Η ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
† Αρχιμ. Ειρηναίος Λαφτσής
Balkans 1940Α. Η ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
Δεν ήταν τυχαία η ημερομηνία που επέλεξε ο Μουσολίνι για να πατήσει στην Ελλάδα. Η 28η Οκτωβρίου ήταν επέτειος της ανάληψης της εξουσίας από τον φασισμό στην Ιταλία το 1922. Πρώτα η Ιταλία έστειλε ένα τελεσίγραφο στην Ελλάδα ζητώντας ορισμένες βάσεις στο ελληνικό έδαφος από όπου θα αντιμετώπιζε τις επιδρομές του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα αρνήθηκε. Η Ιταλία εξαπέλυσε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η Ιταλική αεροπορία βομβάρδισε την Πάτρα και μεραρχίες αλπινιστών άρχισαν να επιτίθενται στην Ήπειρο. Την ημέρα εκείνη, ο Χίτλερ βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στη Φλωρεντία. Πληροφορήθηκε προσωπικά από τον Ντούτσε για την επίθεση και την ενέκρινε, δίνοντας του συγχαρητήρια και προβλέποντας την επιτυχία της, αν και με σφιγμένα δόντια. Η Ιταλία τη χρειαζόταν. Επειδή όμως διεξήχθη με απειρία και διστακτικότητα από διοίκηση πού ποτέ δεν πίστεψε σε αυτή, η επιχείρηση απέτυχε σχεδόν αμέσως. Οι Έλληνες απώθησαν 100.000 Ιταλούς εισβολείς πίσω από τα σύνορα, ενώ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο κατέλαβαν την Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο που βρίσκονταν στην ιταλοκρατούμενη Αλβανία. Οι Βρετανοί έσπευσαν προς βοήθεια των Ελλήνων, κατασκευάζοντας ναυτικές βάσεις και αεροδρόμια στην Κρήτη, στέλνοντας στρατιώτες στον Πειραιά και αεροπλάνα στο ελληνοαλβανικό μέτωπο. Τη νύχτα της 11ης προς 12η Νοεμβρίου, οι Βρετανοί εξαπέλυσαν από αέρα τορπίλες και βύθισαν 3 ιταλικά θωρηκτά στο λιμάνι του Τάραντα: πραγματική καταστροφή για τον Μουσολίνι.
Ο Χίτλερ τότε αποφάσισε να επέμβει και ανέπτυξε την δική του στρατηγική πού ονομάστηκε «Επιχείρηση Μαρίτα» για να κατακτήσει την Ελλάδα από την Βουλγαρία. Στις 2 Μαρτίου 1941, η 12η Γερμανική στρατιά (στρατάρχης Λιστ) εισήλθε στη Βουλγαρία, η οποία είχε προσχωρήσει στην Τριμερή Συμμαχία μια ημέρα νωρίτερα. Στις 27 Μαρτίου, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στο Βελιγράδι εκθρόνισε τον αντιβασιλιά (πρίγκιπα Παύλο) και εμπιστεύτηκε την κυβέρνηση στον πολύ νέο Πέτρο Β΄. Ο στρατηγός Σίμοβιτς ανέλαβε καθήκοντα του αρχηγού της κυβέρνησης εξ ονόματος των συνωμοτών και έκανε μια διπλωματική προσέγγιση στο Λονδίνο. Αυτό ακριβώς επιζητούσε ο Χίτλερ: τροποποίησε την «Επιχείρηση Μαρίτα» και έστειλε τελεσίγραφο στη Γιουγκοσλαβία: εάν δεν επιτρεπόταν στους Γερμανούς στρατιώτες να διέλθουν από το γιουγκοσλαβικό έδαφος προς την Ελλάδα, το Βελιγράδι θα κατεδαφιζόταν. Το τελεσίγραφο απορρίφθηκε ασυζητητί. Την αυγή της 6ης Απριλίου 1941, 400 γερμανικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν στο Βελιγράδι. Σκοτώθηκαν εκατοντάδες άτομα. Ταυτοχρόνως, γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες εισήλθαν στο γιουγκοσλαβικό έδαφος. Μέσα σε λίγες ημέρες, ο στρατός του Βασιλιά Πέτρου καταστράφηκε: 23 γερμανικές μεραρχίες κατέλαβαν τη χώρα, παίρνοντας 344.000 αιχμαλώτους. Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση διέφυγαν στο Λονδίνο.
