Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απευθυνόμενος στο πολυπληθές ποίμνιό του, τόσο στην Αντιόχεια στην οποία χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος, όσο και στη Βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, απευθύνει το δύσκολο ερώτημα : «ειπέ γαρ μοι, τι ποτέ εστίν άνθρωπος;»1, δηλαδή πες μου τι τέλος πάντων είναι ο άνθρωπος. Και συνεχίζει : «(τι απάντηση θα δώσει κάποιος) αν ερωτηθεί σε τι διαφέρει από τα άλογα ζώα, πώς είναι συγγενής των όντων του ουρανού, τι μπορεί να προέλθει από τον άνθρωπο;»2. Και απαντά ο ίδιος σε άλλη ομιλία του : «Είναι διπλό αυτό το ζώο, δηλαδή ο άνθρωπος, που αποτελείται από δύο ουσίες, η μία είναι υλική, ενώ η άλλη πνευματική, εννοώ την ψυχή και το σώμα και έχει συγγένεια και στον ουρανό και στη γη. Γιατί με την πνευματική του ουσία επικοινωνεί με τις ουράνεις δυνάμεις, ενώ με την υλική έχει συνδεθεί με τα πράγματα της γης, επειδή είναι ένας τέλειος συνδυασμός και στις δύο κτίσεις»2.

Ποιός τελικά είναι ο άνθρωπος; Είναι αυτός ο οποίος ομιλεί, σκέπτεται, συγγράφει ή έχει επικοινωνία με άλλους ανθρώπους; Είναι εκείνος που έχει απλώς χέρια και πόδια ανθρώπου ή ακόμη εκείνος που διαθέτει λογική; Ο αληθινός άνθρωπος, κατά τη χρυσή αηδόνα της Εκκλησίας, είναι αυτός ο οποίος πιστεύει στο Θεό και έχει ζωή φιλοσοφημένη. «Αυτό προ πάντων είναι άνθρωπος, όταν φυλάσσει την ακρίβεια των δογμάτων και κάμνει ευσεβή ζωή»4.

Άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος ασκεί με παρρησία την ευσέβεια και την αρετή. Γι’ αυτό θα πει γεμάτος θαυμασμό ο ιερός πατήρ χρησιμοποιώντας στη διδασκαλία του ως γνώμονα την Αγία Γραφή πως: «ο Νώε ανάμεσα σε τόσους πολλούς ανθρώπους διέσωσε την εικόνα του ανθρώπου. Διότι αυτό σημαίνει άνθρωπος, όταν καταγίνεται κανείς εις την αρετή… Άνθρωπο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εκείνον που διασώζει την εικόνα του ανθρώπου… Αλλά όχι μόνο αυτό, αλλά και το να είναι ενάρετος και το να αποφεύγη τα κακά και το να νικά τα παράλογα πάθη του και το να εκτελή πιστά τας εντολάς του Θεού»5.

Ένας τέτοιος Άνθρωπος ήταν ο Παύλος Μελάς, ο αγνός αυτός ήρωας και πρωτομάρτυρας του Μακεδονικού Αγώνος. Αν δεν ήταν αυτός όπως και ο μεγάλος εκείνος εθνεγέρτης Ιεράρχης, ο Μητροπολίτης Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης και όλη η χορεία των Ιεραρχών της Μακεδονίας, δεν γνωρίζω εάν σήμερα θα είχαμε αποκτήσει την ελευθερία μας. Γιατί όπως έχει λεχθεί, ο Μακεδονικός Αγώνας, η τόσο λαμπρή σελίδα της ιστορίας μας, προετοίμασε την έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων και την ελευθερία της Μακεδονίας.

