Μέσα στον εορτολογικό κύκλο της Εκκλησίας μας, μόνο τρεις εορτές γεννήσεως προσώπων εορτάζουμε. Όλες οι άλλες εορτές είναι μνήμες αγίων, δηλαδή εορτάζουμε την ημέρα της τελειώσεώς τους, την ημέρα της κοιμήσεώς τους-θανάτου τους, την ημέρα της μεταβάσεώς τους στην αιωνιότητα της παρουσίας του Θεού. Και τα πρόσωπα των οποίων το γενέθλιο εορτάζουμε είναι αυτό του Χριστού, του Ιωάννη του Προδρόμου και της Θεοτόκου που πανηγυρίζουμε σήμερα. Γιατί λοιπόν, αυτή η εορτή; Το κοντάκιο της εορτής μας δίνει την απάντηση. «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν Άχραντε, εν τη αγία Γεννήσει σου.» Λύνεται η ατεκνία του Ιωακείμ και της Άννας, που ήταν μεγάλη ντροπή για τους Ιουδαίους της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί από το ζευγάρι αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει ο Μεσσίας του κόσμου. Η στειρότητα στερεί από το ζευγάρι την ελπίδα και το προνόμιο να ανήκουν στους προπάτορες του αναμενόμενου Μεσσία. Οι άνθρωποι αποδίδουν την ατεκνία στην οργή του Θεού επάνω στο στείρο ζευγάρι. Και έρχεται το θαύμα της τεκνογονίας. Μόνο που εδώ δε γεννιέται απλώς ένα κορίτσι. Γεννιέται εκείνη που θα κυοφορήσει τον ίδιο το Θεό. Και λύεται η ακαρπία όλων των ανθρώπων, οι οποίοι αδυνατούν να γεννήσουν μέσα τους το Θεό, να τον συναντήσουν, αδυνατούν να λυτρωθούν από το κακό και την αμαρτία, αδυνατούν να ζήσουν αιώνια. Αυτό το νόημα θέλει να παρουσιάσει η σημερινή εορτή. Να μας δείξει πως όταν αδιαφορούμε για τη συνάντησή μας με το Θεό, είμαστε στείροι. Επιλέγουμε ο καθένας μας την συνάντηση με τις μέριμνές μας, με τα πρόσωπα που αγαπούμε, με τις ελπίδες και τα όνειρά μας και αρνούμαστε τη συνάντηση με εκείνο το Πρόσωπο που έγινε για μας άνθρωπος και ζητά να μας δοθεί για να γίνουμε κοινωνοί της δικής του φύσης, δηλαδή τεθεωμένοι. Αδυνατούμε να λυτρωθούμε από το κακό, γιατί δεν το βλέπουμε στην αληθινή του διάσταση. Ονομάζουμε κακό τον βιολογικό θάνατο. Την φτώχεια. Την αδικία. Την ανομία. Το να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και τις ανάγκες μας, χωρίς να έχουμε αποφασίσει ποιες από αυτές είναι πραγματικές και ποιες όχι. Δεν βλέπουμε ότι ο θάνατος της ύπαρξης που ζει μακριά από το Θεό, ο θάνατος που προκαλεί η αμαρτία, ο θάνατος που κρύβεται στην πνευματική φτώχεια, στην απουσία του αγώνα για αρετή, για μοίρασμα με τον άλλο των λίγων ή των πολλών, υλικών και πνευματικών αγαθών που διαθέτουμε, ο θάνατος που κρύβεται στον εγωκεντρισμό, στην απαξίωση των πάντων είναι το αληθινό κακό. Αλλά και η αδυναμία μας να κατανοήσουμε ότι ζωή χωρίς ανάσταση δεν έχει νόημα, ότι ζωή που είναι προσανατολισμένη στο εδώ και τώρα, ζωή χωρίς υπομονή, χωρίς πίστη, χωρίς ασκητική ησυχία, ζωή χωρίς προσευχή δεν μπορεί να είναι ελπιδοφόρα, ακόμη κι αν είναι μαχητική, δημιουργική και δυναμική. Γιατί ό,τι μένει εδώ, ό,τι περνά στην ιστορία χωρίς να στοχεύει στην αθανασία είναι μάταιο και στείρο. Αυτήν την στειρότητα λοιπόν λύνει η παρουσία της Θεοτόκου στον κόσμο, γιατί από αυτήν θα έρθει και ο Θεός στον κόσμο, και καλούμαστε και μεις να αναλάβουμε να φέρουμε τον Θεό, τον Χριστό, στην ύπαρξή μας.

π. Αλέξιος Αλεξόπουλος