Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Η Εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου 1940, που σήμερα εορτάζουμε, μας καλεί να δούμε πρόσωπα και γεγονότα της εποχής εκείνης, προκειμένου να ξαναθυμηθούν οι παλαιοί και να μάθουν οι νεώτεροι. Καλούμαστε και φέτος, να εμπνευστούμε από το ηρωικό και αγωνιστικό φρόνημα των ηρώων και αγωνιστών του έπους του 40, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες προκλήσεις και προσκλήσεις, που μας απευθύνονται και οι οποίες έρχονται να σταθούν απέναντι της ιστορίας, της παράδοσης και της πίστης μας, προκαλώντας σύγχυση και προβληματισμό, σε μια εποχή που χρειαζόμαστε καθαρή σκέψη και σωστές αποφάσεις, μέσα στο πνεύμα της ενότητας που πρέπει να μας χαρακτηρίζει.

Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, αυτές οι εορτές ξεθωριάζουν. Αρχίζουν και χάνουν την λάμψη που είχαν παλαιότερα και δεν ακούγονται πλέον τα ζωντανά μηνύματα της εποχής εκείνης. Οι νέες φωνές «της ανανέωσης» και του «εκσυγχρονισμού» που κυριαρχούν στις ημέρες μας, έρχονται να μας πουν, ότι και αυτή η εορτή, όπως και όλες στο σύνολό τους, δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει, δεν υπάρχει καμία σκοπιμότητα σε έναν κόσμο που προχωρά ή που πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Οι εορτές αυτές, όπως ισχυρίζονται οι «πρεσβευτές της σύγχρονης αναγέννησης», το μόνο που κάνουν είναι να μας κρατούν εγκλωβισμένους σε ένα παρελθόν, που δεν μας βοηθά ούτε σαν πρόσωπα, ούτε σαν έθνος, να προχωρήσουμε μέσα σε μια ευρωπαϊκή προοπτική και πορεία, την οποία χρειαζόμαστε.

titos_mathiakisΈτσι και φέτος βομβαρδιζόμαστε σε καιρό ειρήνης από συνθήματα, απόψεις που στερούνται αφ’ ενός μεν σοβαρότητας, αφ’ ετέρου προέρχονται από ανθρώπους, που είναι μεν απόγονοι των ηρώων και των αγωνιστών και ζουν σε αυτή τη δημοκρατική και ελεύθερη χώρα, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με το φρόνημα αυτών, διότι πούλησαν κατά καιρούς, ότι ιερό και όσιο είχαν μέσα τους και το αντάλλαξαν με φθηνά και ανούσια πράγματα, κερδίζοντας εφήμερες δόξες και τιμές, ικανοποιώντας τις φιλοδοξίες και τα μάταια όνειρά τους, κατατάσσοντας έτσι το όνομά τους με τις επιλογές που ακολούθησαν, διπλά στο όνομα του Εφιάλτη, που καμία εποχή δεν στερείται από Εφιάλτες.

Οι σημερινοί Εφιάλτες αγνοούν κάτι πολύ σημαντικό και σπουδαίο, ότι αυτή η χώρα είναι μέχρι σήμερα ελεύθερη και γενικότερα όλος ο ευρωπαϊκός κόσμος, εξαιτίας της θυσίας και του αίματος που έχυσαν οι ήρωες μας στα πεδία των μαχών, υπερασπιζόμενοι μέχρι τέλους το υπέρτατο αγαθό που μπορεί να έχει μια ευνοούμενη κοινωνία και χώρα, την ελευθερία. Αυτή την ελευθερία που κάποιοι την προσέφεραν χωρίς κανένα δισταγμό, αυτή την ελευθερία που κάποιοι δεν την σεβάστηκαν και συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, αυτή την ελευθερία που οι μεγάλες και ισχυρές χώρες την έχασαν, εξαιτίας της ελλείψεως θάρρους, ανδρείας και προτύπων, την προσέφερε σε ολόκληρη την Ευρώπη, η μικρή Ελλάδα, δίνοντας για μια ακόμα φορά το μήνυμα ότι τα «αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί».