Πρώτον, ο Παύλος Μελάς διέθετε καρδιά γεμάτη ανθρωπιά. Ήταν ένα παλληκάρι με ιδανικά, που στο διάβα της ζωής φανέρωνε την αρετή του, τη φλόγα της πίστεως και την ανθρωπιά του. Η μακαριστή γυναίκα του Ναταλία Μελά στο μνημειώδες βιβλίο της παραθέτει αποσπάσματα από το σημειωματάριο το οποίο ο Παύλος κρατούσε λίγο πριν ξεκινήσει για την περιοδεία του στη Μακεδονία, αλλά και από τις επιστολές που της έστελνε. Εκεί φανερώνεται πόσο ευαίσθητη και ανθρώπινη καρδιά διέθετε : «Εκείθεν με την άμαξαν πηγαίνω εις το νεκροταφείον, εις του πατρός μου το μνήμα. Κάθομαι ολίγην ώραν παρά τον τάφον του. Αισθάνομαι την ψυχήν του πολύ κοντά μου· ενθυμούμαι με πόσην φωτιά αγαπούσε αυτός την πατρίδα, ενθυμούμαι ότι ωρκίσθην επί του φερέτρου του ν’ αποθάνω εν ανάγκη υπέρ αυτής, ενθυμούμαι πόσον μας ελάτρευε και πόσον υπέφερε δια την καταστροφήν του 1897. Όλαι αυταί αι σκέψεις με δίδουν θάρρος και επαναφέρουν ολίγην γαλήνην εις την ψυχήν μου· διότι σκέπτομαι ότι, και αν φονευθώ, θα επανεύρω την ψυχήν του αγίου εκείνου ανθρώπου»6.

Κι όταν στις 5 Μαρτίου του 1904 φθάνει στο χωριό Κριτσοτάδες, γράφει πάλι στη γυναίκα του μια επιστολή μέσα από την οποία φαίνεται η αγαπώσα καρδία του για το Θεό αλλά και συγχρόνως για την Πατρίδα. Αξίζει να παραθέσουμε ένα τμήμα αυτής της επιστολής σαν μια ελάχιστη απάντηση σε εκείνους που σήμερα κατακρίνουν όλους όσους ασχολούνται μ’ αυτόν τον αιματοβαμμένο τόπο : «Δεν αφήνω πίσω μου κανένα καημόν, διότι σας συμπεριλαμβάνω όλους μαζί μου εις την καρδιά μου και εις τον νου μου. Με όλην την δύναμιν της ψυχής μου, παρακαλώ τον Θεόν να σας κάμη όλους ευτυχείς. Έχω την πεποίθησιν ότι και ημάς και την αγίαν υπόθεσιν θα ευλογήση ο Θεός· αν όμως τυχόν δεν θελήση να επιστρέψωμεν, να μη λυπηθής, αλλά να είσαι γενναία και υπερήφανη και να χρησιμεύσης έτσι ως παράδειγμα εις όλας τας Ελληνίδας… Δεν αφήνω περιουσίαν εις την οικογένειάν μου, αλλ’ έχω συναίσθησιν ότι αφήνω εκείνο το οποίον εκληρονόμησα από τον πατέρα μου άθικτον, όνομα τίμιον και αγαπητόν»7.

Μάλιστα, όταν έφθασε στη Λάρισα στις 21 Αυγούστου 1904, γράφει την εξής συγκινητική επιστολή που φανερώνει όλο το δυναμισμό και τον ηρωισμό που διέθετε, φθάνοντας ακόμη να θυσιάσει και τον ίδιο του τον εαυτό. «Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλην μου την ψυχήν και με την ιδέαν ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω και Κυβέρνησιν και κοινήν γνώμην περί τούτου»8.

Έτσι ξεκίνησε για τη Μακεδονία στις 17 Αυγούστου 1904 για τρίτη και τελευταία φορά. Για το πρόσωπό του και την προσφορά του θα μπορούσε να λεχθεί εκείνο το οποίο έλεγαν για την εποποιΐα του 1940, πως «ποτέ τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν χρωστούσαν τόσα πολλά σε τόσο λίγους ανθρώπους». Ακόμη για τον ήρωα αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως ποτέ άλλοτε ένα ολόκληρο εθνικό διαμέρισμα της πατρίδος μας δεν χρωστούσε την ελευθερία του σε έναν άνθρωπο· διότι η Μακεδονία οφείλει κυρίως στον Παύλο Μελά την ελευθερία της παρ’ όλη την τόσο σύντομη σε χρονική διάρκεια δράση του.

