Οἱ ψυχὲς διψοῦν, κ᾽ ἐμεῖς ἀδρανοῦμε;

«…Ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα»(Ἰωάν. 4,14)

Ο άνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε αὐτάρκης. Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀφήνει τὴν ὑστάτη του πνοή, χρειάζεται γιὰ νὰ ζήσῃ ὡρισμένα πράγματα. Πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ εἶνε χρήσιμα καὶ κάνουν τὴ ζωή του εὐχάριστη, ὅπως εἶνε λ.χ. ἕνα καλὸ σπίτι, ἕνα ὑγιεινὸ ροῦχο, ἕνα μέσο μεταφορᾶς. Ὡρισμένα ὅμως δὲν εἶνε ἁπλῶς χρήσιμα, εἶνε κυριολεκτικῶς ἀπαραίτητα· χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα εἶνε καὶ τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ. Ἡ δίψα εἶνε ἀνάγκη ἐπιτακτική. Καὶ αὐτὸς ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμα, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη αὐτή.

Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκες μόνο τὸ σῶμα· ἀνάγκες ἔχει καὶ ἡ ψυχή. Ἔχει ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, πόθους, λαχτάρες. Ἑλκύεται ἀπὸ ἀξίες, ὀνειρεύεται ὕψη, ἀναζητεῖ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ γαλήνη, ποθεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυσι… Καὶ ἂν αὐτὰ ἀναζητῇ ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρώπου τί ἐπιθυμεῖ ἆραγε;

Τὴν ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίδει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Σαμαρείτιδος.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅπως μᾶς διηγεῖται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ «ἠγαπημένος» μαθητής του, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων καὶ κατευθύνεται πρὸς βορρᾶν. Εἶνε Μάιος, καὶ ὁ ἥλιος ῥίχνει τὶς καυστικές του ἀκτῖνες· ἐπικρατεῖ μεγάλη ζέστη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν μαθητῶν του βαδίζει· δὲν ὑπολογίζει τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ἰδέστε καὶ θαυμάστε τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Ἐκείνου! Δὲν ἔχει ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα. Αὐτὸς ποὺ εἶπε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58), πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο. Βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, διασχίζει κατὰ μῆκος τὴν ἐπαρχία τῆς Ἰουδαίας, περνάει τὰ σύνορα καὶ μπαίνει στὴν ἄλλη ἐπαρχία, τῆς Σαμαρείας. Νά τώρα φαίνεται ἀπὸ μακριὰ ἡ πόλι τῆς Συχάρ. Ἐκεῖ, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, σὲ μία πηγή, στὸ ἱστορικὸ φρέαρ (πηγάδι) τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, κάθεται ὁ Κύριος.

Γιατί κάθεται ἐδῶ ὁ Χριστός; Ἁπλῶς γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ; Καὶ γιατί δὲν κάθησε σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῆς μακρᾶς καὶ κουραστικῆς ὁδοιπορίας του; Ἔχει τὸ λόγο του. Κάθεται στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, γιὰ νὰ δροσίσῃ κάποια διψασμένη πνευματικῶς ψυχή, ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ πάρῃ νερὸ ὡδηγημένη ἐκεῖ ἀπὸ τὴ σωματική της δίψα. Κάθησε δηλαδὴ ἐκεῖ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τραβήξῃ μέσα ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μία ψυχὴ ποὺ χρόνια ὁλόκληρα ἐκυλίετο στὴ σαρκικὴ ἀκαθαρσία, νὰ τὴν καθαρίσῃ καὶ νὰ τὴν κάνῃ, ἀπὸ μαύρη – κατάμαυρη ποὺ ἦταν, λευκὴ σὰν τὸ χιόνι. Γιὰ μία ψυχὴ λοιπὸν σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια. Ἀλλὰ τί λέω; Ἡ ἀπόστασι αὐτὴ εἶνε μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β΄ Βασ. 22,10· Ψαλμ. 17,10· πρβλ. 143,5). Ἐνανθρώπησε, καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσῃ ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα (τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωσι, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο), γιὰ νὰ τὴν πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσῃ τὴ σωτηρία.

Καὶ ποιά εἶνε ἡ ψυχὴ αὐτή, τὴν ὁποία ἐκεῖ παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἦρθε νὰ σώσῃ ὁ Θεάνθρωπος; Εἶνε, ὅπως επαμε, μιὰ δυστυχισμένη ἁμαρτωλὴ ὕπαρξι, στὴν ὁποία κανείς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς δὲν ἔδινε σημασία. Εἶνε μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας, ποὺ μέρα μεσημέρι, ὅταν κανείς δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ τὴν πολλὴ ζέστη, ἔρχεται στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὰ δοχεῖα στὰ χέρια, γιὰ νὰ πάρῃ νερό.

