Kάθε Σάββατο «Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη.

Ἄν ρωτούσαμε τόν Θεό τί θέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο θά διαβάζαμε τό Μιχ. 6, 6-8: Ὁ Κύριος σᾶς δίδαξε τί εἶναι καλό καί τί ἀπαιτεῖ ἀπό ἐσᾶς: Πρᾶξτε τό δίκαιο, δεῖξτε ἀγάπη, ἀκολουθῆστε τό Θεό σας πρόθυμα».

Κατά τήν μελέτη τῶν προφητικῶν κειμένων, θαυμάζεις τά ὅσα ἀναφέρουν αὐτοί οἱ θεόπνευστοι ἄνδρες καί ἀναρωτιέσαι ἄν ὑπάρχει κάποιος πού ὑπερέχει τῶν ἄλλων. Ὁ χωρισμός τῶν προφητῶν σέ μικρούς καί μεγάλους ἔχει νά κάνει μέ τήν ἔκταση τῶν βιβλίων τους καί ὄχι μέ τήν δύναμη τῆς πίστης τους ἤ τήν προσφορά τους στήν Ἐκκλησία. Εὔκολα διαπιστώνει ὁ ἀναγνώστης-ἐρευνητής ὅτι δέν μπορεῖ νά γίνει σύγκριση μεταξύ τῶν τόσο μεγάλων προφητικῶν μορφῶν, ἀλλά μόνο θαυμασμός γιά τόν καθένα μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά διαφορετικό λόγο. Σέ κάποιον παρατηρεῖς δυνατές εἰκόνες, στόν ἄλλον λέξεις μέ ὑψηλό θεολογικό περιεχόμενο, κ.τ.λ. Στόν προφήτη Μιχαία, πού σήμερα θά ἀναφερθοῦμε, ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ἀπαντᾶ ἡ ὑψηλότερη προφητική διδασκαλία. Αὐτό δέν εἶναι ὀξύμορο, μέ βάση τά ὅσα παραπάνω εἴπαμε, γιατί πράγματι ἡ διδασκαλία του εἶναι ὑψηλή, ἀφοῦ ἀποτελεῖ ἐπιτομή καί τῶν ἄλλων προφητῶν, κυρίως ὡς μαθητής στήν «Ἠσαΐειο σχολῆ». Μέσα σέ ἕναν στίχο, πού μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ τό ὑψηλότερο σημεῖο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀποδίδει τήν ὅλη πορεία καί ζωή τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. Ἄν λοιπόν ρωτούσαμε τόν Θεό τί θέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο θά διαβάζαμε τό Μιχ. 6,6-8: «Τί πρέπει τάχα νά προσφέρουμε στόν Κύριο, ὅταν θά ἔρθουμε νά προσκυνήσουμε τόν ὕψιστο Θεό; Νά τοῦ προσφέρουμε χρονιάρικα μοσχάρια γιά ὁλοκαύτωμα; Εὐχαριστιέται ὁ Κύριος μέ χιλιάδες κριάρια καί μέ μυριάδες ποτάμια λάδι; Νά τοῦ προσφέρουμε τά πρωτότοκά μας γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἀνομίες καί ἁμαρτίες μας; Ὁ Κύριος σᾶς δίδαξε τί εἶναι καλό καί τί ἀπαιτεῖ ἀπό ἐσᾶς: Πρᾶξτε τό δίκαιο, δεῖξτε ἀγάπη, ἀκολουθῆστε τό Θεό σας πρόθυμα». Γίνεται φανερό ὅτι τό κείμενο θυμίζει τήν ὑψηλή θεολογία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἐπίσης ἀποδεικνύει πόσο ἐπίκαιρο εἶναι καί στίς μέρες μας.

Ἄς ἀναφέρουμε ὅμως μερικά στοιχεῖα περί τοῦ βιβλίου καί τῆς προσωπικότητας τοῦ Προφήτη.
Τό ὄνομα Μιχαίας μεταφράζεται ὡς «τίς [εἶναι] ὡς ὁ Γιαχβέ». Ὁ Προφήτης καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη Μωρέσεθ πού βρισκόταν νοτιοδυτικά τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἔζησε καί ἔδρασε στό νότιο βασίλειο, κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 8ου αἰώνα π.Χ., ὅταν βασίλευαν οἱ: Ἰωάθαμ (756-741 π.Χ.), Ἄχαζ (741-725 π.Χ.) καί Ἐζεκίας (725-697 π.Χ.).