Δεύτερον. Ο Παύλος Μελάς έδειξε περίτρανα την ανθρωπιά του στη Μακεδονία μας. Η πορεία για την ελευθερία αυτού του τόπου πέρασε μέσα από πολλούς κινδύνους, φόβους, προδοσίες, πείνα, κόπο, δίψα, ξενύχτια και κυρίως προσευχές προς το Θεό και εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Εδώ δεν ήρθε ως τιμωρός, αλλά ως άνθρωπος έτοιμος να αναστήσει αυτόν τον πεσμένο τόπο. Να πει στους ανθρώπους ειρηνικά και αγαπητικά πως είναι Έλληνες Ορθόδοξοι, πως πρέπει να αγαπούν την Πατρίδα, πως μέσα στις φλέβες τους ρέει το αίμα του Μεγάλου Αλέξανδρου του Μακεδόνα και πως έχουν ως υποχρέωση την αφοσίωση σε αυτόν τον τόπο. Όποιος αγαπά τη μητέρα του, δεν σημαίνει ότι εχθρεύεται τις άλλες μητέρες. Κι όποιος αγαπά τη μάνα Πατρίδα του, δεν σημαίνει ότι εχθρεύεται τις άλλες πατρίδες.

Στις 16 Μαρτίου το 1904 από το Γαβρέσι το σημερινό Γάβρο των Κορεστείων στέλνει και πάλι μια συγκινητική επιστολή που φανερώνει όλο το ήθος της προσωπικότητός του. «Εγωιστικώς φερόμενος θα σου κάμω μίαν μικρήν περίληψιν του λόγου τον οποίον εξεφώνησα προ της μακεδονικής αυτής βουλής… Αδελφοί, ημείς που ήλθαμεν από τας Αθήνας δια να σας βοηθήσωμεν, εφέραμεν μαζί μας μόνον αγάπην, πατριωτισμόν και παλληκαριά· με αυτά μόνον και με τα όπλα, που θα σας φέρωμεν αν τα θελήσετε, θα σας βοηθήσωμεν να υπερασπισθήτε κατά των ατιμιών των Βουλγάρων και, αν είναι ανάγκη, και κατά των ατιμιών των Τούρκων. Ημείς δεν θα σας βιάσωμεν να μας ακολουθήσετε, όπως σας έκαμαν οι Βούλγαροι… και αφού έπαιρναν τα χρήματά σας… και έκαμαν έτσι το κέφι τους, άφησαν τους Τούρκους και έκαψαν τα χωριά σας… Ημείς θα πολεμούμε στήθος με στήθος και πρώτα θα πέφτωμεν ημείς και έπειτα σεις»9.

Τρίτον. Για να δούμε πώς στην προσωπικότητα του Παύλου Μελά εκπληρώνεται ο χρυσοστομικός λόγος πως άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος πιστεύει στο Θεό και εναρμονίζει το θέλημά του με το θέλημα του Θεού, θα πρέπει και πάλι να ανατρέξουμε στις επιστολές του μέσα από τις οποίες αφήνει να φανεί το πόσο δυνατά πίστευε , το πόσο συχνά ζητούσε την ευλογία του Θεού, το πόσο σεβόταν τους Ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά και συγχρόνως συμμετείχε στη ζωή της Εκκλησίας. Όπως τότε, το 1821, που τα παλληκάρια της Επανάστασης ζούσαν τη ζωή της Εκκλησίας και η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν γι’ αυτούς η πρωτοπόρος στους αγώνες και στην ελευθερία αυτού του τόπου, γεγονός το οποίο το ξεχνούμε σήμερα, αφού μας δέρνει η αμνησία για την ιστορία, η οποία κάποια στιγμή θα μας δικάσει μαζί με τους αγέννητους νεκρούς μας.

Στις 15 Μαρτίου 1904 φθάνει στην περίφημη Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου. Εκεί συναντά τον περίφημο Ηγούμενο Γρηγόριο για τον οποίο λέγει «πως σπανίως βλέπει κανείς ωραιότερον άνδρα, ηλικίας 67-70 ετών»10, ο οποίος όχι μόνο τους φιλοξενεί αλλά και τους εμψυχώνει, τους κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, τους πληροφορεί γι’ αυτά τα οποία συμβαίνουν στον τόπο και με κίνδυνο της ζωής του τους κατευοδώνει και τους δείχνει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν για να φθάσουν στον προορισμό τους. Γράφει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του τα εξής συγκινητικά : «Ημείς όλοι εβαδίζαμεν όπισθέν του εφ’ ενός ζυγού, σιωπηλοί και κατά την αυτήν ως πάντοτε τάξιν. Ο ηγούμενος ήτον ασκεπής, εβάδιζεν ευθυτενέστατον έχων το υψηλόν του ανάστημα και μόνον την κεφαλήν κλίνων εμπρός, εφαίνετο βυθισμένος εις τις οίδε ποίας σκέψεις… Εις όλους μας έκαμεν εντύπωσιν το θέαμα του αγαπητού γέροντος· και μας εφάνη ότι βλέπομεν την Εκκλησίαν μας, τον αντιπρόσωπον του Χριστού, χειραγωγούντα ημάς εις το υψηλόν έργον το οποίο ηρχίσαμεν χθες. Όταν εφθάσαμεν κάτω εις την πεδιάδα, ο ηγούμενος εσταμάτησε και παρερχομένους τον ένα κατόπιν του άλλου, μας ηυλόγει και μας ησπάζετο»11. Μάλιστα δε, στις 28 Αυγούστου, σημειώνει με έμφαση και τη συμμετοχή του στο Ποτήριο της Ζωής : «Ακούσαμεν τον εσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ο γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα. Ο νους μου διαρκώς εστρέφετο προς Εκείνον ο οποίος χάριν ημών και της θείας θρησκείας Του υπέστη το μαρτύριον. Το μέγεθος της θυσίας Του, το μέγεθος της αποστολής Του μ’ έκαμναν να αισθάνωμαι πόσον μικροί και πόσον μακράν Αυτού ευρισκόμεθα, αλλά και συγχρόνως μ’ ενεθάρρυναν»12.

