(1857 -1860, ΙΒ΄ ΜΕΡΟΣ)

 Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

 Η Εκκλησία με ποικίλους τρόπους κάθε φορά, προσπαθούσε με τη βοήθεια του Θεού, αλλά και την σωστή αξιοποίηση των δυνάμεων και δυνατοτήτων της, να ανταποκριθεί στα αιτήματα του στρατού, σχετικά με την διάθεση Ιερέων, προκειμένου να καλύπτουν τις πνευματικές και λατρευτικές ανάγκες των στρατευμένων. Η Εκκλησιά με την διάθεση των Ιερέων Της είτε ως στρατιωτικών είτε εκ παραλλήλου με τα ενοριακά τους καθήκοντα, βρισκόταν παρούσα στις διάφορες περιοχές που στρατοπέδευαν, δίνοντας το δικό της στίγμα, το δικό της μήνυμα, σε ανθρώπους που ήταν τα παιδιά της,  που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν κάτω από  δύσκολες συνθήκες. Κάτω από αυτές τις δυσκολίες, ζητούσαν ένα στήριγμα, μια παρηγοριά, την οποία έβρισκαν  μόνο μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, αφού καμία ανθρώπινη βοήθεια, όσο δυνατή και αν ήταν, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις πνευματικές απαιτήσεις αυτών.

Η Εκκλησία και οι λειτουργοί Της, δεν ζητούσαν όπως το έχουμε αναφέρει και άλλες φορές τίποτα και ότι έκαναν το έκαναν, διότι μέσα από τα αιτήματα των ανθρώπων, άκουγαν την φωνή του Θεού, που τους προέτρεπε να πορευθούν να κηρύξουν και να βαφτίσουν στο όνομά Του, πάντα τα έθνη, χωρίς να υπολογίσουν τις δυσκολίες και τα προβλήματα, τα οποία θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν, χωρίς να τα προσπεράσουν, δίνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως.

Ακόμα και όταν συναντούμε αναφορές Ιερέων, που ζητούσαν μια αντιμισθία ή μια αύξηση του μισθού τους, το έκαναν καθαρά για να καλύψουν τις ανάγκες των οικογενειών τους. Το έκαναν κατόπιν εσωτερικής πιέσεως πιστεύουμε πολλές φορές, χωρίς να είναι αυτός ο σκοπός τους και χωρίς να αποβλέπουν σε κάτι άλλο, πέραν από το αυτονόητο ή το δίκαιο, αν θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε ή να το χαρακτηρίσουμε έτσι. Το γνωρίζουμε, το ξέρουμε, το ομολογούμε και το σημειώνουμε, για μια ακόμα φορά, ότι η ποιμαντική διακονία και προσφορά, ούτε πληρώνεται, ούτε εξαγοράζεται. Ο πρώτος που προσπάθησε να εξαγοράσει την Θεία Χάρη, ελέγχτηκε πάρα πολύ σκληρά, από τους Αγίους Αποστόλους. Το περιστατικό με το Μάγο τον Σίμωνα, όπως το  διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, αποτελεί περίτρανη απόδειξη, της μεγάλης αξίας, αλλά και δωρεάς της ιεροσύνης, την οποία ο κάθε ένας κληρικός πρέπει να τιμήσει, αλλά και να προφυλάξει.

Είναι γελασμένος όποιος νομίζει ότι με έναν μισθό ή με την καταγραφή του ονόματος του Ιερέως στο μισθολόγιο, εκείνος γίνεται αυτόματα ένας δημόσιος υπάλληλος και η Χάρις του Θεού, αρχίζει από εκείνη την στιγμή να μετριέται με τα κριτήρια του κόσμου και να μπαίνει σε φορολογικές κλίμακες και μετρήσεις. Η προσφορά του Ιερέως, δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με την αναγραφή του ονόματος του, σε ένα δημόσιο κρατικό έγγραφο, ούτε με την έκδοση κάποιου διατάγματος, όπου τον διορίζει ως εφημέριο σε κάποια ενορία. Η προσφορά  είναι ανεκτίμητη και μοναδική, που αρχίζει από την γη και τελειώνει στον ουρανό. Αρχίζει από τότε που ενδύετε το τιμημένο άγιο ράσο και συνεχίζεται στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, μετά την κοίμησή του, συνεχίζοντας εκεί την ουράνια μυσταγωγία και προσφορά, αναμένοντας την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, δίνοντας λόγο, για αυτό το έργο το οποίο του εμπιστεύτηκε ο Κύριος του αμπελώνος.

