«Ο κάμπος βγάζει άλογα και τα βουνά λεβέντες».

Αρέσκεται να επαναλαμβάνει τούτη τη φράση ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, επίσκοπος της Τριπολιτσάς, αναφερόμενος στο παλικάρια της επαρχίας του. Όμως απόλυτα ο λόγος τούτος ταιριάζει στον ίδιο.

Κοντεύουν μεσάνυχτα της 12ης Ιουνίου 2017 και στο μαρμαρόγλυπτο θρόνο του Ναού της αγίας Βαρβάρας, του προσκυνήματος της Αποστολικής Διακονίας, χοροστατεί ενώπιον των λειψάνων της Αγίας Ελένης, ψάλλοντας στεντορία τη φωνή, ο Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας.

Δεν μένει παρά ακούγοντας τον, να πληκτρολογήσω συνοπτικά λίγες σκέψεις τιμής για τούτον το Γέροντα. Τον Γέρο του Μορία όπως τον ονομάζουν φίλοι και συνεπίσκοποι του.

Δωρικός στην ζωή και τους τρόπους. Καλογερόπαπας σωστός. Αναθρεμμένος στα ορεινά της Μαντινείας, εργάζεται, πάει Γυμνάσιο στην Τρίπολη και Εκκλησιαστική Σχολή στην Κόρινθο. Ιεροκήρυκας στην επαρχία τους ο παπαΣεραφείμ ο Ρόρης, σήμερα επίσκοπος στην Κύμη, από τα βουνά της Κυνουρίας εκείνος, είναι καλό παράδειγμα για τον νεαρό από το Πάπαρι.

Η πρώτη συνάντηση του με τον προκάτοχο του, Μητροπολίτη Γερμανό, περιστρέφεται γύρω από το λερωμένο από τα βρεγμένα υποδήματα του Αλεξάνδρου, χαλί του επισκοπικού γραφείου. Απροσπέλαστοι οι Δεσποτάδες τότε, απρόσιτοι, δύστροποι. Δεσποτάδες όνομα και πράγμα.

Σπουδάζει, και γυρνά θεολόγος στο τόπο του, καθηγητής στο σχολειό. Μα η καρδιά του έχει πόθο. Νέος Δεσπότης στην Τρίπολη ο Θεόκλητος. Χειροτονείται και καταλαμβάνει την θέση του Σεραφείμ που εν τω μεταξύ έγινε Δεσπότης στην Καρυστία. Ιεροκήρυκας, σε εποχές ακόμα δύσκολες σε όλα. Προχωρά, μα κάνει και το πρωτοποριακό για την εποχή, Οίκο Τυφλών Γυναικών. Προσλαμβάνεται στην Ιερά Σύνοδο ως Γραμματέας των Συνοδικών Δικαστηρίων και τον Μάιο του 1984 εξελέγη Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Εργάζεται δημιουργικά στην Ναυπακτία και στις 25 Ιανουαρίου 1995 καθίσταται ποιμενάρχης στην πατρίδα του. Πέτρα στην πέτρα δεν άφησε από τότε. Ανακαίνισε τα μοναστήρια και τους ναούς, επέκτεινε το Γηροκομείο Τρίπολης, έκανε άλλο στο Λεωνίδιο, έστησε παιδικό σταθμό, έφτιαξε παπάδες, δεσποτάδες, καλογέρους και καλογριές, ανέβηκε στο τρακτέρ και έκανε τα χέρσα βακούφια, παραγωγικούς οπωρώνες, διασφάλισε τα κτήματα των μονών και τα έβαλε με εθελοντές παπάδες και λαϊκούς, να δίνουν τους καρπούς τους στα ιδρύματα.

Φίλος με τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Συνυπηρετούν στα γραφεία της Συνόδου και διακονούν εκτός Αθηνών. Για τις μετακινήσεις τους αγοράζουν από ένα «σκαραβαίο». Ο Μαντινείας τον οδηγά ακόμα. Φέρνει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με δόξα και τιμές στην Τρίπολη. Αν και Ιεράρχης της Αυτοκεφαλού, τον μνημονεύει σε κάθε Λειτουργία, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να βρεθεί στο Φανάρι και στην Μικρασία. Πρόσφατα δε και στην Ίμβρο, όπου ο φίλος του ο Σούλης Κωνσταντόπουλος, άρχοντας Έξαρχος πιά, ξανάστησε ένα ναό των Ταξιαρχών.

Μα στα 81 του, «μας έστειλες δικέ μου» όπως θα έλεγε και ένας σύγχρονος έφηβος. Κατέβηκε στην Κύπρο και κάθισε στα θρανία. Θα κάνει μεταπτυχιακό. Ξεκίνησε να φοιτά και θα ετοιμάσει εργασία. Δεν του είναι άγνωστη η μελέτη και η συγγραφή. ‘Έχει αρκετά πονήματα παραδώσει από την γραφίδα του. Δέσποτα τι να πούμε, καλό πτυχίο.

Συνοπτικός