Στη συνέχεια ήλθε η σειρά της Ελλάδας. Από τη Βουλγαρία ο στρατάρχης Λιστ, επικεφαλής της 12ης στρατιάς, διέσπασε τη γραμμή Μεταξά και κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου. Από τη Γιουγκοσλαβία, τα ιταλογερμανικά στρατεύματα πλημμύρισαν τη Μακεδονία με κατεύθυνση την Αθήνα. Η προέλαση τους επιβραδύνθηκε στο όρος Όλυμπος με την απρόσμενη αντίσταση των Άγγλων στρατιωτών πού είχαν φτάσει δια θαλάσσης από την Αίγυπτο. Όμως οι στρατιώτες του Άξονα υπερπήδησαν και αυτό το εμπόδιο. Στις 20 Απριλίου η Ελλάδα υπέγραψε την ανακωχή με την Γερμανία και στις 23 με την Ιταλία. Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα (δύο μεραρχίες πεζικού και μία τεθωρακισμένη ταξιαρχία) κατάφεραν να επιβιβαστούν και να αναχωρήσουν πριν αρχίσουν να βροντούν τα γερμανικά άρματα μάχης μέσα στους δρόμους της Αθήνας και του Πειραιά, στις 27 Απριλίου. Η συνέχεια έγινε με την κατάληψη της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου, ενώ την 1η Ιουνίου ήλθε και η κατάληψη της Κρήτης, που πέτυχε ο στρατηγός Μόντελ με μια εντυπωσιακή έφοδο με αλεξιπτωτιστές- η Κρήτη ήταν η πρώτη μεγάλη περιοχή που κατακτήθηκε αποκλειστικά από τον αέρα. Για τους Γερμανούς η επιχείρηση ήταν σκληρή και δύσκολη. Μετά από σκληρές μάχες, 15.000 Βρετανοί κατάφεραν να διαφύγουν στην Αίγυπτο αφήνοντας στα γερμανικά χέρια 12.000 αιχμαλώτους.
Ο Άξονας είχε καταφέρει επιτέλους να κερδίσει τον πόλεμο στα Βαλκάνια, όμως είχε να αντιπαλέψει με ένα σθεναρό κίνημα αντίστασης στην Ελλάδα και κυρίως στην Γιουγκοσλαβία. Εδώ, εκτός από τους Τσέτνικ (μοναρχικές στρατιωτικές συμμορίες υπό τη διακυβέρνηση του στρατηγού Ντράζα Μιχαήλοβιτς), υπήρχε ένα ισχυρό μυστικό κομουνιστικό κίνημα που καθοδηγούσε ο Γιόσιπ Μπροζ, ο γνωστός «Τίτο», βετεράνος του ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Ο Τίτο δεν τα πήγαινε καλά με τον Μιχαήλοβιτς. Εκτός από την ιδεολογία, οι Τσέτνικ ήταν Σέρβοι και οι κομουνιστές κυρίως Κροάτες και Βόσνιοι. Στην Κροατία είχε εδραιωθεί ένα εφήμερο βασίλειο κάτω από ιταλική προστασία και είχε δοθεί στον δούκα του Σπολέτο, εξάδελφο του Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄, αλλά η πραγματική δύναμη βρισκόταν στον μισητό φασίστα δικτάτορα Άντε Πάβελιτς και στους Ουστάσι του.