Έτσι πρέπει να έχουμε καλά στο μυαλό και στην καρδιά μας και εμείς οι κληρικοί προπάντων και στη συνέχεια και οι λαϊκοί, ότι το έργο που προσφέρεται από τον κάθε ένα κληρικό χωριστά και όλους μαζί, είναι ένα έργο το οποίο ευλογεί ο Θεός και προς την δόξα του Ονόματός Του προσφέρεται, προκειμένου όλοι μαζί μέσα «στην ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» να πορευτούμε, πετυχαίνοντας την πνευματική μας προκοπή και πρόοδο,  που θα μας οδηγήσει στην τελειότητα και αγιότητα, αφού αυτός πρέπει να είναι ο σκοπός του κάθε αγωνιζομένου χριστιανού.

Συνεχίζοντας μετά από αυτά τα εισαγωγικά, την φυλλομέτρηση των εγγράφων που υπάρχουν στο αρχείο και αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς της περιόδου 1857-1860,  συναντούμε μια αίτηση ενός Ιερέως που εξυπηρετούσε τη Φρουρά της Στυλίδας και δεν ήταν Στρατιωτικός, με την  οποία  ζητούσε μια μικρή αύξηση της αντιμισθίας που λάμβανε. Το Υπουργείο εξετάζοντας αυτήν την αίτηση, αποστέλλει απαντητικό έγγραφο, στο οποίο αναφέρει ότι δεν εγκρίνει την αύξηση που ζητά ο εν λόγω κληρικός και διατάσσει το Φρουραρχείο, να αναθέσει τη θρησκευτική υπηρεσία της Φρουράς σε κάποιον άλλο Ιερέα.

Στη συνέχεια βρίσκουμε μια  αναφορά από τον Ιερέα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1857, την οποία απευθύνει προς το Φρουραρχείο της πρωτευούσης. Η αναφορά αυτή είχε να κάνει με ένα διοικητικό θέμα, σχετικά με την λειτουργία του Ναού του Νοσοκομείου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο Ιερέας πέραν των λειτουργικών του υποχρεώσεων, πέρα από την τέλεση των Ακολουθιών, πολλές φορές έπρεπε να μεριμνήσει και να εξασφαλίσει όλα εκείνα τα οποία χρειάζονταν για να λειτουργήσει ο Ναός ή για να μπορεί να κάνει τις οποιεσδήποτε ιεροπραξίες, εντός ή εκτός του Ναού.

Έτσι υπάρχουν κάποια έξοδα λειτουργίας του κάθε Ναού, τα οποία ο Ιερέας δεν τα χειρίζεται μόνος του, είτε στις Ένοπλες Δυνάμεις όπου υπάρχουν επιτροπές που ασχολούνται με αυτά είτε στις ενορίες που υπάρχουν τα εκκλησιαστικά συμβούλια. Και στις δύο περιπτώσεις ο Ιερέας συντονίζει και κατευθύνει τα μέλη, προκειμένου στο Ναό όλα να τελούνται «ευσχημόνως και κατά τάξιν». Και στις δύο περιπτώσεις που αναφέραμε είτε των επιτροπών του στρατού είτε των εκκλησιαστικών συμβουλίων, μέσα από την αγαστή συνεργασία όλων, επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα και όλα λειτουργούν χωρίς να υπάρχουν προβλήματα και αρνητικά σχόλια, που δεν ο δηγούν πουθενά και δεν προάγουν το έργο της Εκκλησίας.

Όταν όμως δεν υπάρχει συνεργασία και κατανόηση, τότε αρχίζουν να δημιουργούνται προστριβές και διαφωνίες, που οδηγούν σε παρανοήσεις και παρεξηγήσεις, όπως στην περίπτωση που θα καταγράψουμε, μέσα από την αναφορά του Αρχιμανδρίτου Αγαθάγγελου και πολλές φορές χωρίς να το θέλουνε και οι δύο πλευρές, με απρόβλεπτες προεκτάσεις και εξελίξεις. Ο Εφημέριος του Νοσοκομείου στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρει, ότι τα έξοδα που απαιτούνταν για τις θρησκευτικές υπηρεσίες του Ναού, ανέρχονταν στο ποσό των τριών δραχμών και εβδομήντα πέντε λεπτών.  Αυτό το χρηματικό ποσό πληρωνόταν κανονικά μέχρι το τέλος του τετάρτου τριμήνου του έτους 1854. Μετά τα πράγματα άλλαξαν, όπως αναφέρει ο εν λόγω Ιερέας.

Έτσι παρουσιάστηκε ο Αγαθάγγελος στον οικονόμο του νοσοκομείου, έχοντας ως έξοδα σαράντα μια δραχμές και εικοσιπέντε λεπτά, τα οποία όμως αρνήθηκε να του τα πληρώσει, διότι το ποσό θεωρήθηκε μεγάλο και δεν μπορούσε να πληρωθεί χωρίς την έγκριση του Φρουράρχου. Ο Κληρικός μας, ζητά με την αναφορά του αυτή, ο Φρούραρχος της πρωτευούσης,  να διατάξει να πληρωθεί το συγκεκριμένο ποσό το οποίο ο ίδιος είχε προπληρώσει.

