Kάθε Σάββατο «Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη.

Ὁ προφήτης Ὀβδιού

Ἀρκετοί προφῆτες ἤ οἱ μαθητές τους εἶναι αὐτοί πού μᾶς ἄφησαν γραπτά κείμενά τους, τά ὁποῖα μελετοῦμε καί θαυμάζουμε, ἀφοῦ μπόρεσαν πρίν ἀκόμα ἀπό τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, νά ζήσουν καί νά καταγράψουν σημαντικές ἀλήθειες γιά τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων καί κυρίως γιά τήν σωτηρία τους.

Τά ὅσα γράφουν εἶναι ὁδοδεῖκτες, πού κατευθύνουν ὅσους τό ἐπιθυμοῦν πρός τό Θεό, τόν ἀληθινό Θεό, διότι, καί τότε καί τώρα καί σέ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν ἄλλοι πού προτείνουν ἕναν ἄλλον θεό, ἀλλότριο ἀπό τόν Ἕνα. Αὐτοί δικαίως χαρακτηρίζονται ὡς ψευδοπροφῆτες.

Ὁ προφήτης Ὀβδιού, στόν ὁποῖο θά ἀναφερθοῦμε σήμερα, εἶναι ἕνας γνήσιος προφήτης καί, ἐνῶ δέν εἶναι γνωστός στούς πολλούς, στό ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καταγράφεται ἡ σπουδαία διδασκαλία του. Πρίν προχωρήσουμε στά μέρη τῆς διδασκαλίας αὐτῆς θά ἀναφερθοῦμε σέ μερικά σημεῖα περί τοῦ ὀνόματός του καί τοῦ βιβλίου του γενικά.

Τό ὄνομα «Ὀβδιού» μεταφραζόμενο σημαίνει «δοῦλος τοῦ Γιαχβέ». Τό ὁμώνυμο βιβλίο εἶναι τό μικρότερο σέ ἔκταση βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ περιέχει μόνο ἕνα κεφάλαιο καί αὐτό μέ λίγους στίχους.

Θέλοντας νά τοποθετηθοῦμε χρονικά στόν χρόνο ὕπαρξης καί δράσης τοῦ Προφήτη, ἀλλά καί στόν πιθανότερο χρόνο σύνταξης τοῦ κειμένου, θά πρέπει νά σταθοῦμε στήν ἀναφορά πού γίνεται περί τῶν Ἐδωμιτῶν. Οἱ Ἐδωμίτες (ἤ Ἰδουμαῖοι) ἀνάγουν τήν ἀρχή τους στό γενεαλογικό δέντρο τοῦ Ἠσαῦ, γιοῦ τοῦ πατριάρχη Ἰσαάκ. Αὐτοί συνεργάστηκαν μέ τούς Βαβυλωνίους γιά τήν ἄλωση τῆς Ἰερουσαλήμ (586π.Χ.) καί κάπου ἐκεῖ προσδιορίζεται ἡ παρουσία τοῦ Προφήτη.

