Ἕνας σεμνός προσκυνητής πῆγε στήν Ἐκκλησία,

καί τόν Δεσπότη ζήτησε, πού ἦταν στά γραφεῖα.

 

«Καλή σου μέρα γέροντα, θέλω νά μέ βοηθήσεις,

θέλω στά ὅσα θά σοῦ πῶ, νά μέ καθοδηγήσεις.

 

Ἔχω ἀκίνητα πολλά, τρανή περιουσία,

ἔχω καί ἄλλα ἀγαθά ποὔχουν μεγάλη ἀξία.

 

Τά χρόνια ὅμως πέρασαν, τό τέλος μου ἐγγίζει

κι ἡ σκέψη τῆς διάθεσης πολύ μέ βασανίζει.

 

Τί θ’ ἀπογίνουν ὅλ’ αὐτά; Σκέφτομαι νύκτα – μέρα.

Κανένας δέν τά πέρασε ἀπό τόν τάφο πέρα.

 

Λίγα χρειάζομαι ἀπ’ αὐτά στά χρόνια πού θά ζήσω,

παιδιά δέ μοὔδωσ’ ὁ Θεός, σ’ ἐκεῖνα νά τ’ ἀφήσω.

 

Βοήθησέ με, Δέσποτα, χάρη σοῦ τό ζητάω.

Πές μου πῶς θ’ ἀπαγκιστρωθῶ ἀπ’ ὅ,τι ἀγαπάω;

 

Βοήθησέ με, γέροντα, πές μου καί θά σ’ ἀκούσω

τώρα πού ἀξιώθηκα τήν πόρτα σου νά κρούσω.

 

Τό ἄγχος πού ἀλύπητα ματώνει τήν καρδιά μου,

ποιός θά τό διώξει μακρυά ἀπό μένα Δέσποτά μου;»

Σηκώθηκε ὁ γέροντας, τόν κτύπησε στόν ὦμο,

τόν κάλεσε νά θυμηθεῖ τῆς ἀνθρωπιᾶς τό νόμο.

 

«Τόσα παιδάκια, ξένε μου, πεθαίνουν ἀπ’ τήν πείνα.

Τρέξε, σέ πόλεις καί χωριά καί σκόρπιστα σ’ ἐκεῖνα.

 

Δῶσε ψωμάκι στούς φτωχούς, στῆσε νοσοκομεῖα,

γιά τούς ξωμάχους τῆς ζωῆς, κτίσε γηροκομεῖα.

  

Σκόρπισε τήν ἀγάπη σου μέ τήν ἁπλοχεριά σου,

ἀγκάλιασε τά ὀρφανά, νά εὐφρανθεῖ ἡ καρδιά σου.

 

Πέταξε ἀπό πάνω σου τά περιττά σου βάρη

καί δῶστα στό φτωχό λαό πού τόση τἄχει ἀνάγκη.

 

Τῆς ἐλεημοσύνης τή χαρά, δῶσε στόν ἑαυτό σου,

νά πάρεις ἀπ’ τόν Κύριο, μιά μέρα, τόν μισθό σου.

 

Ἐκεῖνος μᾶς τό δίδαξε πώς πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε

καί τ’ ἀγαθά πού δώρισε στή φτώχεια νά σκορπᾶμε».

 

Σηκώθηκε ὁ πλούσιος μέ δάκρυα στά μάτια,

τόν ἐγωϊσμό του ἔνοιωσε νά γίνεται κομμάτια.

 

«Εὐχαριστῶ σε, Δέσποτα, δέξου τόν σεβασμό μου,

τά λόγια σου τά ἱερά φώτισαν τό μυαλό μου.

 

Ὅσα μοῦ εἶπες τά κρατῶ κλεισμένα στήν καρδιά μου

καί θά μοιράσω στούς φτωχούς ὅλα τά ὑπάρχοντά μου.

 

Νά φύγουν ἀπό πάνω μου, σέ ἐκείνους θά τά δώσω,

νά τά χαροῦνε τά παιδιά κι ἐγώ νά ξαλαφρώσω.

 

Μόνο μιά χάρη ἀπ’ τόν Θεό ζητῶ, νά μ’ εὐλογήσει

καί τ’ ἀγαθά τοῦ οὐρανοῦ εἴθε νά μοῦ χαρίσει». 

Ἀρχιμ. Δαμασκηνός

Ἡγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος.

Ἀφιερωμένο στή μνήμη τοῦ Θανάση Ἀκρίδα,

μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἐγκαινίων

τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου

τοῦ Γηροκομείου Σπερχειάδος,

«Μέριμνα Γήρατος Ἀθανάσιος καί Μαίρη Ἀκρίδα»

(7 Μαΐου 2017)