(1857 -1860, Η΄ ΜΕΡΟΣ)

 Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

 Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας 

Σε προηγούμενο άρθρο μας, είχαμε ασχοληθεί με τον Ιερέα Δημήτριο Κουμαριανό, ο οποίος υπηρετούσε στη Φρουρά του Ναυπλίου. Ο εν λόγω κληρικός εξαιτίας προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και αφού εξετάστηκε από υγειονομική επιτροπή, ζήτησε και έλαβε δίμηνη άδεια με αποδοχές, προκειμένου να αναρρώσει. Στις 2 Μαΐου 1857, ο ανωτέρω κληρικός, κατέθεσε μια αναφορά την οποία απέστειλε προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, στην οποία ανέφερε, ότι λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την υγεία του, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στη θέση και στα καθήκοντά του, αφού παρακολουθείτο από ιατρούς.

Με την αναφορά του αυτή, ζητούσε από τον ίδιο τον Υπουργό να εξετάσει προσωπικά το θέμα του, διότι όπως υπογράμμιζε, επρόκειτο για έναν αγωνιστή Ιερέα, που έλαβε μέρος σε όλους τους αγώνες που διεξήχθησαν στο παρελθόν, όπως αυτό αποδεικνυόταν από τα σχετικά έγγραφα τα οποία υπήρχαν στο αρχείο του Υπουργείου. Στη συνέχεια προσελήφθη ως Στρατιωτικός Ιερέας στη Φρουρά του Ναυπλίου, μέχρι που έλαβε την αναρρωτική άδεια λόγω υγείας. Παρακαλεί τον Υπουργό να τον θέσει η ανωτάτη υγειονομική επιτροπή,  σε προσωρινή αργία, μέχρι να γίνει καλά, χωρίς να σταματήσει να του χορηγείται η αντιμισθία την οποία ελάμβανε, ώστε να μπορεί να συντηρείται αυτός και η οικογένειά του.

Στο αίτημα αυτό, δεν υπήρξε κάποια τοποθέτηση του Υπουργείου που να φαίνεται μέσα από κάποιο σχετικό έγγραφο, που να στάλθηκε στον ίδιο τον Ιερέα ή στο Φρουραρχείο  και προφανώς το θέμα αυτό όπως και πολλά άλλα τα οποία έχουμε συναντήσει στο παρελθόν, τέθηκε στο αρχείο, αναμένοντας στη συνέχεια να δούμε από άλλα υπηρεσιακά έγγραφα, την πορεία του Ιερέως Κουμαριανού.

Στη συνέχεια συναντούμε μια αναφορά του Αρχιμανδρίτη Νικηφόρου Ρωμανίδη, με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1857, την οποία αποστέλλει στο Διοικητή του Συντάγματος. Σε αυτή την αναφορά, αποκαλεί τον εαυτό του «λείψανο του ιερού αγώνος». Κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, θυμίζοντάς μας την διαδρομή του μέσα στο χώρο που αγάπησε και αφιερώθηκε και προσέφερε όχι το κατά δύναμιν, αλλά το υπέρ δύναμιν. Διορίστηκε από την Κυβέρνηση του Καποδίστρια ως Στρατιωτικός Ιερέας το 1829, στον τακτικό στρατό, με αποδοχές δικαιώματος Λοχαγού.

Την ιδιότητα αυτή, με τα δικαιώματα, αλλά και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν,  τα διατήρησε και κατά την διάρκεια της Βασιλείας, μέχρι το 1835.

Κατά το έτος αυτό, δηλαδή το 1835, υποβιβάστηκε από Λοχαγός, στις τάξεις του Υπολοχαγού, καθώς επίσης και στις αποδοχές που ελάμβανε, αλλά  και στα λοιπά δικαιώματα και πλεονεκτήματα που είχε βάσει νόμων και διατάξεων. Βεβαίως όπως το αναφέρει και στην αναφορά του και το τονίζει αυτό, το ίδιο μέτρο  ίσχυσε και σε όλους τους λοιπούς Στρατιωτικούς Ιερείς.

