible commentary, United States of America, 1986, p.1418.

[36] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.151.

[37] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.152.

[38] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.152.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.