Τέλος, συνταρακτική είναι η περιγραφή της στάσης του από τον κ. Νικόλαο Μέρτζο, Πρόεδρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και Άρχοντα Διδάσκαλο του Γένους: «Στο στήθος του, πάνω από την καρδιά, έφερε τον Σταυρό. Και μέσα στην καρδιά του αγάπη μόνον. Ήλθε για να συμφιλιώσει, όχι να σκοτώσει. Στο Στρέμπενο (Ασπρόγεια) συνέλαβε τους δολοφόνους του παπα-Δημήτρη για να τους δικάσει αλλά εκείνοι πετάχτηκαν να φύγουν και οι ευθύβολοι Κρητικοί τους χτύπησαν στο φτερό. Ο Παύλος έκλαψε πικρά. «Ποιος είμαι εγώ να τους φονεύσω; Με ποιο δικαίωμα; Εγώ ήλθα διά να ειρηνεύσω τον τόπον»· έγραψε στη Νάτα του»13.

Αυτός ήταν ο ήρωας.

Αυτή ήταν η σχέση του με την Εκκλησία.

Αυτή ήταν η αγάπη του για την Πατρίδα.

Ο Νικόλαος Μέρτζος γλαφυρά θα γράψει : «Στους πικρούς καιρούς μας ο Ελληνισμός αναζητεί τον Ηγέτη πού, με ένα κλικ, θα αναποδογυρίσει την δεινή πραγματικότητα, θα ανατρέψει τους σιδηρούς συσχετισμούς των ισχυρών δυνάμεων και θα αναγεννήσει την Ελλάδα. Τέτοια θαύματα, όμως, δεν γίνονται με σπιθαμιαία αναστήματα ηγετών ούτε με παχειά λόγια. Ωστόσο, θαύματα έζησαν τον 20όν μόλις αιώνα οι πάπποι και οι πατέρες των πιο γερόντων μας. Πρώτο θαύμα στην αυγή του αιώνα ο Μακεδονικός Αγώνας.

Τότε η Ελλάδα είχε ξεγράψει την Μακεδονία. Χρεοκοπημένη το 1893, βαρεία ηττημένη και ταπεινωμένη το 1897, με μόλις 2,6 εκατ. κατοίκους πάμπτωχους και με τα κύρια έσοδά της δεσμευμένα στο Δημόσιο Χρέος της, χωρίς Στρατό ούτε ηγεσία αδυνατούσε να αναμετρηθεί με την Ιστορία. Σαν είδε, όμως, φως, αναμετρήθηκε. Και επέτυχε αλλεπάλληλα θαύματα σέ 9 χρόνια. Κάποιος άναψε πρώτος το καντήλι»14.