Για αυτή την ελευθερία αγωνίστηκαν οι ήρωες του 40. Νέοι από το ένα άκρο της χώρας μας, μέχρι το άλλο, ξεσηκώθηκαν για να πάνε όπου τους καλούσε η πατρίδα, για να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια της. Άφησαν πίσω οικογένειες, γυναίκες, παιδιά, φίλους, συγγενείς, γνωρίζοντας ότι μπορεί να μην ξαναγυρίσουν πίσω και να μην τους ξαναδούν. Γνώριζαν ότι ο αγώνας αυτός ήταν άνισος, αλλά ήξεραν πολύ καλά ότι ήταν ιερός και άγιος, διότι εμείς δεν πειράξαμε, δεν ενοχλήσαμε κανένα, δεν είχαμε επεκτατικές βλέψεις και ορέξεις. Το μόνο που θέλαμε και θέλουμε ήταν και είναι ειρήνη, βαδίζοντας τον δρόμο της ησυχίας και της προόδου, μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Πολέμησαν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Αγωνίστηκαν μέχρι τέλους χωρίς να υποχωρήσουν, χωρίς να αφήσουν ανυπεράσπιστο κανένα κομμάτι της ένδοξης Ελλάδας, παραδίδοντάς το στα χέρια του κατακτητή. Το σώμα τους γινόταν τείχος ισχυρό, για να μην περάσει ο εχθρός. Εξαντλημένοι από τις κακουχίες του πολέμου, από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν και στερούμενοι τα αναγκαία, έπαιρναν δύναμη και κουράγιο από την προσευχή και την αγάπη των δικών τους προσώπων, που ήξεραν ότι είναι δίπλα τους. Έπαιρναν δύναμη από τους εξίσου γενναίους Ιερείς μας, που βρέθηκαν και αυτοί στην πρώτη γραμμή, από την πρώτη στιγμή, δίνοντας τα παρόν σε αυτό το πολεμικό προσκλητήριο, στο οποίο η Εκκλησία δεν μπορούσε να αδιαφορήσει και να μην ανταποκριθεί.

fostinis_panteleimonΗ Εκκλησία στα πεδία των μαχών, αλλά και στα μετόπισθεν, έπαιξε σπουδαίο ρόλο, γι’ αυτό και ότι έκανε την περίοδο εκείνη, όπου και αν βρέθηκε, όπου και αν κλήθηκε να προσφέρει, το έκανε με πολύ αγάπη, αλλά το πλήρωσε ακριβά, αφού ο κατακτητής ήταν αμείλικτος απέναντι της. Αυτή η θυσία και η προσφορά των ποιμένων της Εκκλησίας μας, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, δεν μπορεί να κλειστεί στα χρονοντούλαπα της ιστορίας, δεν μπορεί να μην αποκαλυφθεί σήμερα, ακόμα και να διδαχτεί γιατί όχι, όσο και αν κάποιοι φιλότιμα αγωνίζονται, να διαστρεβλώσουν την ιστορία μας, να μας αποκόψουν από τις ρίζες μας, να μας πουν καινούρια πράγματα, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στο ένδοξο παρελθόν μας και να μας στρέψουν απέναντι της μητέρας Εκκλησίας, που τόσα προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει, χωρίς να ζητά τίποτα και χωρίς να θέλει την οποιαδήποτε ανταμοιβή, διότι η προσφορά της είναι προσφορά, μέσα από τα ματωμένα και πληγωμένα χέρια του Κυρίου μας.

