(1857 -1860,  Ζ΄ ΜΕΡΟΣ) 

Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)  

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας 

Συνεχίζοντας την έρευνα μας για τους Στρατιωτικούς Ιερείς κατά το έτος 1857, συναντούμε ένα έγγραφο, με ημερομηνία 10 Μαρτίου, που είναι μια αναφορά, την οποία καταθέτει ο Ιερέας Οικονόμος Αντώνιος Γερμανός, κάτοικος Ναυπάκτου. Στην αναφορά του αυτή, την οποία απευθύνει προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, σημειώνει ότι μετά το θάνατο του Στρατιωτικού Ιερέως Κωνσταντίνου Παπαγγελίδη, την θρησκευτική υπηρεσία της Φρουράς, κάλυπτε ο ίδιος, προκειμένου να υπάρχει μια συνέχεια στο ποιμαντικό έργο το οποίο επιτελείτο.

Ζητά ο ανωτέρω κληρικός από το Υπουργείο, να του χορηγείται πλέον η χρηματική αντιμισθία των δεκαπέντε δραχμών, την οποία λάμβανε ο Στρατιωτικός Ιερέας, αφού κατά κάποιο τρόπο ήταν αντικαταστάτης του, έστω και ανεπίσημα. Το Υπουργείο λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό, απαντά στον ενδιαφερόμενο κληρικό, με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1857, ότι έχει διατυπωθεί η θέση του Υπουργείου σε παρόμοια αιτήματα, μέσα από παλαιότερα έγγραφα τα οποία έχουν αποσταλεί. Έτσι και το αίτημα αυτό, όπως και τα προηγούμενα που παρουσιάσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας τέθηκε στο αρχείο, αφού το Υπουργείο ήταν αρνητικό, με την χορήγηση μόνιμης αντιμισθίας σε άλλο κληρικό, μετά το θάνατο ή την μετάθεση Στρατιωτικού Ιερέως.

Στις 3 Μαΐου 1857, ο Ιερομόναχος Σωφρόνιος Κουμαριανός, αποστέλλει ένα έγγραφο-αναφορά, προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με το οποίο ζητά να διοριστεί σε κάποια  θέση στο Στρατό, αφού είχε πληροφορηθεί ότι υπήρχε κενή θέση, την οποία μπορούσε να καλύψει, αφού όπως ανέφερε, κατείχε τα τυπικά προσόντα  που χρειάζονταν και είχε διατελέσει επί πολλά χρόνια ως εφημέριος στην πατρίδα του την Άνδρο. Το Υπουργείο λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό, την επομένη κιόλας ημέρα, απαντά στον ενδιαφερόμενο κληρικό, ότι δεν υπάρχει κενή θέση Στρατιωτικούς Ιερέως και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διοριστεί. Μετά την απάντηση αυτή, το αίτημα αυτό τίθεται στο αρχείο.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή, που όπως μας αποκαλύπτουν τα έγγραφα, υπάρχει μια δυσκολία, στο να τοποθετηθούν Ιερείς στο στράτευμα, διοριζόμενοι σε θέσεις κενές ή σε θέσεις που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ή ακόμα και να τους ανατεθεί εκ παραλλήλου η διακονία τους στο χώρο αυτό, με τα λοιπά τους ιερατικά και εφημερειακά καθήκοντα, κάνοντας το έργο αυτό ακόμα πιο καρποφόρο και αποδοτικό. Αυτή η δυσκολία που επισημαίνουμε στο σημείο αυτό, δεν μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί, μέσα από τα έγγραφα που παρουσιάζουμε. Οι δικαιολογίες που προβάλλονται, αληθινές ή όχι, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια στο να σημειώσουμε κάτι άλλο από αυτό που λένε οι λέξεις και το περιεχόμενο των εγγράφων. Οι δικαιολογίες έχουν βάση, αλλά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα πραγματικά κίνητρα αυτών που συνέταξαν τα έγγραφα αυτά και την γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε.

Αυτό που θέλουμε να επισημάνουμε στο σημείο αυτό, είναι ότι πολλές φορές, κάποια πράγματα δεν τα καταλαβαίνουμε και δεν ενεργούμε όπως πρέπει, βλέποντας μόνο με τα μάτια του παρόντος, χωρίς την προοπτική και την συνέχεια στο μέλλον, προβαίνοντες έτσι σε ενέργειες και επιλογές, που αργότερα ενδεχομένως να μας εκθέσουν, συνειδητοποιώντας κατόπιν εορτής το λάθος που διαπράξαμε και το πρόβλημα που δημιουργήσαμε ηθελημένα και ή και αθέλητα. Καταβάλλονται στη συνέχεια προσπάθειες για να διορθώσουμε ότι μπορούμε, αλλά κάποιες φορές είναι αργά και δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής ή το χειρότερο κάνουμε τα πράγματα ακόμα πιο άσχημα από ότι είναι.

