Ήταν χάλια. Χλωμός, άυπνος μέρες ολόκληρες. Μάτια σε συνεχή δειλινό. Χέρια μαραμένα αδύναμα. Το απόγευμα θα την συναντούσε μετά από τόσο καιρό κι ας ήταν τόσο κουρασμένος.

Έκατσε δίπλα του και άρχισε να του μιλάει, για το πόσο κακό κάνει στον εαυτό του, για το πόσο αυτοκαταστροφικός ήταν και οτι σύντομα θα κατέληγε στον θάνατο.

Του είπε εδάφια από το ευαγγέλιο, από πατερικά κείμενα. Ιστορίες από το γεροντικό και το ψαλτήρι. Του έλεγε ασταμάτητα νουθεσίες, προτροπές και όλα αυτά «για το καλό του» για την «σωτηρία» του.

Εκείνος δε μπόρεσε να ακούσει τίποτα από όλα αυτά.

Γύρισε και την κοίταξε μες στα μάτια, με ένα βλέμμα ραγισμένο και τόσο βαθιά σιωπηλό.

-Σε παρακαλώ.. μπορείς να σωπάσεις για λίγο και να με πάρεις μια αγκαλιά;

Ο πονεμένος δεν θέλει αναλύσεις αλλά αγάπη.

π. λίβυος