Μέσα από τα γραφόμενα του, φαίνεται μια αδικία η οποία συντελέστηκε στην τάξη των Στρατιωτικών Ιερέων, που όπως ανέφερε ο Ρωμανίδης κάτι τέτοιο δεν ήταν σύννομο. Δεν αναφέρεται πουθενά ο λόγος που έγινε κάτι τέτοιο, ούτε υπάρχει κάποιο άλλο έγγραφο που να κοινοποιείτο στους Ιερείς και να τους πληροφορούσε για αυτήν την απόφαση του Υπουργείου.   Ο Ρωμανίδης παρά ταύτα,  ζητά να αποκατασταθεί αυτή η αδικία που έγινε και να υπάρξει η αύξηση του μισθού του, βάσει των δικαιωμάτων που κατέχουν όλοι οι Αξιωματικοί.

Στη συνέχεια, συναντούμε μια ανάλογη αναφορά, από τον Αρχιμανδρίτη Στέφανο Σολίτη, ο οποίος ήταν Ιερέας του 3ου Τάγματος των Ακροβολιστών. Στις 10 Ιουλίου 1857, δηλαδή μια ημέρα πριν από την αναφορά του Ρωμανίδη, ο Σολίτης, συντάσσει τη δική του αναφορά, καταθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα, μα πάνω από όλα τα προσωπικά του βιώματα, μέσα από την διακονία του στο χώρο αυτό.

Ανέφερε στο κείμενο του όπως το διαβάζουμε, ότι ως στρατιωτικός ακολουθούσε κατά γράμμα το πρόγραμμά του στρατού, έχοντας τις ίδιες υποχρεώσεις με τους λοιπούς άνδρες που υπηρετούσαν, ανεξαρτήτως βαθμού και ειδικότητας, αντιμετωπίζοντας όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ꞉ « τον καύσωνα της ημέρας και τους παγετούς της νυκτός παρακολουθών τον Στρατόν και εις τας οδοιπορίας του και εις τας εκστρατείας του συμμεριζόμενος καθολοκληρίαν μετ αυτού τας κακουχίας και τους κινδύνους».

Στο τέλος της αναφοράς γράφει, ότι έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει των δικαιωμάτων που απορρέουν κατά τον κανονισμό, χωρίς να ζητά κάτι παραπάνω ή κάτι υπερβολικό, που δικαίως η υπηρεσία να μην το χορηγούσε. Η λέξη φρονώ, που χρησιμοποίησε ο Σολίτης για να γράψει ότι αυτό που ζητά, αποτελεί ένα αναφαίρετο δικαίωμά του, που δεν το ζητιανεύει, δεν θα του δοθεί καταχρηστικά, δεν θα αποτελεί μια ευνοϊκή μεταχείριση σε βάρος των υπολοίπων, κρύβει πάρα πολύ πόνο και έχει μέσα του μεγάλη πικρία, διότι φαίνεται μέσα από την πράξη αυτή που προέβη το Υπουργείο, η αδιαφορία της υπηρεσίας ή το απρόσωπο που ίσχυε και εκείνη την εποχή όπως και σε κάθε εποχή, δημιουργούσε προβλήματα και δεν επέλυε.

Μέσα από τις δύο αναφορές που παρουσιάσαμε, φαίνεται η αγωνία των κληρικών αυτών, όχι για την μείωση του μισθού τους, όπως κάποιος επιφανειακά θα μπορούσε να πει. Μια μείωση μισθού, δεν θα  ήταν κάτι καινούριο που θα αντιμετώπιζαν, γνωρίζοντας από τις προηγούμενες αναφορές μας, πόσα παζάρια γίνονταν για να χορηγηθεί μια αντιμισθία σε κάποιον Ιερέα και πόσες φορές δεν εγκρινόταν η χορήγηση ή η πρόσληψη, κάποιου κληρικού σε θέση που άδειαζε ή που ζητούσαν να δημιουργηθεί, διότι οι κρατικοί υπάλληλοι της εποχής, μια τέτοια ενέργεια, τη θεωρούσαν περιττή, όπως το ανέφεραν στα έγγραφά τους.