Η άρνηση αυτή των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου, να διορίσουν Στρατιωτικούς Ιερείς ή να χορηγούν μια αντιμισθία σε κάποιον Ιερέα που κάλυπτε τις λειτουργικές και λοιπές ποιμαντικές ανάγκες, ήταν μια απόφαση που άφηνε πολλά κενά και δημιουργούσε στον απλό κόσμο, πολλά απλά ερωτηματικά, που έχρηζαν απαντήσεως που θα άγγιζε την ουσία και όχι την επιφάνεια των πραγμάτων. Το νεοσύστατο Ελληνικό Έθνος, είχε βαθιά χαραγμένη μέσα στην καρδιά του, την πίστη του στο Θεό και αυτή του η πίστη ήταν η αιτία που τον έκανε  να απαλλαγεί από το ζυγό που είχε για τετρακόσια χρόνια.

Ο Θεός μπορεί να επέτρεψε την δουλεία του Ελληνικού Έθνους, αλλά ευλόγησε την ελευθερία, που ήταν καρπός μιας συλλογικής προσπάθειας, μιας γενικότερης αναγέννησης και ανάστασης, που ξεφύτρωσε μέσα από την ματωμένη γη, που είχε ποτιστεί με το αίμα των μαρτύρων, των αγωνιστών και των Νεομαρτύρων της πίστεώς μας.  Αυτή η αναγέννηση,  η μεταμόρφωση, αλλά και ανάσταση του ελληνικού γένους, δεν άφηνε πολλά περιθώρια σε κανέναν, να βάλει στο περιθώριο εκείνο το στοιχείο που τους έκανε δυνατούς και τους βοήθησε, σε κάθε έκφραση και έκφανση της ζωής των, ώστε να μεγαλουργήσουν, αδιαφορώντας για τις καταστάσεις και τις συνθήκες που επικρατούσαν.

 Έτσι οι Ιερείς, ήταν φορείς ενός πνεύματος που είχε μέσα του, αισιοδοξία, ελπίδα, δυναμισμό, ενεργητικότητα. Οι Ιερείς μας όπως και οι λοιποί πρόγονοί μας, που αγωνίστηκαν εκείνοι την εποχή, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, διέσωσαν και διεκήρυξαν  με το παράδειγμά και την αυτοθυσία τους, ότι ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει και ποτέ μια μάχη δεν χάνεται, εάν ο αγωνιστής δεν εγκαταλείψει την θέση  και το έργο του και  δεν χάσει την εμπιστοσύνη του στο Θεό και στη βοήθεια που του προσφέρει, μέσα από την συνέργεια του Θείου και του ανθρώπινου παράγοντα.

Η παρουσία των Ιερέων μέσα στο στράτευμα, όπως πολλές φορές έχουμε αναφέρει και θα το επαναλάβουμε για μια ακόμα φορά, δεν ήταν διακοσμητική. Δεν κάλυπτε μια οργανική δημόσια θέση, που θεσπίστηκε έτσι απλά για να υπάρχει. Η θέση του Ιερέως μέσα στο στράτευμα ήταν άκρως τιμητική και επιβεβλημένη, μέσα από την ενότητα της πατρίδας με την Εκκλησία, της σημαίας με το Σταυρό. Ο Ιερέας την θέση που κατείχε την τιμούσε και την ανεδείκνυε με το έργο του, που τον καταξίωνε στα μάτια όλων, κατακτώντας μια θέση μοναδική μέσα στην καρδιά και στην συνείδηση των παιδιών του, που είχε υπό την πνευματική του ευθύνη και δικαιοδοσία. Η παρουσία και η συμβολή του, πέρα από κάποια λάθη που ο καθένας μπορεί να κάνει, είχε μια προοπτική, είχε ένα βάθος, μα πάνω από όλα χτυπούσε και ανεδείκνυε την ουσία των πραγμάτων.

Το έργο του Ιερέως μέχρι και σήμερα δεν μπορεί να κοστολογηθεί, δεν μπορεί να μπει σε δημοσιονομικά τερτίπια και ωράρια. Σε καμία περίπτωση ο κληρικός γενικότερα, δεν μπορεί να ταυτιστεί με καμία κατηγορία δημόσιου υπαλλήλου. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος Ιερέας να είναι περιττός ή να πλεονάζει κάπου. Δεν αποτελεί πολυτέλεια η παρουσία του λειτουργού σε οποιαδήποτε θέση, γιατί οι ανάγκες είναι πολλές, οι απαιτήσεις πολυποίκιλες και πολύμορφες και όπως μας λέει το Άγιο Ευαγγέλιο, μεταφέροντας τα λόγια του Κυρίου μας, «ο θερισμός πολύς οι δε εργάτες λίγοι». Άρα κανείς δεν περισσεύει, σε έναν αγρό που πρέπει να καλλιεργηθεί και στη συνέχεια να θεριστεί.