Χρειάζεται και σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται σε μια κατάσταση που δεν είναι καθόλου καλή και ευχάριστη και κανέναν πολίτη της δεν τον αναπαύει, απεναντίας τον φορτώνει με καινούριες σκοτούρες και βάσανα, να δούμε το παρελθόν μέσα από την προσφορά, κατακτώντας και πάλι την χαμένη αξιοπρέπεια μας και λεβεντιά, βλέποντας τα έργα εκείνων που λάμπουν, όπως λάμπει ο ήλιος και σκορπίζει ανακούφιση και ζεστασιά, μέσα στο καταχείμωνο και χαρίζει την ελπίδα των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, που ενώ βίωναν τη δριμύτητα του χειμώνος απολάμβαναν τη χαρά του παραδείσου λέγοντας: «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος». Χρειάζεται να δούμε εκείνους τους απλούς και ανώνυμους λεβέντες παπάδες, τους μοναχούς, τους Στρατιωτικούς Ιερείς, ακόμα και τους Αρχιερείς, που μπήκαν μπροστά και έδιναν και αυτοί καθημερινά τον αγώνα τους και καταξιώθηκαν στα μάτια των υπερασπιστών, αλλά και των εχθρών, που αναγνώρισαν την αξία και την συμβολή τους στον αγώνα και οι μεν πρώτοι έπαιρναν δύναμη από αυτούς, οι δεύτεροι προσπάθησαν να τους βγάλουν από την μέση.

Μη ξεχνάμε και αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε στα χωριά μας, στις πόλεις μας, στα μνημεία και στα ηρώα που έχουν στηθεί προς τιμήν αυτών των ανθρώπων που θυσιάστηκαν για την ελευθερία του τόπους μας ή που έχασαν τη ζωή τους, από τα αντίποινα του κατακτητή. Το πρώτο όνομα που βλέπουμε να αναγράφεται στις πλάκες αυτές είναι του Ιερέως, της ψυχής της εκκλησιαστικής κοινότητας, του προσώπου που ένωνε και δεν διαχώριζε, που αγαπούσε και δεν μισούσε, που προσέφερε και δεν απαιτούσε, που προχωρούσε ήσυχα και αθόρυβα, επιτελώντας την διακονία του και ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου που υπηρετούσε, σηκώνοντας το Σταυρό της ομολογίας και κηρύσσοντας την Ανάσταση.

Ο ρόλος της Εκκλησίας είναι καταγεγραμμένος στις σελίδες της ιστορίας του έθνους μας και προσφέρεται σε κάθε αντικειμενικό ερευνητή, προκειμένου να τον μελετήσει ή και στον οποιοδήποτε αναγνώστη, να γνωρίσει ένα ενδεχομένως άγνωστο για αυτόν μέρος της ιστορίας μας. Αυτή η καταγραφή, αποτελεί την πιο αποστομωτική απάντηση σε όλους εκείνους, που κατά καιρούς ομίλησαν με πολύ αγένεια και ασέβεια απέναντι της Εκκλησίας και της προσφοράς της και μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πουν και λόγια που δεν τους τιμούν και δεν ταιριάζουν στις θέσεις και τα αξιώματα τα οποία κατέχουν, φανερώνοντας την άγνοια τους, για πολύ βασικά πράγματα που θα έπρεπε να γνωρίζουν, γινόμενοι «θέατρον και αγγέλοις και ανθρώποις», κατά το αγιογραφικό χωρίο, με αυτές τις δημόσιες άστοχες τοποθετήσεις τους.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε έναν μακροσκελέστατο κατάλογο από ονόματα Αρχιερέων, Ιερέων και μοναχών, που προσέφεραν όχι κατά δύναμιν, αλλά υπέρ δύναμιν, για τον υπέρτατό αγώνα της ελευθερίας της πατρίδας μας. Ονόματα γνωστά, τα περισσότερα όμως άγνωστα σε εμάς, γνωστά πάντως στο Θεό, που τους έχει κατατάξει στη χορεία πιστεύω, των εθνομαρτύρων. Μεταξύ αυτών των ονομάτων και της χορείας αυτής, υπάρχει και μια άγνωστη πτυχή της ανεκτίμητης προσφοράς της Εκκλησίας την περίοδο εκείνη, που προέρχεται από τους Στρατιωτικούς Ιερείς, που υπερβαίνοντας τα καθήκοντα τους, κατά τον καιρό της ειρήνης, βρέθηκαν στον καιρό του πολέμου, πλάι-πλάι στο Έλληνα στρατιώτη, που αγωνιζόταν υπέρ βωμών και εστιών. Με την προσευχητική και αγωνιστική στάση και διάθεση την όποια είχαν, απετέλεσαν ζωντανά παραδείγματα αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, τονώνοντας το ηθικό και αναπτερώνοντας τις χαμένες ελπίδες, δίνοντας κουράγιο και δύναμη, μέχρι το τέλος, όποιο τέλος και αν ήταν αυτό.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πάρα πολλά γεγονότα και ιστορίες, που διαδραματίστηκαν την εποχή εκείνη από τους Στρατιωτικούς Ιερείς, όπως έχουν καταγραφτεί τόσο από τους ίδιους, μέσα από τις προσωπικές τους επιστολές και εκθέσεις, όσο και από αυτόπτες μάρτυρες, που έζησαν σπουδαία και μοναδικά γεγονότα, που αποδεικνύουν, ότι αυτό για το οποίο κλήθηκαν οι Ιερείς να πράξουν, το έπραξαν και με το παραπάνω, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες της Εκκλησίας.