Προχορώντας στό βασικό θέμα τοῦ βιβλίου μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μιλοῦμε γιά «ὅραση». Εἶναι σημαντικό νά διευκρινιστεῖ ὅτι ἡ «ὅρασις» γιά τούς Προφῆτες εἶναι μιά ὀπτασία. Ὅταν ἔβλεπαν ὅραση εἶχαν μιά προσωπική, εἰδική ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Μέ τόν τρόπο αὐτό καλοῦνταν στό προφητικό ἀξίωμα ἤ λάμβαναν μηνύματα γιά σοβαρά θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τήν ἐποχή τους ἤ καί κάποια ἄλλα πού ἀφοροῦσαν στό μέλλον. Στήν περίπτωση τοῦ Ὀβδιού πρόκειται γιά προφητεία πού σχετίζεται μέ τήν τιμωρία τῶν Ἐδωμιτῶν γιά τήν συμμετοχή τους ὄχι μόνο στήν ἄλωση τῆς Ἰερουσαλήμ, ἀλλά καί στήν θανάτωση τῶν Ἰουδαίων πού ξέφυγαν ἀπό τούς ἐχθρούς τους. Ἔτσι στό βιβλίο γίνεται ἀναφορά στήν τιμωρία τῆς Ἐδώμ, ἀλλά καί ἄλλων λαῶν πού ἔδειξαν ἐχθρική διάθεση ἔναντι τῶν Ἰουδαίων. Ὅλα θά ἀποκατασταθοῦν τήν «ἡμέρα τοῦ Κυρίου». Ἡ ἰδέα τῆς «ἡμέρας τοῦ Κυρίου» θά ἀναπτυχθεῖ στήν Καινή Διαθήκη καί εἰδικά στό βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννη. Ἡ ἀναφορά σέ αὐτό περί τῆς νέας Ἰερουσαλήμ ἀφορᾶ στήν Ἐκκλησία, στήν «ἁγία πόλη», στό «κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ». Ἡ νέα αὐτή πνευματική Ἰερουσαλήμ θά γίνει τό κέντρο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Αὐτή ἡ Ἰερουσαλήμ, ἡ Ἐκκλησία, θά γίνεται τό κέντρο μιᾶς ἄλλης βασιλείας, διαφορετικῆς ἀπό τίς γνωστές, πού σχεδόν πάντα δέν ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν εὐτυχία. Ἐδώ πρόκειται γιά ἄλλη βασιλεία πού ὁ ἄνθρωπος πραγματικά ἐλευθερώνεται καί γεύεται τήν χαρά αἰωνίως.

Παρατηροῦμε λοιπόν τήν διδασκαλία τοῦ προφήτη Ὀβδιού νά βρίσκεται ὡς βάση τῆς ὑψηλῆς θεολογίας τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἐκτός ἀπό τό ζήτημα τῆς «νέας Ἰερουσαλήμ» στήν διδασκαλία τοῦ προφήτη ἀπαντοῦν καί κάποια ἄλλα σημαντικά θέματα. Ἔτσι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ τονίζεται καί αὐτή στό βιβλίο. Ὁ Προφήτης περιγράφει τόν Θεό νά ἐπιτηρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς πρός τήν ἠθική του. Τονίζει ὅτι ὁ Θεός ἀντιμετωπίζει τόν ἄνθρωπο ἀνάλογα μέ τήν ἠθική του συμπεριφορά. Πράγματι, εἶναι σάν νά λέει ὅτι λειτουργοῦν οἱ λεγόμενοι πνευματικοί νόμοι. Στήν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης μέχρι καί σήμερα μπορεῖ νά «ξενίζει» ὡς αὐστηρή μιά τέτοια τοποθέτηση, ἀλλά ἡ λέξη «κλειδί» καί τότε καί τώρα εἶναι ἡ μετάνοια. Αὐτό τό βίωμα πού λέγεται μετάνοια «ἀλλάζει» μέχρι καί τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή κάμπτει ἀκόμα καί τήν βούλησή Του. Ὁ Θεός εἶναι ὄντως δίκαιος, διότι γνωρίζει καί τά πιό κρύφια τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι ὅμως ἐνεργεῖ ἔχει ὡς κίνητρο τήν ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο.

Αὐτό πού γίνεται σαφές μέσα ἀπό τήν μελέτη τῶν προφητικῶν κειμένων εἶναι ἡ κοινή ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὅλοι φορεῖς τοῦ ἴδιας χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού γεμίζει τήν καρδιά τους, φωτίζει τόν νοῦ τους, πού κινεῖ τήν γλῶσσα τους καί τήν γραφίδα τους. Τό ἅγιο Πνεῦμα τούς φωτίζει στό ἔργο αὐτό.

Κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση πῶς ἕνα τόσο μικρό βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς «κρύβει» τόση σοφία καί χάρη.

Νά σημειώσουμε ὅτι τήν μνήμη τοῦ προφήτη ἑορτάζουμε τήν 19η Νοεμβρίου καί τό βιβλίο του ὑπομνημάτισαν οἱ Θεόδωρος Μοψουεστίας (PG 66, 303-318), Θεοδώρητος Κύρου (PG 81, 1709-18), Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (PG 71, 581-596) καί Ἠσύχιος Ἰεροσολύμων (PG 93, 1351-54).