Ἡ ἐποχή πού ζεῖ εἶναι κρίσιμη καί γιά τά δύο βασίλεια, ἀφοῦ τό μέν βόρειο διάγει τίς ἡμέρες τῆς πτώσεώς του, τήν ὁποία προφήτευσε καί ὁ Μιχαίας, ἐνῶ καί στό νότιο ἔχουν ἐμφανιστεῖ τά σύννεφα τοῦ πολέμου. Πιό συγκεκριμένα, τό νότιο βασίλειο μετέχει σέ μιά ἀντισσυριακή κίνηση, μέ τήν πιθανή βοήθεια τῶν αἰγυπτίων. Ὁ Ἠσαΐας, ὁ ἄλλος μεγάλος προφήτης, προέτρεψε στήν μή συμμετοχή σέ αὐτήν τήν κίνηση (Ἠσ.20, 1ἑξ.), ἀλλά τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὁ βασιλιάς τῶν ἀσσυρίων Σεναχερίμ (704-681 π.Χ.) νά εἰσβάλλει στό ἰουδαϊκό ἔδαφος καί νά πολιορκήσει τήν Ἰερουσαλήμ τό 701π.Χ. Τήν πόλη δέν παρέδωσε ἀμαχητί ὁ Ἐζεκίας μέ τήν προτροπή τῶν πνευματικῶν ταγῶν τῶν ἡμερῶν του, τῶν προφητῶν δηλαδή Ἠσαΐα καί Μιχαία.
Πέρα τῶν ἐξωτερικῶν θεμάτων τοῦ βασιλείου, καί στό ἐσωτερικό κυριαρχοῦσε θρησκευτική, ἠθική καί κοινωνική κατάπτωση. Χαρακτηριστική ἦταν ἡ ἀποσύνθεση τῆς οἰκογένειας.

Ὁ Προφήτης σημειώνει καί κηρύττει κατά τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καί προτρέπει στήν ἐμπιστοσύνη πρός τό Θεό. Συμπάσχει μέ τόν λαό, δέν ἀπελπίζεται ἐνῶ ὅλοι τόν μάχονται. «Περίλυπος θρηνεῖ γιά τήν ἐπερχομένην καταστροφήν».

Καί αὐτός, ὅπως καί ὅλοι οἱ γνήσιοι προφῆτες, «βλέπει» κάποιον πού θά ἀλλάξει τήν πορεία τῆς ἱστορίας. Ὄχι μόνο ἐδαφικά, ἀλλά κυρίως ἐσωτερικά τόν ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τόν Μεσσία. Εἶναι αὐτός τοῦ ὁποίου θά προβλέψει τήν Γέννησή Του στήν Βηθλεέμ (Μιχ. 4, 1-5, 14). Εἶναι καί αὐτός πού προετοίμασε τόν ἔρχομό Του, ὅπως ἔκαναν καί οἱ πρό αὐτοῦ, ἀλλά θά κάνουν καί οἱ μετά ἀπό αὐτόν προφῆτες. «Σκεῦος ἐκλογῆς» ὁ προφήτης Μιχαίας, ὅπως καί κάθε ἄνθρωπος πού διαλέγει καί καλεῖ ὁ Θεός κοντά Του γιά τό ἔργο Του.

Ὁ Μιχαίας ἔχει ζωηρό λόγο καί δριμύτατο ὕφος. Ἐλέγχει τά κακῶς κείμενα, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη, γίνεται τρυφερός καί παρήγορος «στό κλωνάρι πού ἔχει γείρει», στόν ἄνθρωπο δηλαδή πού πάσχει. Εἶναι δηλαδή πραγματικός πατέρας. Αὐτός ὁ συνδυασμός τῆς σημείωσης τοῦ λάθους ἀλλά καί τῆς στήριξης καί ἐνίσχυσης ὅποιου «ἔπεσε» ἀποτελεῖ γνώρισμα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.