Βασιλική-Μαρία Βασιλείου, φοιτήτρια Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Με τον όρο «Παλαιοημερολογίτες» χαρακτηρίζεται ένα σώμα πιστών που έχει αποκοπεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία και δεν έχει κοινωνία ούτε με τα Πατριαρχεία και τις Εκκλησίες που ακολουθούν το παλιό αλλά ούτε και με αυτές που ακολουθούν το νέο ημερολόγιο. Η αποκομμένη αυτή ομάδα ανθρώπων θεωρείται αίρεση καθώς προχωράει στην διάδοση μίας νέας διδασκαλίας, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που προβάλλει η Εκκλησία (μη αποδοχή του διορθωμένου Ιουλιανού ημερολογίου). Επομένως κάτι τέτοιο επισύρει το ανάθεμα (η έσχατη και βαρύτερη εκκλησιο-κανονική ποινή), τον ισόβιο αποκλεισμό από την εκκλησιακή κοινωνία, τακτική που εφαρμόζεται στην περίπτωση της αίρεσης.

Η απόσχιση των Παλαιοημερολογιτών από την Ορθόδοξη Εκκλησία έγινε σχεδόν έναν αιώνα πριν, το 1924. Αυτό συνέβη γιατί η Εκκλησία της Ελλάδος διόρθωσε το λάθος του Ιουλιανού ημερολογίου, μεταφέροντας την εαρινή ισημερία στις 21 Μαρτίου αντί στις 9 Μαρτίου. Οι Παλαιοημερολογίτες κατηγόρησαν την Εκκλησία ότι υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο των Ρωμαιοκαθολικών. Η Εκκλησία παρόλο που προχώρησε σε μεταφορά της εαρινής ισημερίας την 21η Μαρτίου, ωστόσο οι Παλαιοημερολογίτες την διατήρησαν στις 8 Μαρτίου.

Στην διδασκαλία τους υποστήριζαν πως το ημερολόγιο είναι παράδοση της Εκκλησίας και ότι η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (843) αναθεματίζει όσους αθετούν τις παραδόσεις. Ακόμη κηρύττουν (από το 1924 έως σήμερα) πως «όποιος δεν διατηρεί το παλιό ημερολόγιο δεν σώζεται», ενώ η διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, την οποία πραγματοποίησε η Εκκλησία της Ελλάδος, είναι αντικατάσταση του με το αναθεματισμένο Γρηγοριανό.

Εξίσου σημαντικό βέβαια, είναι και το γεγονός ότι ερμηνεύουν με αιρετικό τρόπο τον ΙΕ’ Κανόνα της επί Μεγάλου Φωτίου Πρωτοδευτέρας Συνόδου, περί διακοπής του μνημοσύνου του αιρετικά διδάσκοντος επισκόπου (Σύμφωνα μέ τόν κανόνα αυτόν , η διακοπή τού μνημοσύνου τού οικείου Επισκόπου ( όχι καί τής υπόλοιπης Εκκλησίας ), επιτρέπεται ( δέν επιβάλλεται ) μόνο γιά λόγους πίστεως ( γιά , κατεγνωσμένη υπό τών Πατέρων , αιρετική διδασκαλία ) . Αίρεση είναι : » Τό έν τινί παρεκλίναι τών κειμένων ημίν δογμάτων , περί τής ορθής πίστεως » ( βλ. Αγίου Συμεών , κατήχηση λβ΄ ).

Από το 1924 μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί μεταξύ των «Παλαιοημερολογιτών» περίπου 12 νέα σχίσματα, αλλά και πλήθος ανεξάρτητων τα οποία όλο αλληλοαναθεματίζονται και όλο διαιρούνται σε νέα.

Όσον αφορά το πώς προσελκύουν απλοϊκούς πιστούς, που συνήθως έχουν πλήρη άγνοια περί της αιρέσεως των παλαιοημερολογιτών, αυτό είναι κάτι εξαιρετικά εύκολο. «Πατώντας» στο γεγονός πως εφόσον το Άγιον Όρος, η Ρωσία και τα Ιεροσόλυμα δεν διόρθωσαν το ημερολόγιο, αλλά διατήρησαν το παλαιό, τότε επομένως και αυτοί που δεν ακολουθούν το νέο ημερολόγιο έχουν δίκιο. Κάτι τέτοιο φυσικά είναι καταφανώς μη αποδεκτό καθώς τα προαναφερθέντα μέρη που τηρούν το παλαιό ημερολόγιο διατηρούν πλήρη κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τα λοιπά Πατριαρχεία. Η κοινωνία του Αγίου Όρους, της Ρωσίας, των Ιεροσολύμων και όσων άλλων περιοχών διατηρούν το παλαιό ημερολόγιο με τις Εκκλησίες που υιοθέτησαν το νέο παραμένει απαρασάλευτη καθώς η διόρθωση του ημερολογίου δεν έθιξε τους τέσσερις Κανόνες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου που αφορούν στο Άγιο Πάσχα.

Σήμερα, οι χωρισμένες παρατάξεις των παλαιοημερολογιτών έχουν φτάσει στο σημείο να έχουν περισσότερους του ενός Επισκόπου σε μία πόλη. Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς σύμφωνα με αυτήν ο Επίσκοπος είναι «εις τόπον, εις τύπον και εις τρόπον Χριστού» (ένας Χριστός- μία Εκκλησία άρα ένας Επίσκοπος- μία Εκκλησία)

Ένας ακόμη σοβαρός ισχυρισμός τους είναι ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι αιρετικός. Κάτι τέτοιο, βέβαια, σαφέστατα δεν ισχύει καθώς κάθε χρόνο το Άγιο Φως ανάβει στον αγιότερο σημείο για τους Χριστιανούς ανά τον κόσμο, τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό το θείο σημάδι έρχεται να αποδείξει ακόμη πως η διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου δεν στάθηκε πρόσκομμα, στο να λαμβάνουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σημεία και αποκαλύψεις του Θεού.

Σχετικά με τους αγίους των παλαιοημερολογιτών, αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει επίσημη ανακήρυξη αγίων, αλλά ούτε και υποψήφιοι προς ανακήρυξη άγιοι. Εντούτοις διεκδικούν αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άγιος Σάββας εν Καλύμνω, Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς κ.α.), ενώ δέχονται τους άγιο Φιλούμενο Ιεροσολύμων, άγιο Λουκά Κριμαίας, όσιο Σιλουανό τον Αθωνίτη καθώς οι παραπάνω περιοχές (Ιεροσόλυμα-Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Κριμαία-Εκκλησία της Ρωσίας και Άγιον Όρος) ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο κι όχι το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Κλείνοντας, θα ήταν σωστό να κάνουμε μία αναφορά στον Γέροντα Παΐσιο (1924-1994), ο οποίος ασκήτεψε στο Άγιον Όρος (Παλαιό ημερολόγιο). Θλιβόταν για την αποκοπή των «Παλαιοημερολογιτών από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ δεν έπαυε να προσεύχεται γι’ αυτά τα πλανεμένα τέκνα του Θεού.