Επομένως η αγωνία των κληρικών, δεν έγκειτο στο μισθό ή στα λοιπά δικαιώματα που θα στερούνταν και που μπορεί να έκαναν τη ζωή τους λίγο καλύτερη, ανακουφίζοντας και τις οικογένειές τους, από προβλήματα και δυσκολίες επιπλέον, μέσα από την συχνή τους απουσία, εξαιτίας της ποιμαντικής τους διακονίας. Αυτό το οποίο έβλεπαν με την καινούρια αυτή απόφαση  και ήθελαν να σταματήσουν, ήταν ο υποβιβασμός των κληρικών και του έργου τους.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπως το έχουμε αναφέρει και παλαιότερα, όπου την εξουσία στο νέο Ελληνικό κράτος, μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την εξασκούσε πρώτα η Αντιβασιλεία, λόγω του ότι ο Όθωνας ήταν ανήλικος και στη συνέχεια ο ίδιος ο Όθωνας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλαξαν και πολλά πράγματα. Έχουμε να κάνουμε με πρόσωπα που ήλθαν από την Δύση, με άλλη κουλτούρα, με άλλο πολιτισμό, με άλλη πίστη και δόγμα. Η άρνηση και η δυσπιστία από την πλευρά των Ελλήνων από την αρχή κιόλας, δεν ήταν αδικαιολόγητη. Μάλιστα όπως έδειξαν τα πράγματα στην πορεία, τους δικαίωσαν όλους εκείνους, που στην αρχή σιγά, αλλά στη συνέχεια πιο δυνατά, φώναζαν και αντιδρούσαν για τις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας.

Πολλά πράγματα από αυτά τα οποία έχε οραματιστεί και στη συνέχεια ίδρυσε και οργάνωσε ο Καποδίστριας και άρχισαν σιγά- σιγά να αποδίδουν καρπούς,  με την άδικη δολοφονία του και την άνοδο στην εξουσία του Όθωνα, τα πράγματα άλλαξαν, η πορεία χαράχτηκε εξ’ αρχής, αφού άλλα τα κατήργησε, κάποια άλλα τα άλλαξε, δημιουργώντας ένα κλίμα, που δεν είχε καμία σχέση με αυτό το όραμα και την προοπτική, την οποία είχαν ονειρευτεί, όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για να δουν την Ελλάδα και πάλι ελεύθερη. Όλοι αυτοί, δυστυχώς, οι ήρωες και οι αγωνιστές, μπήκαν στο περιθώριο, χωρίς να αξιοποιηθούν και χωρίς να εκτιμηθούν οι αγώνες και η εν γένει προσφορά τους, τοποθετούμενοι σε θέσεις κλειδιά πρόσωπα, που μόνο κακό έκαναν και ζημιές προκάλεσαν, με τις λανθασμένες επιλογές και αποφάσεις τους.

Μέσα σε αυτούς που είχαν οραματιστεί την Ελλάδα ελεύθερη και αγωνίζονταν, ακόμα  και εκείνη την εποχή, μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, για να μπορέσει η χώρα μας να ορθοποδήσει, χωρίς τα δεκανίκια που τις προσέφεραν οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης, ήταν και το «λείψανο του ιερού αγώνος», όπως αποκάλεσε τον  εαυτό του ο Ρωμανίδης. Η Ελλάδα δεν είχε λυτρωθεί, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις, την  ήθελαν  αυτή τη μικρή χώρα που σήκωσε το κεφάλι της σε μια Οθωμανική αυτοκρατορία και αυτό μπορεί να το έκανε και στο μέλλον, απέναντι αυτών των δυνάμεων, θίγοντας τα συμφέροντά τους και προκαλώντας νέα δεδομένα και να είχε  καινούριες απαιτήσεις στην περιοχή εκείνη, προκαλώντας ανακατατάξεις, έπρεπε ακόμα να είναι κάτω από έναν νέο ζυγό, κάτω από έναν έλεγχο με νέα μορφή.

