Τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ι.Μ. Φωκίδος, Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη

Στό προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφερθήκαμε στούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καί σε ὅσους ἀγάπησαν μέ θεῖο ἔρωτα τόν Ἰησοῦ. Εἴδαμε πῶς μιλοῦν οἱ ἐραστές τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἐραστή τῆς ψυχῆς τους. Μέσα σ’ αὐτό τό πνεῦμα τοῦ θείου ἔρωτα μπορεῖ τώρα ὁ ἀναγνώστης μας να ἐννοήσει γιατί ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι μιά ἁπλή θρησκεία, ἀλλά μιά διαπροσωπική σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἀνθρώπων καί Θεοῦ. Εἶναι μια ἐρωτική σχέση καί ἡ ἐρωτική σχέση εἶναι πάντα βίωμα.

Τό πῶς αἰσθάνεται καί νιώθει ὁ ἐρωτευμένος, μόνο ἐκεῖνος μπορεῖ νά τό ἐκφράσει καί νά τό περιγράψει. Γιατί ὁ θεῖος ἔρωτας εἶναι μιά ἐμπειρία πού δέ μεταδίδεται μέ λόγια, ἀλλά οὔτε καί περιγράφεται εὔκολα.

Ἐμεῖς μέσα σ᾿ αὐτό τό πνεῦμα θά προσπαθήσουμε παρακάτω νά ἑρμηνεύσουμε πολλές διδασκαλίες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησία μας. Θά τις δοῦμε ὅμως ὄχι μέσα ἀπό ἕνα ξερό ὀρθολογιστικό τυπικό ἤ ἀπό μιά τυπική καί ἀπρόσωπη σχέση μεταξύ χριστιανοῦ καί Χριστοῦ, ἀλλά μέσα ἀπό το πνεῦμα καί τό βίωμα τῶν ἐραστῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἱερός ναός-Ἐκκλησία εἶναι γιά τούς ἐραστές τοῦ Χριστοῦ τό ἐπίγειο σπίτι τοῦ Ἐραστῆ τους. Εἶναι μιά ἐπίγεια μικρογραφία τοῦ οὐράνιου παλατιοῦ τοῦ Βασιλέως καί Ἐραστῆ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν πάνω στή γῆ, ὁ οὐράνιος Παράδεισος σέ ἀνθρώπινη ἔκφραση. Μέσα στόν Παράδεισο-σπίτι τοῦ Ἰησοῦ συζοῦν οἱ ἅγιοι καί ὁ Χριστός, ζοῦν οἱ ἐραστές τοῦ Χριστοῦ, συγκατοικοῦν καί συμβασιλεύουν μέ το Νυμφίο τους.

Γιά τούς ἐραστές τοῦ Χριστοῦ κέντρο τῆς ὅλης τους ζωῆς καί τῆς πνοῆς τους εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Αὐτός εἶναι τό φῶς τῶν ματιῶν τους καί ἡ ἀγάπη τῆς καρδιᾶς τους. Αὐτό οἱ πιστοί τό ἀποτυπώνουν τοποθετώντας στό κέντρο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, μέσα στό ἐπίγειο σπίτι τοῦ Ἰησοῦ, τόν πολυέλαιο, σύμβολο τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης, ἀλλά καί τῆς πηγῆς τοῦ φωτός. Ὁ πολυέλαιος δέν εἶναι τίποτε

ἄλλο, παρά ὁ Θεός-Χριστός, πού εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός, τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης καί εἶναι το κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Στούς τοίχους τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ἀπεικονίζονται οἱ ἐραστές τοῦ Θεοῦ, οἱ ἅγιοί Του, οἱ φίλοι και ἀδελφοί Του. Ἔτσι συμβολικά καί μέ γήινο τρόπο προσπαθοῦν νά ἀποτυπώσουν οἱ πιστοί αὐτό πού στά οὐράνια εἶναι μιά πραγματικότητα, τή συγκατοίκηση, δηλαδή, τοῦ Ἰησοῦ μέ τούς ἐραστές Του μέσα στήν αἰώνια κατοικία Του.

Σ᾿ αὐτό τό σπίτι, τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, θέλουν καί προσπαθοῦν να συγκατοικήσουν ὅλοι ὅσοι ἀγαποῦν τόν Ἰησοῦ καί γιά ὅλους ὑπάρχει χῶρος. Γιατί δέν πρόκειται περί ἑνός ἀνθρώπινου ἔρωτα, ἀλλά περί ἑνός ἔρωτα θεϊκοῦ, πνευματικοῦ, καί σέ ἐντελῶς διαφορετικές διαστάσεις ἀπό τό σαρκικό ἔρωτα. Τό Ἱερό εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλιᾶ και Ἐραστῆ μας Χριστοῦ. Οἱ τέσσερις κεντρικοί κίονες πού κρατοῦν τόν τροῦλλο τοῦ ναοῦ, εἶναι οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές, πού κρατοῦν μέ τά εὐαγγέλιά τους, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, τήν ἀλήθεια για τό πρόσωπό Του.

Ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει τό κοινό τραπέζι, ὅπου συντρώγουμε τόν κοινό Ἄρτο καί πίνουμε ἀπό τό κοινό Ποτήριο πού ὁ οἰκοδεσπότης και Νυμφίος τοῦ σπιτιοῦ μᾶς παραθέτει. ἩἉγία Τράπεζα ὅμως συμβολίζει καί τό κενό μνῆμα, ὅπου ἐτάφη καί ἀνέστη ὁ Χριστός μας. Εἶναι, δηλαδή, ὁ τάφος τοῦ Ἀγαπημένου μας, πού χαρίζει καθημερινά ζωή αἰώνια. Ἀλλά καί τό κεράκι, πού τό παίρνουμε σβηστό, καθώς μπαίνουμε στό ναό, καί το ἀνάβουμε ἀπό τήν καντήλα, συμβολίζει τήν ψυχή μας, πού ζεῖ στό σκοτάδι καί λαμβάνει τό αἰώνιο φῶς ἀπό τό Χριστό, πού εἶναι τό μοναδικό Φῶς. Τό ἴδιο συμβολίζει καί ἡ λαμπάδα, πού την κρατοῦμε σβηστή τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως και μᾶς τήν ἀνάβει ὁ ἱερέας δίνοντάς μας τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πράξη καί ἡ τελετή αὐτή συμβολίζει το σκοτάδι πού ζοῦμε καί τήν εἴσοδό μας στό χῶρο τοῦ φωτός.

Ὁμολογοῦμε κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι εἴμαστε νεκροί καί ἀνασταινόμαστε, ἤμασταν στό θάνατο καί ἐρχόμαστε στή ζωή. Γι᾿ αὐτό καί τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας εὐχόμαστε ὁ ἕνας στον ἄλλον “καλή Ἀνάσταση”, “καλό Πάσχα”. Πάσχα σημαίνει πέρασμα ἀπό τό θάνατο στή ζωή. Γιά νά φτάσουμε ὅμως στόν ἱερό ναό καί να εἰσέλθουμε σ’ αὐτόν, ἀνεβαίνουμε πρῶτα τά σκαλιά πού βρίσκονται ἀπ’ ἔξω. Ἔτσι καί γιά να εἰσέλθουμε στό πραγματικό σπίτι τοῦ Ἰησοῦ, στην οὐράνια Βασιλεία Του, θά πρέπει πρῶτα να ἀνεβοῦμε τή σκάλα τῶν ἀρετῶν, ὅπως τήν περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης στό βιβλίο του “ἡ Κλίμαξ τῶν ἀρετῶν”. Κάθε σκαλί εἶναι καί μια ἀρετή.

Ὅλα, λοιπόν, τά ἀντικείμενα, ἀλλά καί τά τελούμενα μέσα στό ναό εἶναι συμβολικά καί ἔχουν νά κάνουν μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἐραστῆ μας Χριστοῦ. Τίποτα μέσα στό ναό δέν τελεῖται τυχαία, τίποτα δέν τοποθετεῖται τυχαία. Οἱ ἐραστές τοῦ Ἰησοῦ ἐπέλεξαν ἀπό τον εἰδωλολατρικό κόσμο καί ἀπό τή δική τους ἐποχή ὅ,τι καλύτερο μποροῦσε νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἀνθρώπινης πλευρᾶς, προκειμένου νά μπορέσει να μεταφέρει ὅσο γινόταν τόν οὐράνιο Παράδεισο, τη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πάνω στή γῆ, ὥστε να συγκατοικεῖ καί νά συζεῖ ἀπό τώρα μέ τόν Ἐραστή του. Οἱ ἱεροί ναοί εἶναι τελικά, πάντα στα ἀνθρώπινα πλαίσια, μιά μορφή τῆς οὐράνιας Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Εἶναι ὁ τόπος συνάντησης τῶν ἐραστῶν τοῦ Χριστοῦ μέ τον Ἐραστή τους.

Ἄν τώρα μέ ρωτούσατε κάθε πότε δυό πρόσωπα ἐρωτευμένα θέλουν να συναντῶνται ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο, θά σᾶς ἀπαντοῦσα «καθημερινά». Θέλουν, ἄν εἶναι δυνατόν, συνεχῶς να συναντῶνται καί νά συνομιλοῦν, ἕως ὅτου παντρευτοῦν καί συζήσουν πλέον στήν ἴδια κατοικία.

Αὐτό συμβαίνει καί μέ τόν Ἐραστή Ἰησοῦ και τούς ἐραστές Του. Ἀναζητοῦν τήν ὥρα καί το χρόνο πού ὁ ἕνας θά ἐπισκεφθεῖ τόν ἄλλον στο σπίτι του. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται στό σπίτι τοῦ ἐραστῆ Του, ὅταν ἐκεῖνος Τόν καλέσει. Κι ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει στό σπίτι-Ἐκκλησία τοῦ Ἐραστῆ του Ἰησοῦ κάθε φορά πού Ἐκεῖνος τόν καλεῖ. Αὐτό εἶναι ὁ ἐκκλησιασμός.