Έτσι η αδυναμία ή η άρνηση την εποχή εκείνη από τον κρατικό μηχανισμό, γιατί δεν ξέρουμε τι ίσχυε, να διορίσει ή να προσφέρει μια αντιμισθία σε κάποιον κληρικό, που το έργο του ήταν και είναι, πάνω από τα χρήματα και άλλες υλικές απολαβές, αναδεικνύει ότι υπήρχε μια δυσκολία στο να ερμηνεύσουν ή και να καταλάβουν, οι αποδέκτες των εγγράφων αυτών, μέσα από ένα γραφείο, την πραγματική κατάσταση όπως βιωνόταν και ίσχυε από τους ενδιαφερομένους, που κατέθεταν με πολύ αγωνία και με πολύ πίστη στο Θεό και στο έργο το οποίο επιτελούσαν, τα ανάλογα έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια οι υπεύθυνοι τα έθεταν στο αρχείο.

Με τα παραπάνω που αναφέραμε σε καμία περίπτωση δεν κατηγορούμε κανέναν. Δεν επιρρίπτουμε ευθύνες σε κανέναν. Δεν λέμε ότι κάποιοι είναι οι καλοί και κάποιοι άλλοι είναι οι  κακοί. Όλοι έχουν την χρησιμότητά τους και όλοι έχουν την θέση τους, μέσα στο γενικότερο σύνολο. Κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις μόνο, οι οποίες θα μας βοηθήσουν να δούμε το σήμερα, μέσα από το χθες. Καλούμαστε να προβληματιστούμε και να δούμε τα προβλήματα του τότε, ως προβλήματα της δικής μας εποχής, εάν και εφ’ όσον είναι, που δυστυχώς κάποια αποτελούν συνέχεια αυτών και απλώς σήμερα έχουν μια νέα μορφή, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες καταστάσεις που βιώνουμε.

Δυστυχώς πολλές φορές το παρελθόν δεν μας διδάσκει. Μένουμε σταθερά  αμετανόητοι στα λάθη του παρελθόντος, συνεχίζοντας και σήμερα την ίδια τακτική, χωρίς να θέλουμε να παραδεχτούμε τις ατέλειες και αδυναμίες μας. Και σήμερα που μπορεί για κάποιους η παρουσία του Ιερέως στο στρατό ή και ακόμα και στην κοινωνία γενικότερα, να θεωρείτε περιττή ή και ανούσια, έρχεται η ιστορία πρώτα και στη συνέχεια οι απαιτήσεις του σήμερα να αποδείξουν το αντίθετο, όχι με λόγια, αλλά μέσα από έργα, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, όσο και αν κλείνουμε τα μάτια μας, αρνούμενοι να παραδεχτούμε την αλήθεια.

Πολλές και αμέτρητες, είναι οι καθημερινές, απλές επώνυμες και ανώνυμες ιστορίες, που δεν παρουσιάζονται, δεν προβάλλονται, δεν σχολιάζονται, αλλά είναι χαραγμένες βαθιά στις συνειδήσεις των ανθρώπων εκείνων, που τείνουν το χέρι τους, προκειμένου να πιαστούν από κάτι σίγουρο και αληθινό και βρίσκουν αποκούμπι και παρηγοριά, μέσα από μια φιγούρα που μπορεί να ξεπροβάλλει από τα παλιά, άλλα έχει μια διαχρονική αξία η παρουσία και η προσφορά της. Μέσα από τις μαρτυρίες και τις καταθέσεις της ψυχής,  αυτών των ανθρώπων, αποδεικνύεται  ότι σε καμία περίπτωση, ο Ιερέας δεν είναι περιττός ή και άχρηστος, όπως κάποιοι κακόβουλοι και μικρόψυχοι άνθρωποι στο πρόσφατο παρελθόν ή και στο πρόσφατο παρόν, έχουν υποστηρίξει δημόσια με λόγους και κείμενα που δεν τους τιμούν, δείχνοντας πόσο απέχουν ή πόσο λίγο γνωρίζουν την πραγματικότητα, έχοντας κλειστεί στον εαυτό τους, ζώντας με τις ψευδαισθήσεις και αυταπάτες τους .