Κι ένα μεγάλο ερώτημα απευθύνεται σε όλους μας σήμερα : Διαθέτουμε άραγε τέτοια αποθέματα σεβασμού και αγάπης; Διαθέτουμε ηρωισμό για να θυσιάσουμε τον εαυτό μας και τη βόλεψή μας για το Χριστό και την Ελλάδα; Γιατί σήμερα αν κανείς αναφέρεται σε Χριστό και Ελλάδα, θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί τα πυρά και τις κατηγορίες περί ρατσισμού και τόσα άλλα τα οποία λέγονται και γράφονται…

13 Οκτωβρίου 1904. Ο Παύλος αυτήν την ημέρα αποφάσισε να δώσει ό,τι είχε. Και είχε μόνο τον εαυτό του. Και αυτόν τον έδωσε για τη μεγάλη Πατρίδα, που δεν την περιορίζει ο Όλυμπος και το ακρωτήριο του Μαλέα, κατά την έκφραση του Σπυρίδωνος Λάμπρου στο μνημόσυνο που τέλεσαν οι φοιτητές στο πρώτο Κοιμητήριο των Αθηνών στις 23 Οκτωβρίου 1904. Με το θάνατό του προσυπέγραψε ότι είχε ο ίδιος πριν διακηρύξει : «Τι σημαίνει είς άνθρωπος; Ενός ανδρός το αίμα, εάν ποτίση το χώμα της Μακεδονίας, θα εξυπνήσωσιν οι κοιμώμενοι, θα εγκαρδιωθώσιν οι τρομοκρατηθέντες, θα φυτρώσουν επί της ευγενούς γης εκδικηταί και σωτήρες». Ο θάνατος του παλληκαριού αφύπνισε την Αθήνα. Συνήγειρε όλον τον Ελληνισμό.

Τώρα ο Παύλος αναπαύεται στη μακεδονική γη, στην Καστοριά, στο Ναό των Ταξιαρχών του 11ου αιώνος, δίπλα στο Γερμανό Καραβαγγέλη, και μαζί με την αείμνηστη σύζυγό του Ναταλία Μελά, αναμένει την ανάσταση των νεκρών. Ακοίμητη καίει η κανδήλα στον τάφο του και θρηνητικά η μούσα μαζί με τον Κωστή Παλαμά τού επαναλαμβάνει κάθε φορά το μοιρολόι που ακούγεται την ημέρα της τελευτής του : «Σε κλαίει ο λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι στον τόπο, που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλληκάρι. Πανάλαφρος ο ύπνος σου, του Απρίλη τα πουλιά σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά, και να σου φτάνουν του χειμώνα οι καταρράχτες, σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες. Πλατειά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις εκεί και σβεις γοργά. Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατειά τη δείχνεις, και τη φέρνεις σαν πιο κοντά»15.

Αυτό το μνημείο κι αυτός ο χώρος θα έπρεπε να αποτελεί προσκύνημα και τόπο αναφοράς για όλους τους Έλληνες και η μορφή αυτού του ήρωα ένας καθρέπτης γι’ αυτά που σήμερα γίνονται στον τόπο μας, γι’ αυτά που ψηφίζονται, γι’ αυτά που τεκταίνονται…

Μήπως κάποτε αυτήν την αγνή και ηρωική μορφή θα έπρεπε να την κατατάξουμε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας και να την προβάλλουμε ως παράδειγμα ευσεβούς και πιστεύοντος ανιδιοτελούς ανδρός, αλλά και μάρτυρος στον αγώνα υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος;

113 χρόνια μετά το ηρωικό του τέλος θα πρέπει να πούμε… ο Θεός να λυπηθεί την καϋμένη την Πατρίδα μας!


1 Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τας Πράξεις – Ομιλία ΛΒ’», ΕΠΕ 16Α,260

2 αυτόθι

3 του ιδίου, «Έτι εις την ασάφειαν της Παλαιάς Διαθήκης… – Ομιλία Β’», ΕΠΕ 1,359

4 του ιδίου, «Ομιλία εις τον ΡΜΓ’ Ψαλμόν», ΕΠΕ 7,401

5 του ιδίου, «Ομιλία ΚΓ’», ΕΠΕ 2,705

6 Ναταλίας Π. Μελά, «Παύλος Μελάς», Β’ έκδ., Αθήνα 1963, σελ. 192

7 ο.π., σελ. 211

8 ο.π., σελ. 317

9 ο.π., σελ. 240-241

10 ο.π., σελ. 234

11 ο.π., σελ. 237

12 ο.π., σελ. 331

13 «Αθωνίτης», Περιοδική Έκδοση του Ομίλου Φίλων Αγίου Όρους «Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης», Έτος 25ο, Τεύχος 97, Δ΄ Τρίμηνο 2016

14 αυτόθι

15 Κωστή Παλαμά, «Η πολιτεία και η μοναξιά», Β’ έκδ., σελ. 58