Ἄν κάποιο πρόσωπο τό ἀγαπᾶς καί τό λατρεύεις, θέλεις συνεχῶς να βρίσκεσαι μαζί του. Πηγαίνεις συχνά στό σπίτι του κι ἐκεῖνο ἔρχεται στο δικό σου. Κάθεσαι μέ τίς ὧρες μαζί του, μιλᾶς και συντρώγεις. Τοῦ ἀναλύεις τά προβλήματά σου, τοῦ λές τίς σκέψεις σου, τοῦ ξετυλίγεις τήν καρδιά σου. Αὐτό δέν κάνεις μέ τούς ἀνθρώπους πού ἀγαπᾶς; Ἄν γιά σένα κάποιος εἶναι ἄγνωστος ἤ ξένος, εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο ὅτι οὐδέποτε ἐσύ θά πᾶς στό σπίτι του ἤ ἐκεῖνος θά ἔρθει στό δικό σου. Ἄν σοῦ εἶναι ἁπλῶς γνωστός, κάπου-κάπου θα ἀνταλλάσσετε τυπικές ἐπισκέψεις. Ἄν εἶναι φίλος ἤ ἀδελφός σου, ἡ ἐπαφή καί ἡ ἐπικοινωνία σας θα εἶναι ἀκόμα πιό στενή. Ἄν ὅμως εἶναι ὁ ἔρωτας τῆς ζωῆς σου, ἡ ἀγάπη σου καί ἡ λατρεία σου, τότε ἡ ἐπαφή καί ἡ ἐπικοινωνία μαζί του δέ θά εἶναι συνεχής;

Τί εἶναι, λοιπόν, φίλε ἀναγνώστη, γιά σένα ὁ Ἰησοῦς; Τήν ἀπάντηση δῶσ’ την στόν ἑαυτό σου μόνος σου. Ρώτησε τόν ἑαυτό σου κάθε πότε ἀνταλλάσσετε ὁ ἕνας ἐπισκέψεις στό σπίτι τοῦ ἄλλου, κάθε πότε βλέπεστε καί κάθε πότε τά λέτε… Καί μόνος σου θά διαπιστώσεις ἄν ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἕνα πρόσωπο ξένο γιά σένα, ἄν σοῦ εἶναι ἁπλά γνωστός, φίλος, ἀδελφός ἤ εἶναι ὁ Ἐραστής τῆς ψυχῆς σου καί ἡ μοναδική σου ἀγάπη. Ἄν σοῦ εἶναι ξένος, εἶναι πολύ φυσιολογικό να μήν Τόν ἐπισκέπτεσαι σπίτι Του, δηλαδή νά μην ἐκκλησιάζεσαι καθόλου, νά μή συναντιέστε καί να μήν τά λέτε. Δυό ξένοι εἶναι σίγουρο καί βέβαιο ὅτι δέν ἔχουν τίποτα κοινό νά ποῦν καί πολύ περισσότερο δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη, ἀφοῦ δε γνωρίζονται, νά θέλουν νά βρεθοῦν.

Ὅλη, λοιπόν, ἡ σχέση σου μέ τήν Ἐκκλησία-ἐνορία σου κρίνεται ἀπό τό ποιά εἶναι ἡ σχέση σου καί ἀπό τό τί εἶναι γιά σένα ὁ Ἰησοῦς. Δέν ἀρκεῖ νά λές ὅτι Τόν ἀγαπᾶς, γιατί εἶναι σάν νά λές ὅτι ἀγαπᾶς κάποιον, ἀλλά δέν ἔχεις ἐπαφές μαζί του. Ἡ ἀγάπη πρός κάποιο πρόσωπο ἐκδηλώνεται καθημερινά μέ τά ἔργα μας πρός αὐτό. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Πίστη καί ἀγάπη χωρίς ἔργα εἶναι νεκρή! Γιά τούς ἐραστές τοῦ Ἰησοῦ ὁ ἱερός ναός κι ὁ
ἐκκλησιασμός δέν εἶναι κάτι ξένο ἤ ἕνα καθῆκον τυπικό, πού πρέπει νά τό ἐκτελέσουν. Εἶναι μια ἀνάγκη ψυχική, πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τους. Κινοῦνται ἀπό τόν ἔρωτα τῆς ψυχῆς τους, γιά να συνευρεθοῦν μέ τόν Ἐραστή τους Ἰησοῦ στήν κατοικία Του. Ἐκεῖνος πού κινεῖ κάθε ἐκδήλωσή τους εἶναι ὁ ἔρωτάς τους. Ὅλες τους οἱ ἐνέργεις καί οἱ πράξεις μαρτυροῦν ὅτι αὐτό βιώνουν. Ὁ ἐρωτευμένος, λένε πολλοί, φαίνεται ἀπό μακρυά. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς ἐραστές τοῦ Ἰησοῦ. Τό βλέπεις στά μάτια τους, τό διακρίνεις στά λόγια τους, τό ἀντιλαμβάνεσαι ἀπό τά ἔργα καί τίς κινήσεις τους…