Ὁ Δεκαπενταύγουστος εἶναι μία περίοδος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, κατά τήν ὁποία ἡ ὀρθόδοξη ψυχή στρέφεται μέ βαθειά κατάνυξη πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ζητῶντας παράκληση καί παρηγοριά.

Ἐπί δεκαπέντε ἡμέρες, πρό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ψάλλεται ἐναλλάξ ὁ Μικρός καί ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας. Μόνο κατά τούς Ἑσπερινούς τῶν Σαββάτων καί τῆς Ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου δέν ψάλλονται οἱ Παρακλήσεις, ἐπειδή τό περιεχόμενό τους εἶναι πένθιμο καί ἰκετευτικό καί δέν συμφωνεῖ πρός τό χαρμόσυνο ὕφος τῶν ἑορταστικῶν αὐτῶν ὕμνων. Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τήν περίοδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἡ Μικρή Παράκληση ψάλλεται συχνά, «ἐν πάσῃ περιστάσει καί θλίψει ψυχῆς», εἴτε στούς Ἱερούς Ναούς, εἴτε καί κατ’ οἶκον, ἀπό τούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νά ἱκετεύσουν δι’ αὐτῆς τήν Θεοτόκο καί νά ἐπικαλεσθοῦν τήν μεσιτεία Της.

Ἡ δέ διάκριση τῶν Παρακλήσεων σέ Μικρή καί Μεγάλη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καί μόνον στήν ἔκταση, τό μέγεθος τῶν τροπαρίων.

Ἡ Μικρή Παράκληση εἶναι ποίημα κάποιου Ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἄλλους μέν ὠνομάζονταν Θεοστήρικτος καί ἦταν Μοναχός, κατ’ ἄλλους δέ Θεοφάνης. Ὅπως φαίνεται, ὅμως, πρόκειται περί τοῦ ἰδίου προσώπου, τό ὁποῖο ἔγινε Μοναχός καί ἀπό Θεοφάνης μετωνομάσθηκε σέ Θεοστήρικτο. Ἡ Μεγάλη Παράκληση εἶναι ἔργο τοῦ Θεοδώρου τοῦ Β , τοῦ Δουκός, Βασιλέως τῆς Νικαίας, τοῦ ἐπονομαζομένου Λασκάρεως, ὁ ὁποῖος ἔζησε περί τά μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος καί εἶναι πολύ μεταγενέστερος τοῦ Θεοστηρίκτου, τοῦ Μοναχοῦ.

Οἱ δύο Παρακλήσεις, πλήν τοῦ Κανόνος, περιλαμβάνουν στήν Ἀκολουθία τούς καί Ψαλμούς, δεήσεις ὑπέρ τῶν ζώντων πιστῶν, ὑπέρ τῶν ὁποίων τελοῦνται, καί Εὐαγγελική περικοπή. Τό περιεχόμενό τους εἶναι ἱκετευτικό, συγκινεῖ τούς πιστούς, διδάσκει καί προτρέπει αὐτούς νά προστρέχουν μέ θάρρος καί ἐμπιστοσύνη πάντοτε πρός τήν Κυρία Θεοτόκο, τήν Μεγάλη Μητέρα τους, γιά νά βρίσκουν παρηγοριά καί νά λαμβάνουν βοήθεια στίς ἀνάγκες τους.