Καθὼς πλησιάζει στὸ πηγάδι, ἀντικρύζει κάποιον ποὺ καθόταν δίπλα ἐκεῖ. Ἦταν ὁ Κύριος. Εἶχε μείνει μόνος, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν μεταβῆ στὴν κωμόπολι γιὰ ν᾿ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἀφήνει λοιπὸν τὴ στάμνα ἡ Σαμαρεῖτις, βγάζει νερὸ καὶ τὴ γεμίζει. Τῆς λέει ὁ Κύριος· ―«Δός μοι πιεῖν» (Ἰωάν. 4,7), δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ. Ἐκείνη, ἀντὶ νὰ δώσῃ νερὸ στὸ διψασμένο, ἐξέφρασε ἔκπληξι πῶς τῆς ζητάει νερό, καὶ τοῦ λέει· ―Πῶς ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα, ἐνῷ σὺ εἶσαι Ἰουδαῖος;… Τὸ εἶπε αὐτό, διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν καμμία ἐπικοινωνία καὶ καμμία σχέσι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν θανασίμως τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους· κι ἂν ἀκόμα καιγόταν κανεὶς ἀπὸ τὴ δίψα, ὁ ἄλλος δὲν τοῦ ἔδινε νερό. Ἔτσι ὅμως, μὲ τὸ νὰ ζητήσῃ ὁ Κύριος νερό, ἀρχίζει μία διαλογικὴ συζήτησι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ὁ Κύριος τῆς λέει· ―Ἂν γνώριζες ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό, ἐσύ θὰ τοῦ ζητοῦσες κ᾿ ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἔδινε «ὕδωρ ζῶν». ―Πῶς εἶνε δυνατόν, ρωτᾷ ἡ γυναίκα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ἄντλημα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶνε βαθύ, νὰ βγάλῃς νερὸ καὶ νὰ δώσῃς καὶ σ᾿ ἐμένα; ―Ὅποιος πίνει ἀπ᾿ τὸ νερὸ αὐτό, τῆς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος, θὰ διψάσῃ πάλι· ὅποιος ὅμως πιῇ ἀπ᾿ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ ξαναδιψᾴσῃ ποτέ πιά… Ἡ καημένη ἡ γυναίκα δὲν εἶχε ἐννοήσει γιὰ ποιό νερὸ τῆς μιλοῦσε ὁ Χριστός, καὶ λέει· ―Κύριε, δός μου αὐτὸ τὸ νερό!… Γνωρίζοντας ὁ Κύριος τί κατὰ βάθος ζητοῦσε ἡ ψυχή της, μὲ ἄριστο παιδαγωγικὸ τρόπο τὴ διαφωτίζει. Τὴ μεταφέρει ἀπὸ τὴν ὕλη στὸ πνεῦμα, ὑψώνει τὸ νοῦ της στὶς ἰλιγγιώδεις κορυφὲς τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Καὶ τέλος ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ὑψίστη ἀποκάλυψι· ὅτι αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖ, εἶνε ὁ διος ὁ Μεσσίας Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει καὶ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνε ἡ σπουδαιοτέρα ἡμέρα τῆς ζωῆς της, ἡμέρα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς της. Παίρνει τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἕνας νέος κόσμος ἀνατέλλει τώρα μπροστά της. Ἡ μοιχαλίδα, ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα, γίνεται εὐαγγελίστρια – ὤ τῶν θαυμάτων σου, Χριστέ! Αὐτὴ τώρα θὰ καλέσῃ σὲ μετάνοια ὅλο τὸν κόσμο τῆς πόλεώς της καὶ ὅλη τὴν οἰκογένειά της. Θὰ τρέξῃ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα της, σὲ ἄλλες χῶρες, γιὰ νὰ κηρύξῃ παντοῦ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πράγματι περιώδευσε ἐν συνεχείᾳ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία μέχρι τὶς ἀκτὲς τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἔφθασε μάλιστα καὶ στὴν ὡραία ἑλληνικὴ πόλι τῆς Σμύρνης, ἡ ὁποία πρὸς τιμὴν τῆς εὐαγγελιστρίας αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἀνεγείρει κατόπιν μεγαλοπρεπέστατο ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματί της, τὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἑορτάζει σήμερα, τετάρτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα.

Καταλάβατε, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ δίψα τοῦ Θεανθρώπου; Ὁ Κύριος βάδισε χιλιόμετρα ὁλόκληρα γιὰ νὰ σώσῃ μία ψυχή. Κ᾿ ἐμεῖς; Δυστυχῶς ἀδρανοῦμε. Τί θά ᾿πρεπε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε ὅλοι νὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο του, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂς τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂς τὶς ἀνακουφίσουμε μὲ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.

Νὰ τοὺς ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ἂν κάποιος πιῇ ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσῃ ποτέ.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, πρέπει νὰ πιοῦμε ἐμεῖς πρῶτοι ἀπ᾿ τὸ νερὸ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ πιοῦμε – πότε; Ὅταν ἐκτελοῦμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχουμε ζωντανὴ σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὰ μυστήριά της, ὅταν διαδίδουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθοῦμε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴ διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ μπορέσουμε κι ἄλλους νὰ σώσουμε, ὥστε ὅλοι νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνιο βασιλεία, τὴν ὁποία κληρονόμησε καὶ ἡ ἁγία Φωτεινή. Γένοιτο.

+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ν. Μεσημβρίας – Γεφύρας Θεσσαλονίκης τὴν 15-5-1955