Στη Γιουγκοσλαβία αναπτύχθηκε πρώτα ένας άγριος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Κροατών, Σέρβων και Βόσνιων και κατά δεύτερο λόγο μια σκληρή αντίσταση κατά των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών, πού αντιδρούσαν στις επιθέσεις των παρτιζάνων με τρομακτικά αντίποινα. Συνήθως, το μίσος μεταξύ κομουνιστών και Τσέτνικ οδηγούσε σε ενέδρες μεταξύ των δύο «αντιστασιακών» ομάδων, Λίγο-λίγο, ο Τίτο κέρδισε το πάνω χέρι και το 1945 είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει 800.000 παρτιζάνους γύρω από την κόκκινη σημαία. Πολλοί ήταν Ιταλοί που είχαν στρέψει τα όπλα τους κατά των Γερμανών μετά τις 8 Σεπτεμβρίου 1943. Ο Τίτο πέρασε τον Μιχαήλοβιτς από δίκη και τον εκτέλεσε. Κατά τρόπο επαίσχυντο, οι Τσέτνικ που οι σύμμαχοι είχαν μεταφέρει αιχμαλώτους στην Ιταλία, δόθηκαν πίσω στον Τίτο και σε βέβαιο θάνατο. Υπήρχε, επίσης, ένα αντιστασιακό κίνημα και στην Ελλάδα, ο ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), επικεφαλής του οποίου ήταν ο Μάρκος Βαφειάδης, κομουνιστής που νωρίτερα είχε πολεμήσει κατά των Γερμανών, αλλά μετά την επιστροφή του βασιλιά με την υποστήριξη των Βρετανών, έστρεψε τα όπλα του κατά της νόμιμης κυβέρνησης. Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Τσόρτσιλ και διέταξε τους Βρετανούς στρατιώτες να καταπνίξουν αλύπητα την αντίσταση που υποκινούσε η Σοβιετική Ένωση. Η αδυσώπητη ρωσική προέλαση στην καρδιά της Ευρώπης οριοθέτησε την κατάσταση στα Βαλκάνια.
athinon_xrisanthosΒ. Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα την Κυριακή του Θωμά, στις 27 Απριλίου του 1941. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ήρθε το πρωί στην Αρχιεπισκοπή. «Δεν θα λειτουργήσω σήμερα για να είμαι έτοιμος για ό,τι προκύψει», είπε, και έστειλε τον Αρχιδιάκονο Νικόδημο (μετέπειτα Μητροπολίτη Πατρών) να παρακολουθήσει την Θεία Λειτουργία λέγοντας του, «Πρόσεχε, παιδί μου, έχε το νου σου μη και σε ειδοποιήσω». Στη Λειτουργία ο Αρχιδιάκονος κήρυττε απ’ άμβωνος και κάποια στιγμή είδε αγγελιοφόρο να του κάνει νόημα, «γρήγορα στον Αρχιεπίσκοπο». Πήγε αμέσως στο γραφείο του, τον βρήκε να κλαίει δίπλα στο παράθυρο βλέποντας την σημαία των Ναζί να κυματίζει στον Παρθενώνα.
akropoli_naziΣύντομα πολλοί αγγελιοφόροι άρχισαν να φτάνουν στο γραφείο του Χρυσάνθου, με κάθε είδους προτάσεις, απειλές, εκβιασμούς, γλυκόλογα. Και ο Χρύσανθος με ποντιακό πείσμα είπε τέσσερα βασικά ΟΧΙ .
ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ
Ήρθε μια επιτροπή και πρότεινε για το καλό του Ελληνικού λαού και για να καλοπιάσουμε τον κατακτητή, να πάμε με μπροστάρη την θρησκευτική μας ηγεσία να παραδώσουμε την πόλη των Αθηνών στους Γερμανούς, αλλά ο Χρύσανθος απάντησε «οι Έλληνες Ιεράρχες δεν παραδίδουν πόλεις στον εχθρό, καθήκον έχουν να εργασθούν δια την απελευθέρωση».
ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΧΙ
Ήρθαν κάποιοι και είπαν «ας κάνουμε κάτι να μας πάρουν από καλό μάτι οι κατακτητές, μη τους πάμε πια κόντρα, τελείωσε ο πόλεμος, και τι να κάνουμε βρε παιδιά; Δεν κάνουμε μια δοξολογία στην Μητρόπολη!» Και αγρίεψε το μάτι του Αρχιεπισκόπου «ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ! Δοξολογία δεν έχει θέσιν επί τη υποδουλώσει της Πατρίδος μας, η ώρα της δοξολογίας θα είναι άλλη».