Αυτό το «λείψανο», τα έβλεπε ή τα προέβλεπε σαν ένας νέος προφήτης μέσα από τα βιώματα τα οποία είχε όλα τα χρόνια που αγωνιζόταν για ένα καλύτερο αύριο. Είχε μέσα του ζωντάνια, είχε καρδιά, είχε λόγο που ήξερε να τον στηρίξει όχι σε θεωρίες και σε λόγια, αλλά σε έργα που αποδείκνυαν την αγάπη του για την πατρίδα. Ο λόγος του είχε παλμό που συγκινούσε και ξεσήκωνε ακόμα και τους πεθαμένους. Το ράσο του που μύριζε μπαρούτι και πόλεμο και έφερε τα σημάδια του αγωνιστικού του φρονήματος, ήταν η ζωντανή μαρτυρία της αγάπης του Χριστού, αποδεικνύοντας την διαχρονικότητα του μηνύματος αυτού, απαλλαγμένο από την ψευτιά και την υποκρισία του κόσμου.

Οι αναφορές αυτές που παρουσιάσαμε και άλλες που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια, είχαν ως σκοπό, να σταματήσουν την ενδεχόμενη περιθωριοποίηση του κλήρου μέσα στο στράτευμα σταδιακά, μέχρι να τον απομακρύνουν,  οριστικά, γιατί μπορεί να μην το θεωρούσαν απαραίτητο και αναγκαίο. Όταν όμως εκείνος ο ΜΕΓΑΛΟΣΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και όλα τα γράφουμε με κεφαλαία γράμματα, έθετε την παρουσία του ιερού κλήρου, μέσα στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, το έκανε διότι πίστευε στην αξία και στην προσφορά του, στην κατάκτηση μεγάλων και σπουδαίων πραγμάτων που θα έκαναν το έθνος μας να αποκτήσει την παλιά του δόξα και αίγλη.

Αυτή την πεποίθηση για τους Στρατιωτικούς Ιερείς, για το πολυσχιδές έργο τους, και για την μοναδική τους προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, είχε επίσης και ένας άλλος εξίσου μεγάλος ηγέτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος μπροστά  στο έργο και στην προσφορά των Ιερέων μας, στην μικρασιατική εκστρατεία, αγωνιζόμενοι δίπλα σε εκείνους που επιθυμούσαν να κάνουν πραγματικότητα το όραμα του, στάθηκε με πολύ σεβασμό και τίμησε όπως άξιζε, εκείνα τα αληθινά πρόσωπα, που η ιστορία κατέγραψε την ουσιαστική τους προσφορά, έστω και αν η πολιτεία και οι άνθρωποι τους λησμόνησαν.

Μέσα στα πολλά παραδείγματα τα οποία θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, είναι και εκείνο το περιστατικό που συνέβη με τον Στρατιωτικό Ιερέα, Ελευθέριο Νουφράκη, που τον Ιανουάριο του 1919, λειτούργησε στην Αγία Σοφιά, στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος μετά το διπλωματικό επεισόδιο το οποίο δημιουργήθηκε, επαίνεσε και συνεχάρη τον πατριώτη Ιερέα, που «έστω και για λίγη ώρα ζωντάνεψε μέσα στην Αγιά-Σοφιά, τα πιο ιερά όνειρα του Έθνους μας», όπως ανέφερε.

Έτσι λοιπόν οι Ιερείς και εκείνη την εποχή, με την σθεναρή αντίδρασή τους, πάνω σε ένα θέμα που μπορεί κάποιος να το χαρακτήριζε μικρής σημασίας, που δεν θα έχρηζε αντίδρασης, αγωνίζονταν να διατηρήσουν μέσα από τα μικρά και ασήμαντα, τα σημαντικά και όλα εκείνα που κατακτήθηκαν με αίμα και θυσίες και έπρεπε να παραδοθούν στις επερχόμενες γενιές, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς, αλλοιώνοντας το φρόνημα και τα πιστεύω μας. Άλλωστε η άλωση σε όλα τα πράγματα ξεκινά από τα μικρά και καταλήγει στα μεγάλα και σημαντικά. Γι’ αυτό και η ιστορία μας προειδοποιεί και μας διδάσκει, ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος και να μην επαναπαυόμαστε, διότι ο εχθρός καιροφυλακτεί και παραμονεύει, πότε θα μας βρει απροετοίμαστους, για να μας αιφνιδιάσει και να πετύχει το σκοπό και το στόχο του.

Συνεχίζεται {84}