Kάθε Σάββατο «Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη.

Τά χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν ἔλειψαν οὔτε θά λείψουν ποτέ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἕνα ἐξ αὐτῶν εἶναι τό προφητικό πού χαρακτιρίζει τήν Παλαιά Διαθήκη ἀλλά καί τήν ἀπό τότε μέχρι σήμερα ζωῆ τῆς Ἐκκλησίας. Eὐθύνη μας εἶναι νά διακρίνουμε καί νά μεταφέρουμε τό χάρισμα αὐτό στήν ἐποχή πού ζοῦμε καί νά διυσδίουμε μέ αὐτό στά συμβαίνοντα. Θά ἔλεγε κάποιος ὅτι ἡ ἐποχή τῶν προφητῶν ἔχει περάσει ἀνεπιστρεπτί καί δέν ὑπάρχει λόγος ἀναφορᾶς τῶν λόγων τους στήν ἐποχή μας, πού χρειάζεται μόνο λόγος ἀγάπης καί νουθεσίας χωρίς καμμιά ἔννοια ἐλέγχου γιά τά ὅσα ἀποφασίζονται καί πραγματώνονται. Τά ὅσα θά ἀναφερθοῦν θά καταρίψουν μέ εὐκολία τήν θεώρηση αὐτή. Ἀντίθετα πιστεύουμε ὅτι οἱ προφητικές προσεγγίσεις ἔχουν θέση κυρίως στήν ἐποχή μας.

Θά ξεκινήσουμε μέ τόν ὁρισμό τοῦ προφήτη. Προφήτης εἶναι αὐτός πού μιλᾶ ἀντί τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνο αὐτός πού προλέγει μελλοντικά γεγονότα ἀλλά αὐτός πού ἀποτελεῖ τό «στόμα τοῦ Θεοῦ» στή γῆ. Ἕνας ἐκ τῶν προφητῶν μέ αὐτήν τήν ἔννοια εἶναι ὁ Ὠσηέ, γιά τόν ὁποῖο δέν γνωρίζουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, ἐκτός τοῦ ὅτι γιός κάποιου Βεερή καί ὅτι καταγόταν καί ἔδρασε στό Ἰσραηλιτικό Βασίλειο. Ἀπό τήν γραφίδα του γίνεται σαφές ὅτι εἶχε λάβει μόρφωση καί παιδεία, ὅπως ἐπίσης ὅτι ἔζησε σέ ἀγροτική περιοχή γιατί χρησιμοποιεῖ συχνά εἰκόνες πού ἀφοροῦν σέ γεωργική ζωή. Στά τρία πρῶτα κεφάλαια τοῦ βιβλίου του γίνεται ἀναφορά στήν συζυγία του μέ τήν Γώμερ. Ὡς πρός τόν χρόνο γνωρίζουμε ὅτι ζεῖ καί δρᾶ τόν 8ο αἰώνα π.Χ. Ἡ ἐποχή αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό κοινωνική ἀναρχία καί ἀναστάτωση καί μοιάζει πρός τοῦτο πολύ μέ τήν ἐποχή μας. Κυρίως στό θρησκευτικό ἐπίπεδο ὑπάρχει κατάπτωση, ἡ ὁποία συμπαρασύρει στήν ἀντίστοιχη ἠθική κατάπτωση. Ὁ θρησκευτικός συγκριτισμός, ἡ ὀργιαστική λατρεία, ἡ τυπικότητα χαρακτηρίζουν τήν πρώτη καί τά φαινόμενα καταπιέσεως καί καταδυναστεύσεως τήν δεύτερη. Ἄν θέλουμε νά σημειώσουμε κάποια ἐπιπλέον στοιχεῖα περί τῆς κοινωνικῆς ἀναστάτωσης μποροῦμε νά ἀναφέρουμε τίς ἀπάτες, τίς κλοπές, τίς αἰσχροκέρδιες ἀκόμα καί τούς φόνους (Ὠσ.4,1,2.). Τό χειρότερο ὅλων ἦταν ἡ ὁμολογία κατοίκων ὅτι ἀποτίναξαν τόν ζυγό τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ζωή τους, ὅπως ἔκαναν καί μέ τόν βασιλιά τοῦ τόπου τους (Ὠσ.10,3). Εἶναι μιά φράση πού δηλώνει τήν ζοφερή περιρέουσα ἀτμόσφαιρα τήν ὁποία βίωνε ὁ προφήτης καί ἄλλη μία πού δηλώνει τήν ἔλλειψη κοινωνικῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ: «Ἀποφάσεις λαμβάνουν, ψευδεῖς ὅρκους κάμνουν, συνθήκας συνάπτουν, καί τό δίκαιον ἀνθεῖ ὡς δηλητηριῶδες φυτόν» (Ὠσ.10,4).

Ἀφοῦ δόθηκαν μερικά βασικά στοιχεῖα γιά τόν Ὠσηέ καί τήν ἐποχή του θά καταγράψουμε τά σημαντικότερα θέματα τῶν κηρυγμάτων του. Τό σημαντικότερο πού μᾶς προσφέρει ἡ διδασκαλία του ἀφορᾶ σέ αὐτόν τόν Ἴδιο τό Θεό. Τόν ὀνομάζει ἐνσάρκωση τῆς ἀγάπης. Μιά ἔκφραση πού θυμίζει καί παραπέμπει περισσότερο στήν Καινή Διαθήκη καί γιά τόν λόγο αὐτόν ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς «Ὁ Εὐαγγελιστῆς τῆς ἀγάπης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης». Πράγματι, λαμβάνοντας ὡς βάση τό προσωπικό περιστατικό τῆς ζωῆς του, ὅπου προδίδεται ἀπό τήν σύζυγο του Γώμερ, προσδιορίζει τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ μέ τήν σχέση τῶν συζύγων. Ὅσο στενή εἶναι ἡ σχέση αὐτῶν τόση θά πρέπει νά εἶναι καί αὐτή μεταξύ τοῦ πιστοῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ἡ σχέση αὐτή δημιουργήθηκε ὅταν ὁ Θεός κάλεσε τόν Ἰσραήλ νά συνάψει μαζί του διαθήκη, ὅταν τόν βοήθησε νά διαφύγει ἀπό τήν Αἴγυπτο, ὅταν τόν προστάτεψε στήν ἔρημο. Διαταράχθηκε ὅμως ἡ καλή κοινωνία ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες κατέλαβαν τήν γῆς τῆς Ἐπαγγελίας καί ξέχασαν τόν ἀληθινό Θεό τους ἐρωτοτροπώντας μέ τά εἴδωλα. Τότε πού ἀλλοίωσαν τήν καθαρή πίστη πού δέχθηκε ὁ Μωϋσῆς.Τήν στάση τους αὐτή ὁ προφήτης ὀνομάζει μοιχεία. Ἐδώ μπορεῖ νά σημειωθεῖ καί νά ὑπογραμισθεῖ ὁ κανόνας πού θά ἰσχύσει στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία μέχρι καί τίς μέρες μας: «Ὅταν ἡ Ἐκκλησία διώκεται, θριαμβεύει ἐνῶ ὅταν εἶναι ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους χάνει ἀπό τήν δόξα καί τήν καθαρότητά της».

Ὁ προσδιορισμός τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνσαρκωμένη ἀγάπη ἀναλύεται σέ δύο ἐπιμέρους σημεῖα: «Ὡς γνώση τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἀγάπη πρός τόν πλησίον». Ἡ γνώση σέ αὐτήν τήν περίπτωση δέν ἀφορᾶ σέ μιά στείρα γνώση ἀλλά στό βίωμα τῆς ἐμπιστοσύνης στό Θεό, στήν πίστη πρός Ἐκεῖνον, στήν ἀφοσίωση τοῦ ἀνθρώπου σ᾽Αὐτόν. Ὅμως ἡ πίστη αὐτή στό Θεό δέν εἶναι θεωρητική ὅταν καλλιεργεῖται μέσα ἀπό τήν ἀγάπη, τήν φροντίδα καί τήν μέριμνα πρός τόν συνάνθρωπο. Ὅταν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι καί ἐπέρχεται ἡ καταστροφή (Ὠσ.4,1). Καί πάλι ὅμως ὁ Θεός ἀναμένει τήν μεταμέλεια τῶν ἀνθρώπων ἔτσι ὥστε νά ζοῦν ἀρμονικά. Ἡ μετάνοια αὐτή ὅμως νά μήν εἶναι ρηχή καί ἐξ ἀνάγκης. Οὔτε ἀσθένειες, οὔτε πόλεμοι, οὔτε ἄλλα δεινά νά τήν προκαλοῦν ἀλλά νά προέρχεται ἀπό ἐλεύθερη καί ἐκούσια βούληση καί κατόπιν ὡρίμου σκέψεως. Στήν συνέχεια ἀναφέρεται καί στούς καρπούς τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας πού εἶναι μιά νέα καρδιά, μιά νέα ὁδός (Ὠσ.10,12).