ΤΡΙΤΟ ΟΧΙ
Ακολούθησαν μετά τα μεγάλα μέσα. Αφού οι «πρόθυμοι» Έλληνες δεν μπορούσαν να τον πείσουν να σκύψει το κεφάλι, του ζήτησαν να πάει να δει τον στρατηγό Στούμε, κάτι που φυσικά αρνήθηκε, αναγκάζοντας τον Γερμανό, που καιγόταν να ενσωματώσει τον αρχιεπίσκοπο με τους «πρόθυμους» Έλληνες, να πάει εκείνος στην Αρχιεπισκοπή. Η επίσκεψη αυτή στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία, αφού, παρά τις φιλοφρονήσεις του Γερμανού στρατηγού προς τον αρχιεπίσκοπο για την «όμορφη πατρίδα σας» καθώς και ότι «οι Γερμανοί λατρεύουν τον Όμηρο», ο αρχιεπίσκοπος ευγενικά και αποφασιστικά του ζήτησε να «σεβαστεί την χώρα» και «να μη θίξει την φιλοτιμία του ελληνικού λαού».
ΤΕΤΑΡΤΟ ΟΧΙ
Και βέβαια ο στρατηγός Στούμε δεν δίστασε την επομένη να πάει ξανά στο αρχιεπισκοπικό γραφείο για να του ζητήσει να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου (!!!), για να πάρει και πάλι αρνητική απάντηση: «Δεν μπορώ να ορκίσω κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς. Εδώ τώρα ούτε ο λαός εψήφισε την Κυβέρνηση, ούτε ο Βασιλεύς την όρισε. Πώς ζητάτε να ορκίσω κυβέρνηση υποδειχθείσα υπό του εχθρού; Δια να είναι όργανό των;».
Για τον ηρωικό ιεράρχη είχε αρχίσει, παρά τις πιέσεις από τους «πρόθυμους» προς τον κατακτητή Έλληνες, η αντίστροφη μέτρηση. Ο Αρχιεπίσκοπος επέμεινε λέγοντας ότι «Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν δεν δέχομαι την προτεινομένη πρόταση. Εμμένω εις τας αρχάς μου». Και όταν τον πίεσαν παραπάνω απάντησε: «Ο πρωθυπουργός που όρκισα βρίσκεται και αγωνίζεται στην Κρήτη», μη σηκώνοντας καμία άλλη κουβέντα.
Στις 29/4/1941, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος γράφει στο ημερολόγιό του: «Πληροφορούμαι ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου αφού σύνηψε την επονείδιστον συμφωνία με τους Γερμανούς επάνω στο μέτωπο, κατελθών εις Αθήνας πρόκειται, εντολή των Γερμανών, να σχηματίσει Κυβέρνησιν. Τούτο με στεναχωρεί πολύ διότι θα περιπέσωμεν εις δεινά, …. Προτιμότερον μόνοι οι Γερμανοί να έχουν την ευθύνη της διοικήσεως οπότε θα είναι προσεκτικότεροι».
Το πρωί της 30ης Απριλίου 1941, ορκίζεται η πρώτη κατοχική κυβέρνηση από πρωθιερέα του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου Καρύτση Ν. Παπαδόπουλο. Ούτε ο Τσολάκογλου ούτε οι Γερμανοί λησμόνησαν αυτή τη στάση του Χρύσανθου. Στις 2 Ιουνίου 1941 ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης επαύθη από τα καθήκοντά του με Συντακτική Πράξη της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου και αντικαταστάθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό Παπανδρέου. Και ήταν η πράξη αυτή του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου η πρώτη πράξη εθνικής αντίστασης στην κατεχόμενη Ελλάδα, για να ακολουθήσει μία από τις πλέον τιμητικές καθαιρέσεις ιεράρχη στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία.