Kάθε Σάββατο «Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη


Τό βιβλίο αὐτό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ὑπάρχει στόν ἰουδαϊκό κανόνα ἀλλά μόνο στόν ἑλληνικό καί συγκεκριμένα στήν συλλογή τῶν Ποιητικῶν βιβλίων. Τό ὄνομα σχετίζεται μέ τόν συγγραφέα του ἀφοῦ διαβάζουμε στό 50,27 : «Ἰησοῦς υἱός Σειράχ ὁ Ἰεροσολυμίτης». Πρόκειται γιά κάποιον σοφό ἄνδρα ἀπό τήν Ἰουδαία, πού γεννήθηκε στά Ἰεροσόλυμα. Προέρχεται ἀπό οἰκογένεια εὐγενῶν καί ὁ ἴδιος διακρινόταν γιά τήν μόρφωσή του καί τήν προσήλωσή του στίς θρησκευτικές καί ἐθνικές παραδόσεις τῆς πατρίδας του. Πιθανόν περιόδευσε διάφορες περιοχές καί ἔμαθε γιά τόν τρόπο ζωῆς καί τίς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων λαῶν ἀποκομίζοντας μέ τόν τρόπο αὐτό ἀρκετές ἐμπειρίες, πεῖρα καί σοφία. Ἡ σοφία αὐτή συνδιάσθηκε μέ τήν θεία σοφία καί ἔτσι θέλησε νά καταγράψει τίς σκέψεις του, πού ἀποτελοῦν τό κείμενο τοῦ βιβλίου «Σοφία Σειράχ».

Χρονικά ἡ συγγραφή τοποθετεῖται μεταξύ τῶν ἐτῶν 190 καί 180 π.Χ. Οἱ σημαντικές ἀνακαλύψεις στό Κουμράν (1958) καί στά Μασαντά (1964) ἔδωσε πληροφορίες ὡς πρός τό πρωτότυπο κείμενο, τό ὁποῖο ὅμως μεταφράστηκε στήν ἑλληνική καί πλέον ἔχει καθιερωθεῖ ὡς ἐπίσημο κείμενο τοῦ βιβλίου.

Ὁ συγγραφέας ἔχει διπλό σκοπό ὡς πρός τήν σύνταξη τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Στά 51 κεφάλαιά του ἐπιθυμεῖ ἀφενός νά ὁριοθετήσει τά πιστεύω τῶν Ἰουδαίων καί νά τούς προφυλάξει ἀπό πιθανή προσκόλλησή τους στήν εἰδωλολατρία καί ἀφετέρου νά τονώσει τόν πατριωτισμό τους θυμίζοντάς τους ἔντονες στιγμές, γεγονότα καί πρόσωπα τῆς ἔνδοξης ἱστορίας τους. Ἄν θά θέλαμε νά τό συγκρίνουμε μέ ἄλλα βιβλία θά ἀναφέραμε ὅτι νοηματικά προσιδιάζει μέ τήν «Σοφία Σολομῶντος» καί τίς «Παροιμίες». Ἡ διαφορά μέ αὐτά εἶναι ὅτι ἡ «Σοφία Σειράχ» ἀναφέρεται σέ ταύτιση τῆς σοφίας μέ τόν μωσαϊκό νόμο.

Γενικά, περιέχει «θρησκευτικά καί ἠθικά διδάγματα ἐν ποιητικῇ μορφή…» ἀλλά πιό συγκεκριμένα τά ἐπιμέρους θέματα πού ἀναφέρονται εἶναι πολλά καί σημαντικά καί θά λεχθοῦν παρακάτω.

Ἐκτός τῆς θείας σοφίας καί τῆς προσωποποίησής της γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἀναφερθεῖ στήν «Σοφία Σολομῶντος», γίνεται ἀναφορά στήν ἀνθρώπινη ἀξία. Ἔτσι, γίνεται σαφής ἡ γήινη προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καί ἡ διάλυσή του εἰς τά «ἐξ ὧν συνετέθη», κατά τόν θάνατό του. Διασαφηνίζεται ὅτι «γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσει». Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ ἱκανά χαρίσματα προκειμένου νά διαχειρίζεται τήν ζωή του καί νά δοξάζει μέσα ἀπό αὐτήν τόν Δημιουργό του. Τοῦ δόθηκε ὁ νόμος σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά ζεῖ καί νά χαίρεται. Ὡστόσο, δέν μπορεῖ νά ξεχνᾶ ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἔχει ὅρια. Ἔρχεται ὁ θάνατος ὁ ὁποῖος δέν εἶναι αἴτιος πόνου καί μελαγχολίας ἀλλά εὐεργεσίας καί ἀνακούφισης. Κατά τήν ἀνθρώπινη βέβαια φύση ἡ δυσκολία τῆς ἀντιμετώπισής του εἶναι εὔλογη.