Ἕνα σημαντικό σημεῖο τῆς διδασκαλίας τοῦ προφήτη εἶναι ἡ ἀποδοχή καί διάδοση τῆς παράδοσης πού παρέλαβε ἀπό τόν προηγούμενο ἀπό αὐτόν προφήτη. Εἶναι μιά «συνήθεια» πού παρατηρεῖται πού ἀπαντᾶ καί στά δύο μέρη τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη. Ὁ κάθε Προφήτης, Ἀπόστολος, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας παραλαμβάνει ἀπό τόν προηγούμενόν του τήν ὅλη διδασκαλία τήν ὁποία ὀνομάζουμε Παράδοση. Στήν περίπτωση τοῦ Ὠσηέ παραλαμβάνει τήν περί δικαιοσύνης διδασκαλία τοῦ προφήτη Ἀμώς καί ἔτσι ἐνῶ παρουσιάζει τόν Θεό ὡς ἀγάπη δέν ξεχνᾶ ὅτι εἶναι καί Θεός δικαιοσύνης. Ἡ ἀναγγελία τῶν ἀληθειῶν αὐτῶν γίνεται σέ ὅλο τόν κόσμο ἀνεξαιρέτως ἀλλά ἑρμηνεύεται περεταίρω καί σέ μιά μικρότερη ὁμάδα ἐνδιαφερομένων, αὐτοί πού θά ἀποτελέσουν τόν κύκλο τῶν μαθητῶν του. Καί ἐδώ παρατηροῦμε τήν ἴδια παράδοση μέ ἄλλους προφῆτες ὅπως ὁ Ἠσαΐας ἀλλά τό ἴδιο θά κάνει καί ὁ Χριστός μέ τόν κύκλο τῶν δώδεκα μαθητῶν Του.

Ἕνα ἀκόμα θέμα τό ὁποῖο θίγει ὁ προφήτης στήν διδασκαλία του εἶναι ἡ ἀσέβεια τῶν ἱερέων. Χρησιμοποιεῖ σκληρή γλῶσσα πρός αὐτούς. Ἄν καί λεπτός καί εὐαίσθητος στούς τρόπους του ὅταν θίγει κακῶς κείμενα τῆς κοινωνίας καί εἰδικά σέ αὐτούς πού πρέπει νά εἶναι τό παράδειγμα μέσα στόν κόσμο, χρησιμοποιεῖ σκληρή γλῶσσα. Ληστές καί δολοφόνους χαρακτηρίζει τούς ἱερεῖς. Δέν ἐννοεῖ τήν δολοφονία μόνο μέ τήν ἀλληγορική ἔννοια ἀλλά καί μέ τήν ἀπώλεια ζωῶν κατόπιν σχεδίου. Λέει: «Πρός συμμορίαν ληστῶν ὁμοιάζει ὁ σύλλογος τῶν ἱερέων, δολοφονίας διαπράττουν κατά τήν ὁδόν πρός τήν Συχέμ, ἐγκλήματα κάμνουν» (᾽Ωσ.6,9). Προσθέτει καί κάτι ἀκόμα ἐξίσου αὐστηρό Ὁμιλεῖ ὁ Θεός: « Πρός σέ ὅμως, ἱερεῦ, ἀπευθύνω τήν κατηγορία μου…Θά σέ ἐξολοθρεύσω, διότι ὁ λαός μου κατεστράφη ἀπό ἔλλειψιν γνώσεως…Ἐπειδή τόν νόμου τοῦ ἐλησμόνησες, λησμονῶ καί ἐγώ τά τέκνα σου…Ἐκ τῆς ἁμαρτίας του λαοῦ μου τρέφονται καί τήν ἀνομίαν αὐτοῦ ἡ ψυχή των ἐπιθυμεῖ» (Ὠσ.4,4-8). Στήν παράγραφο αὐτή τοῦ προφήτου τίθενται πρό τῶν εὐθυνῶν τους οἱ ἱερεῖς γιατί ἀφήνουν τούς ἀνθρώπους μακρυά ἀπό τήν γνώση τήν ὁποία ὁ Προφήτης προσδιορίζει ὡς ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ὅπως ἐπίσης ψέγει αὐστηρά τήν καλλιέργεια μιᾶς λατρείας εἰδωλολατρικοῦ καί συμφεροντολογικοῦ γιά τούς ἴδιους χαρακτήρα. «Τρέφονται» ἐκμεταλλευόμενοι τήν ἄγνοια ἤ τήν ἠμιμάθεια τῶν ἀνθρώπων. Γίνεται σαφές ὅτι δέν εἶναι ὑγιής αὐτή ἡ συμπεριφορά. Δέν ἀντέχει ὁ κόσμος τέτοιου εἴδους συμπεριφορά μετά τήν παρεύλευση τόσων αἰώνων.