Σε επόμενες αναφορές μας, όταν πρώτα ο Θεός θα φτάσουμε σε αυτήν την περίοδο που θα εξεdeligianopoulos_xrisostomosτάσουμε, τότε θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τα πρόσωπα εκείνης της εποχής και το έργο τους, μέσα από ανέκδοτο υλικό ή και υλικό που έχει επεξεργαστεί, απλώς δεν έχει τύχει της απαιτούμενης προσοχής, από κάποιον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Ποιό πρόσωπο να επιλέξουμε και τι να πρωτοαναφέρουμε για αυτό; Να μιλήσουμε για τον Παντελεήμονα Φωστίνη, για τον Διονύσιο Παπανικολόπουλο για τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Τσάκωνα, για τον Χρυσόστομο Δεληγιανόπουλο και τόσους άλλους; Από όλους έχουμε κάτι να πάρουμε και κάτι να διδαχθούμε, για το παρόν μας, κτίζοντας το μέλλον τόσο το δικό μας, όσο και των παιδιών μας, πάνω σε ασφαλής βάσεις και γερά θεμέλια.

Μέσα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης και προβληματισμού, με φωνές να ηχούν από παντού, θέλοντας να μας αποπροσανατολίσουν και να μας μπερδέψουν, πολύ περισσότερο να μας διχάσουν, προκειμένου να πετύχουν το σκοπό και το στόχο τους, καλούμαστε ενωμένοι, μονιασμένοι, αγαπημένοι πλέον, να εορτάσουμε την 28η Οκτωβρίου, όχι επιφανειακά, αλλά ουσιαστικά. Μέσα από την ενότητα την οποία καλούμαστε να καλλιεργήσουμε, πρέπει να δούμε τους προγόνους μας, που έδωσαν χέρια, πόδια, ψυχή, ακόμα και την ίδια τους την ζωή, για την αιώνια Ελλάδα, για να έχουμε εμείς σήμερα τόσα αγαθά, τα οποία δεν τα έχουμε εκτιμήσει όσο θα έπρεπε στην καθημερινότητά μας.

Πρέπει να ξυπνήσουμε από το λήθαργο στον οποίο μας βύθισαν με πολύ έντεχνο και ύπουλο τρόπο, ρίχνοντας στο πρόσωπο μας, το καθάριο νερό της παράδοσης και της πίστης μας. Χρειάζεται να σκύψουμε και να φιλήσουμε το αγιασμένο χώμα της χώρας μας και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών, για τα λάθη και τις ατέλειες μας, εξαιτίας της αλόγιστης σπατάλης και ξενόφερτης ζωής που ακολουθήσαμε και ακόμα ακολουθούμε, βλέποντας την κατάντια και την ηθική μας πτώση, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το αδούλωτο και ελεύθερο πνεύμα των αγίων, των μαρτύρων, των ηρώων και των αγωνιστών μας, που το αίμα τους πότισε τη χώρα μας από το ένα άκρο έως το άλλο και τα δάκρυα τους, έδωσαν τους καρπούς ενός πνεύματος, γεμάτο από φως, ζωντάνια, χαρά, αισιοδοξία και πρόοδο.

Συνεχίζεται {34}