Ἄλλο σημαντικό θέμα πού ἐντοπίζεται στήν «Σοφία Σειράχ» εἶναι ἡ λατρεία. Μέ μεγαλοπρέπεια τελοῦνται οἱ λατρευτικές πράξεις στόν ναό (50,1-21). Οἱ θυσίες πραγματοποιοῦνται σύμφωνα μέ τόν Νόμο, ἀλλά συχνά δέν ἀποτελοῦν ἐσωτερικό καί καρδιακό καρπό. «Γίνονται γιά νά γίνονται»! Μέ τήν τυπική προσφορά τῆς θυσίας δημιουργεῖται μία σχέση συναλλαγῆς μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία δυστυχῶς παρατηρεῖται μέχρι σήμερα. Αὐτή ἡ σχέση δέν προάγει πνευματικά τόν ἄνθρωπο. Ἀντίθετα, ὅταν ἡ προσφορά στό Θεό γίνεται μέ χαρά τότε ὁ Θεός τό ἀνταποδίδει ἀσύγκριτα στόν ἄνθρωπο.

Ἕνα ἀκόμα θέμα πού ἀναπτύσσεται στήν «Σοφία Σειράχ» εἶναι ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν Ἰσραήλ καί τά ἄλλα ἔθνη. Ἐνῶ ἡ Ἰερουσαλήμ ἀποτελεῖ τήν πόλη πού ἐνθρονίστηκε ἡ σοφία, ἀναφέρεται πώς ὅλα τά ἔθνη βρίσκονται στήν μέριμνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι «ὁ ἄρχων» τῶν ἐθνῶν! Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεός ὡς δίκαιος κριτής πάντων θέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο νά συγχωρεῖ τόν διπλανό του, τόν πλησίον του. Αὐτήν τήν συγχωρητικότητα λαμβάνει ὑπόψιν Του καί συγχωρεῖ μέ τήν σειρά του καί Αὐτός ὅποιον συγχωρεῖ. Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τῆς «Σοφίας Σειράχ» γίνεται ἡ βάση γιά νά ἐκφραστεῖ, σέ ὅλη του τήν ἔκταση, ὁ λόγος τοῦ Χριστό στήν «Κυριακή Προσευχή»: «…καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέτες ἡμῶν…». Ἐδῶ φαίνεται, ὅπως καί σέ πολλά ἄλλα χωρία καί περικοπές τῶν δύο Διαθηκῶν, ἡ ἄρρηκτη σχέση μεταξύ τους».

Στήν «Σοφία Σειράχ», ἐκτός τῶν ἀνωτέρω θεμάτων, γίνεται ἀναφορά σέ καθημερινούς ἠθικούς κανόνες, βάση τῶν ὁποίων, ὁ πιστός διάγει καί διαμορφώνει τήν ζωή του. Ὡς πρόσωπο, ὡς μέλος τῆς οἰκογένείας του, ἀλλά καί ὡς μέλος τῆς κοινωνίας, ὁ πιστός καλλιεργεῖ τήν ἠθική του ὑπόσταση. Ἀσκεῖ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπεινότητα. Ἀποφεύγει τήν κακολογία, τήν ἀκολασία καί ὁποιαδήποτε κατάχρηση πού τόν ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ διαμορφώνει ἕναν εὐσεβῆ ἄνθρωπο πού σχετίζεται ἀρμονικά καί μέ τόν Θεό καί μέ τόν συνάνθρωπο.

Ἐν κατακλείδι, νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἑλληνική μετάφραση τοῦ βιβλίου «ἀξιώθηκε ἰδιαίτερης τιμής καί περισσῆς χρήσης τόσο ἀπό τούς ἰουδαίους τῆς αἰγυπτιακῆς Διασπορᾶς ἀρχικά ὅσο καί ἀπό τούς χριστιανούς ἀργότερα». Ἰδέες τοῦ βιβλίου ἀπαντοῦν στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως στά Λουκ.12,13 καί στό Ματθ.19,17. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἔκανε χρήση περικοπῶν ἀπό τήν «Σοφία Σειράχ» στήν λατρεία της. Ἐπίσης, οἱ πατέρες καί οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς δέν ἑρμήνευσαν τό βιβλίο.