Ἐκτός τῶν κληρικῶν δριμύς εἶναι ὁ λόγος του γιά τούς πολιτικούς. Τό ἔχουμε δεῖ καί στόν προφήτη Ἠσαΐα μέ τόν βασιλιά Ἄχαζ ἀλλά καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, τό βλέπουμε καί στόν Ὠσηέ. Ποιό; Τήν τακτική τῶν πολιτικῶν νά ἐνεργοῦν στηριζόμενοι μόνο στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις καί ὄχι στόν Θεό. Ἕνας πολιτικός δέν εἶναι αὐτός πού περιμένουμε νά ἐμπιστεύεται ἀπώλυτα τόν Θεό -ἄν καί αὐτό θά ἦταν θεμιτό- ἀλλά νά ἔχει κάποια ἔστω πίστη στόν Θεό. Στηλιτεύει ὁ προφήτης ὄχι μόνο τήν ἀπιστία καί σκληροκαρδία τους ἀλλά καί τήν χρησιμοποίηση τῆς «θρησκείας» γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν σκοπῶν του. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ γνήσιος προφήτης πρέπει νά ἐπέμβει καί νά ἐλέγξει τόν θεομπαίχτη πολιτικό, κρατικό λειτουργό. Μόνον ὅταν θίγεται ἤ διώκεται ἡ πίστη δικαιοῦται ὁ θρησκευτικός λειτουργός νά ἐμπλέκεται στά πολιτικά δρώμενα. Εἶναι ξένο καί ἀδιανόητο νά τόν ὡθοῦν ἤ πολύ περισσότερο νά ἐπιθυμεῖ ὁ ἴδιος πολιτικές θέσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἀπορρέουν μερισμοί καί κομματισμοί, διαμερίζοντας ἔτσι τό πνευματικό του ποίμνιο. Ὁ προφήτης-κληρικός εἶναι ὁ Χριστός στή γῆ ὁ ὁποῖος χωρᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτου πεποιθήσεως.

Ἕνα ἐπιπλέον χαρακτηριστικό τῆς προσωπικότητας τοῦ προφήτη εἶναι ἡ διατύπωση τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία ὅπως τότε ἔτσι καί τώρα, κοστίζει. Χρειάζεται μεγάλη πνευματική πρόοδος γιά νά δέχεσαι τήν ἀλήθεια στήν ζωή σου. Ὁ Ἰσραήλ δέν εἶχε αὐτό τό πνευματικό ἐπίπεδο καί γιά τόν λόγο αὐτό ὄχι μόνο δέν δεχόταν τίς νουθεσίες καί προφητικές ρήσεις ἀλλά ἀντίθετα ὀνόμαζε τόν προφήτη ἀνόητο καί τρελλό (Ὠσ.9,7) Μιά ὀργή χαρακτήριζε τήν στάση τους ἀπέναντί του. Εἶναι τακτική πού διαρκεῖ στούς αἰῶνες ὅταν κάποιος νιώθουμε ὅτι μᾶς ἐλέγχει μέ τόν λόγο του ἤ ἀκόμα καί μέ τήν μορφή του, μέ τήν παρουσία του. Μιά τέτοια ἀντιμετώπιση ἀποκαλύπτει τήν πνευματική ἀνεπάρκεια καί γυμνότητά μας.

Ἄν θέλαμε νά δωθεῖ σέ μιά ἔκφραση μόνο τό «πνεῦμα» τοῦ προφήτη μας, ἡ θεολογία του καί νά χαραχθεῖ ὁ λόγος του στήν μνήμη καί τίς καρδιές μας, ἄς ἀφωμιώσουμε ἕνα στίχο ἀπό τό μεστό χάριτος κείμενό του. Νά τί λέει ὁ προφήτης ὅτι ζητάει ἀπό τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός:

«Ἀγάπην ἐπιθυμῶ καί ὄχι θυσίες, γνώσιν τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁλοκαυτώματα» (Ὠσ.6,6)