Το Φρουραρχείο λαμβάνοντας την αναφορά του Ιερέως, αποστέλλει στην οικονομική επιτροπή του νοσοκομείου έγγραφο, με το οποίο ζητά να τοποθετηθούν ενημερώνοντάς τους περί του θέματος. Το Νοσοκομείο με τη σειρά του απαντώντας στο έγγραφο του Φρουραρχείου αναφέρει, ότι ο Ιερέας δεν είχε κανένα δικαίωμα και εξουσιοδότηση από το νοσοκομείο για να πληρώσει τέτοιο ποσό. Κατόπιν αυτής της απαντήσεως το Φρουραρχείο αποστέλλει την αλληλογραφία προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών προκειμένου αυτό να αποφανθεί.

Το Φρουραρχείο στο διαβιβαστικό του έγγραφο είχε μια υποσημείωση, όπου ανέφερε ότι για τα έξοδα του Ναού θα έπρεπε να ενεργήσει η οικονομική επιτροπή του νοσοκομείου. Με αυτή την τοποθέτηση το φρουραρχείο έπαιρνε ανοικτά το μέρος του νοσοκομείου και όχι του Ιερέως, ο οποίος κατά την γνώμη μας, άφησε να περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που τα πράγματα όπως ο ίδιος είχε αναφέρει στην αναφορά του είχαν αλλάξει. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που δεν πλήρωναν οι αρμόδιοι τα λειτουργικά έξοδα του Ναού και έρχεται από το 1854 το 1857, να ζητήσει να του δώσουν το χρηματικό ποσό που ο ίδιος είχε δώσει τα προηγούμενα χρόνια, προκειμένου να λειτουργεί ο Ναός απρόσκοπτα, χωρίς στη συνέχεια να του το αναγνωρίσουν και χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος εάν βρει το δίκιο του μέσα από την κατάθεση αυτής της αναφοράς.

Όπως θα δούμε στη συνέχεια δυστυχώς ο Ιερέας όχι μόνο δεν δικαιώθηκε από το Υπουργείο, αλλά με την τοποθέτησή του, δεν άφηνε περιθώρια στο μέλλον για μεγαλύτερα ανοίγματα, αφού τα έξοδα θα κάλυπταν όπως αναφέρει στην απάντησή του, «πραγματικές ανάγκες».  Το Υπουργείο των Στρατιωτικών με έγγραφό του, στις 30 Οκτωβρίου 1857, απευθυνόμενο στο Φρουραρχείο των Αθηνών, χαρακτηρίζει ως απαράδεκτη την αναφορά του Ιερέως που παρουσίασε το ποσό εκείνο ως έξοδα για τα χρόνια που προηγήθηκαν, αγνοώντας τις οικονομικές επιτροπές του νοσοκομείου. Καθορίζει με το έγγραφό του αυτό το Υπουργείο, ότι στο μέλλον τα έξοδα μηνιαίως δεν θα ξεπερνούν τις τρείς δραχμές και όσες φορές το υπαγορεύουν «πραγματικές ανάγκες».

Μέσα από την τελευταία αυτή φράση γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα ꞉ Ποιος θα είναι εκείνος που θα κρίνει ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες που έχει ο ναός και ο Ιερέας και ποιες όχι. Με τι κριτήρια θα εγκρίνονται αυτές οι πραγματικές ανάγκες  και αν δεν εγκρίνονται για πολλούς και διαφόρους λόγους, ποιος θα είναι υπεύθυνος για τα  δυσμενή σχόλια ή για την δυσλειτουργία του Ναού. Ποιος θα είναι εκείνος ο οποίος θα αναλάβει την ευθύνη ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων για τον Ναό που με τέτοια κριτήρια γενικά και αόριστα και πάνω από όλα χωρίς πνεύμα και φόβο Θεού, αποφασίζει για πράγματα που δεν μπορούμε να τα κοιτάζουμε και να τα ερμηνεύουμε με αριθμούς και πράξεις, που αυτά ταιριάζουν μόνο σε καταστήματα και επιχειρήσει και όχι στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία είναι χώρος λατρείας του Θεού και προσφοράς των ικεσιών και αιτημάτων μας προς Αυτόν. Η Εκκλησία είναι ανοικτή ανά πάσα στιγμή να δεχτεί μέσα στους κόλπους της τον κάθε άνθρωπο, προκειμένου να του προσφέρει ότι ζητά για να τον αναπαύσει και να τον οδηγήσει με ασφάλεια και πάλι στον αγώνα του τον καθημερινό, έχοντας αμείωτο το αγωνιστικό και ηρωικό του φρόνημα και την εμπιστοσύνη του προς Αυτόν «που ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» .

Συνεχίζεται {88}