Η πραγματικότητα όπως βιώνεται σήμερα από το σύνολο του λαού μας, φέρει στο προσκήνιο την ανάγκη να υπάρξουν άνθρωποι που θα σταθούν ψηλά, με θάρρος και αποφασιστικότητα, φωτίζοντας και την πιο σκοτεινή πλευρά του κοινωνικού βίου, βγάζοντας από την αφάνεια και την αβεβαιότητα τον άνθρωπο, που βρίσκεται ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες και πολλές φορές δεν ξέρει ποιόν δρόμο να ακολουθήσει. Η Εκκλησία μας με τον κλήρο Της, αγωνίζεται να πετύχει στο εγχείρημα αυτό, που αποτελεί έργο και καθήκον Της, προς την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο. Το εγχείρημα αυτό έχει πετύχει και συνεχώς πετυχαίνει, γιατί στο έργο που επιτελείτε,  υπάρχει Θεός.

Οι Ιερείς μας, από το παρελθόν μέχρι και σήμερα, αγωνίζονται χωρίς να σταματούν, κάτω από αντίξοες συνθήκες, δίνοντας μάχες καθημερινές, σε έναν πόλεμο, που βλέποντας τα συντρίμμια και τα τραύματα που αφήνει πίσω του, θλίβεσαι και ταυτόχρονα προβληματίζεσαι, εάν αυτά είναι έργα ανθρώπων. Παρά ταύτα ο λαός μας ξέρει να εμπιστεύεται και να αγαπά αυτά τα πρόσωπα, που είναι κοντά του, είναι δίπλα του και συμπάσχουν μαζί του, μοιραζόμενοι τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του, ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι του.

Έρευνες και δημοσκοπήσεις που έχουν γίνει στο παρελθόν, για το ποιόν εμπιστεύεται περισσότερο ο Ελληνικός λαός, τα αποτελέσματα τα οποία έχουν παρουσιαστεί και μελετηθεί, έστω και αν κάποιοι δεν θέλουν να τα παραδεχτούν ή να τα σχολιάσουν με την γλώσσα της αλήθειας, δείχνουν ότι τις δύο πρώτες θέσεις κατέχουν, η Εκκλησία και οι Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτοί οι δύο θεσμοί προπορεύονται, έναντι όλων των άλλων, διότι μεταξύ των άλλων,  εκεί μέχρι και σήμερα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι Αξιωματικοί  και οι Ιερείς μας, δεν κινούνται στο χώρο τους, ως ψυχροί επαγγελματίες, αλλά αγωνίζονται ως λειτουργοί στο λειτούργημά τους, να προσφέρουν την λειτουργία τους, ως δώρο στον άνθρωπο που επιθυμεί να λειτουργεί όχι ως μονάδα, αλλά ως σύνολο.

Εδώ έγκειται και η διαφορά των Ιερέων μας, που αποτελούν μια ζωντανή λειτουργία μέσα σε ένα κόσμο που αδυνατεί να καταλάβει αυτή την μοναδική ιερουργία που επιτελεί και ξεκινά από τη γη, καταλήγοντας στον ουρανό.  Ο Ιερέας προσφέρει όταν οι άλλοι σταματούν γιατί δεν έχουν. Ο Ιερέας δίνει, όταν οι άλλοι δεν δίνουν, γιατί δεν μπορούν ή γιατί δεν θέλουν να δώσουν. Ο Ιερέας συνεχίζει να αγαπά και να χαμογελά, όταν οι άλλοι δεν γελούν, διότι έπαψαν να έχουν μέσα τους χαρά. Ο Ιερέας συνεχίζει να δημιουργεί, ακόμα και αν βρίσκει καμένη γη, όταν οι άλλοι καίνε και καταστρέφουν, γιατί αυτό είναι το έργο τους ή  αυτό έχουν μάθει μόνο να κάνουν.

Τέλος ο Ιερέας έχει το μεγάλο προνόμιο,  να προσφέρει στο υπερουράνιο θυσιαστήριο τις προσευχές και τα αιτήματα των ανθρώπων, αντιπροσφέροντας την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μέσα από την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, καθιστώντας έτσι τον άνθρωπο κοινωνό της χάριτος του Θεού και των δωρεών Του. Με αυτό το προνόμιο ο Ιερέας, μπορεί να  συνεχίζει ακάθεκτος το έργο και την προσφορά του, χωρίς να φοβάται και χωρίς να υπολογίζει τις απειλές του φθηνού και ψεύτικου κόσμου. Μπορεί να συνεχίζει να εργάζεται αθόρυβα και ήσυχα μέσα σε έναν κόσμο, που επιζητά πέρα της προόδου και των επιτευγμάτων της τεχνολογίας που θα του καλυτερέψουν ποιοτικά τη ζωή του, την πνευματική πρόοδο και προκοπή, που θα του χαρίσει τη γαλήνη και την ησυχία, που τόσο χρειάζεται και του λείπει.

Συνεχίζεται {83}