Όπως και να προσεγγίσει κανείς τις βυζαντινές εικόνες, είτε πιστεύει πως είναι θαυματουργικές, είτε γοητεύεται από την καλλιτεχνική δημιουργία των αγιογράφων, δεν παύουν να συγκινούν αλλά και να γοητεύουν με την αινιγματικότητα, την μελαγχολία και τη γαληνή τους. Η Αγία μας εκκλησία τις έχει σε μεγάλη ευλάβεια και σεβασμό καθώς, η σημασία τους είναι πολύ μεγάλη και αυτό αποφαίνεται τόσο από τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου «α γαρ ο λόγος της ιστορίας δι’ ακοής παρίστησι, ταύτα γραφική σιωπώσα δια μιμήσεως δείκνυσι», όσο και από την απόφαση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία αποφάσισε πως οι εικόνες είναι στο ίδιο επίπεδο με το Ευαγγέλιο και τον Τίμιο Σταυρό.

Αρχικά ας δούμε την ετυμολογία της λέξης εικόνα. Η λέξη εἰκών είναι αρχαιοελληνική και σημαίνει ομοίωμα δηλαδή αποτύπωση μορφών η πραγμάτων μέσα από την τέχνη και κυρίως μέσα από την ζωγραφική και την γλυπτική. Στα βυζαντινά χρόνια η λέξη απέκτησε μια ειδική σημασία, σήμαινε την απεικόνιση ιερών για τους χριστιανούς πρόσωπων ή σκηνών. Οι εικόνες παίζουν για την ορθόδοξη εκκλησία σημαντικό ρολό τόσο στην δημόσια όσο και στην ιδιωτική λατρεία. Από τον πρώτο αιώνα της διδασκαλίας του χριστιανισμού οι χριστιανοί συνήθιζαν να ζωγραφίζουν στις κατακόμβες τους διάφορα σύμβολα τα όποια τις περισσότερες φορές είχαν παιδαγωγικό χαρακτήρα. Η άνθιση των εικόνων παρατηρείται μετά της λήξη της εικονομαχίας και την επικράτηση της εικονολατρίας. Οι παλαιότερες εικόνες που σώζονται μέχρι της μέρες μας από την εποχή εκείνη, βρίσκονται στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά και χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Οι εικόνες έχουν μεγάλη σημασία μέχρι τις μέρες μας. Εκφράζουν την λατρεία των πιστών προς το θεό και κατέχουν την κυρίαρχη θέση ανάμεσα στα αντικείμενα λατρείας της ορθόδοξης εκκλησιάς. Με την απεικόνιση του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, ο πιστός έρχεται πιο κοντά στις θείες μορφές και ζητεί τη μεσολάβηση τους για την εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας του, για να βρει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής του και για να πετύχει τη λύτρωση. Η εικόνα είναι η υπόμνηση των πρωτότυπων και ανάγωγη σε αυτά. Με άλλα λόγια όταν έχουμε μπροστά μας μια εικόνα, αυτή η εικόνα όχι απλώς μας θυμίζει αλλά μας ανεβάζει στο πρωτότυπο και κατεβάζει το πρωτότυπο σε εμάς. Έτσι φέρνει στο νου και στην κάρδια μας το Χριστό και τους άγιους που παριστάνει και μας ανεβάζει προς αυτούς.

Οι εικόνες μας κηρύττουν, μας διδάσκουν, μας φωτίζουν και μας βοηθούν να μιμηθούμε τους Άγιους και το Θεό. Κρατώντας την εικόνα του Χριστού στα χεριά μας «κρατάμε σαν σε αρτοφόριο τον ίδιο τον Χριστό» όπως αναφέρει ο γέροντας Αιμιλιανός. Όταν έχω ενώπιων μου μια εικόνα σημαίνει ότι έχω ενώπιων μου τον Χριστό, την Παναγία τους Αγίους. Επειδή οι Άγιοι στην επίγεια ζωή τους ήταν «πλήρεις πνεύματος ἁγίου» η χάρις αναπαύεται και στις εικόνες τους. Έτσι η εικόνα είναι η ζωντανή παρουσία του θεού ο οποίος είναι «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ•» και μεταδίδει τη χάρι στους πιστούς που τις προσκυνούν . Καθώς τις προσκυνάμε ξέρουμε ότι η εικόνα είναι μια θεολογία, μια αποκάλυψη θεού μπροστά στα αμαρτωλά μας μάτια «ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας». Τέλος είναι η φανέρωσις του μυστήριου της εκκλησίας, είναι ζώσα και παρούσα η ορθοδοξία όταν προσκυνάμε με πίστη τις εικόνες.

Τι μεγαλείο! Τι μυστήριο! κρύβουν οι άγιες εικόνες μας. Αν δεν είχαμε τις άγιες εικόνες μας θα σήμαινε πως δεν πιστεύουμε στην αγάπη του Χρίστου, θα σήμαινε πως δεν πιστεύουμε στην θεότητα του, πως δεν πιστεύουμε ότι φανερώθηκε στους ανθρώπους με σάρκα. Οι εικόνες είναι η δόξα των πιστών και της εκκλησιάς μας, διότι προσκυνώντας τις εικόνες τιμούμαι τα εικονιζόμενα πρόσωπα στεκόμαστε ενώπιων του θεού και οδηγούμαστε στην αγάπη του, γι΄ αυτό και καθημερινός γίνονται τόσα πολλά θαύματα.

Γράφτηκε από την Μαρία Χατζησταμάτη