Σε άλλο ένα άρθρο θα ερμηνεύσουμε τη θεολογία του στίχου. Πραγματικά θαυμάζει κανείς το τι μπορούμε να λάβουμε μέσα από τα κοσμικά τραγούδια! Ο σημερινός στίχος, λοιπόν, έρχεται να μας μιλήσει για την πλεονεξία και την αχαριστία που μας καταβάλλουν πολλές φορές. Πλεονεξία και αχαριστία, δυο πάθη τόσο αλληλένδετα μεταξύ τους, με μητέρα τη φιλαυτία και τέκνα τόσα άλλα πάθη που τις ακολουθούν.
 
«Τα είχα όλα μια φόρα μα ήθελα παραπάνω…». Δυστυχώς με τίποτε δεν είμαστε ευχαριστημένοι, συνεχώς ζητάμε και ζητάμε δίχως να βάζουμε φραγμούς και δίχως να έχουμε διάκριση, αν αυτά που ζητάμε είναι όντως προς όφελος δικό μας ή βλάβη. Ζητάμε αυτό το κάτι παραπάνω που πότε δε φτάνει στην ολοκλήρωση του. Ξεχνάμε πως ό, τι μας δίνει ο Κύριος είναι προς όφελος της ψυχής μας, είτε αυτό είναι υλικό αγαθό, είτε πνευματικό. Τα πάντα τα επιτρέπει ο Θεός για την δική μας πρόοδο. Εμείς όμως αυτό δεν το καταλαβαίνουμε κι ενώ έχουμε αυτά τα οποία είναι απαραίτητα και αρεκετά για τη ζωή μας και προπάντων τη σωτηρία μας, ζητάμε πράγματα τα οποία δεν ξέρουμε αν όντως μας ωφελήσουν. Η ψυχή μας δυστυχώς δεν χορταίνει από τα αγαθά και με κάθε τρόπο τα κυνηγά για να τα αποκτήσει.
 
Θα έλθει εκείνη η ώρα όμως που η ψύχη μας θα ακούσει αυτό που άκουσε και ο άφρων πλούσιος της παραβολής: «ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» Και εκεί είναι αγαπητοί μου, που ο στίχος του λαϊκού τραγουδιού συνεχίζει ως εξής: «…τι να τα κάνω τώρα πια, απόψε που σε χάνω». Τότε είναι λοιπόν που ξυπνά ο άνθρωπος από τον πνευματικό του λήθαργο, όπου ήταν βυθισμένος σε τούτο το μάταιο κόσμο.
 
«Όλα αυτά που είχα και δεν εκτίμησα ψυχή μου αχάριστη, και όλα αυτά που απαίτησα να αποκτήσω από πλεονεξία και ματαιότητα, δε με ωφελούν αυτή τη φρικτή ώρα του θανάτου. Χάνω και εσένα ψυχή μου, χάνω και τον ίδιο το Θεό, που δεν μπόρεσα να βρω μέσα σε όλες τις υλικές ηδονές που γευόμουν ακόρεστα. Όλα αυτά έρχονται σήμερα και μου στερούν την πραγματική χαρά, και ενώ νόμιζα πως ήμουν ελεύθερος, βρίσκομαι τώρα φυλακισμένος και δέσμιος των παθών μου και των υλικών αγαθών. Και αυτά τα δεσμά δε σε αφήνουν ψυχή μου να βρεις ανάπαυση, δεν παύεις να αναζητάς την ικανοποίηση των παθών, μα που να την βρεις τώρα που το σώμα εκείνο, που ποτέ δεν χαλούσε το χατίρι της αμαρτίας, δεν υπάρχει πια;
 
Ξέχασες αθλία ψυχή μου να πεις ένα «δόξα σοι ο Θεός», σε Αυτόν που σου χάρισε όλα αυτά τα αγαθά. Ξέχασες να δώσεις κάτι από αυτά στον αδελφό σου που είχε ανάγκη. Προτίμησες να τα χαρείς όλα μόνη σου, μα τελικά ούτε συ κατάφερες να τα χαρείς, αφού αυτά που σε αυτή τη ζωή ονόμαζες «παράδεισο» στην πραγματικότητα ήταν η καταδίκη σου, γιατί ξέχασες ότι τα πάντα ανήκουν στο Θεό».
 
Είτε αυτά που έχουμε, λοιπόν, είναι πολλά, είτε είναι λίγα πρέπει να θεωρούμε πως είναι το παν για τον καθένα μας, καθ’ ότι είναι δοσμένα από το Θεό. Ας μη ζητάμε παραπάνω απ΄αυτά που έχουμε, γιατί δεν ξέρουμε αν τα αντέχουμε. Και για τα πολλά και για τα λίγα, και για τα καλά και για τα άσχημα, και για την υγεία και για τη ασθένεια να λέμε «Δόξα Σοι ο Θεός!»
 
Σελίμου Β. Παναγιώτου