(1857 -1860, ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ) 

           Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)  

      Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας 

Στο προηγούμενο άρθρο μας, ολοκληρώσαμε την έρευνα και την μελέτη των αρχείων του έτους 1856. Είχαμε την δυνατότητα μέσα από την παρουσίαση των εγγράφων που υπάρχουν στο Φάκελο 226  Στρατιωτικοί Ιερείς, περίοδος Βασιλείας Όθωνα, να συλλέξουμε στοιχεία, που αναδεικνύουν το έργο και την θυσιαστική προσφορά τους, στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Μέσα από την παρουσίαση των εγγράφων αυτών, γνωρίσαμε πρόσωπα που έδρασαν την εποχή εκείνη, μέσα στο σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων, που αγωνίστηκαν και κοπίασαν μέσα από την ποιμαντική τους διακονία και προσφορά, ζητώντας κάποιες φορές το αυτονόητο, όχι για τον εαυτό τους, αλλά για το χώρο που η Εκκλησία τους έταξε να εργασθούν και για τις οικογένειές τους στη συνέχεια που είχαν και ήταν υποχρεωμένοι να ενδιαφερθούν και να μεριμνήσουν για τις βιοτικές τους μέριμνες και ανάγκες.

Βεβαίως τα έγγραφα είναι πολύ φτωχά και λίγα, όπως και άλλες φορές έχουμε επισημάνει, για να αποτυπώσουν το έργο και την ουσιαστική τους προσφορά, που δεν εκτιμήθηκε όπως έπρεπε και δεν αναγνωρίσθηκε επίσημα. Η αναγνώριση του έργου τους,  ερχόταν μέσα από τους απλούς ανθρώπους, με τους οποίους συναναστρέφονταν και επικοινωνούσαν. Ερχόταν η αναγνώριση μέσα από τους ανθρώπους εκείνους, που ζητούσαν να βρουν και να διδαχθούν την αλήθεια, μέσα σε έναν κόσμο που ήταν συγχυσμένος και κουρασμένος από την σκλαβιά. Και έρχονταν αυτοί οι απλοί παπάδες, μέσα από την ζεστή καρδιά τους μέσα από τον πλούτο αυτής της Ιερατικής καρδιάς, να προσφέρουν τα πάντα, προκειμένου να καταστούν οδηγοί και διδάσκαλοι της αληθείας.

Επίσης γνωρίσαμε μέσα από τα έγγραφα που έχουν διασωθεί κατά το έτος 1856 και  άλλους κληρικούς, που επιθυμούσαν να ενταχθούν στο σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων και η προϋπηρεσία τους ήταν πάρα πολύ αξιόλογη και ζηλευτή, μα πάνω από όλα πλούσια, σε αγώνα και θυσίες, για την ελευθερία αυτού τους τόπου. Πρόσωπα που αγωνίστηκαν σε εποχές σκοτεινές και πολύ δύσκολες, σε μάχες που δόθηκαν από το ένα άκρο της σκλαβωμένης χώρας μας, μέχρι το άλλο, αφήνοντας πίσω οικογένειες, παιδιά, περιουσίες και οτιδήποτε άλλο, βάζοντας πάνω από όλα την πατρίδα και την ελευθερία της.

Σήμερα ξεκινούμε να εξετάζουμε τα έγγραφα εκείνα, που αφορούν το έτος 1857. Το πρώτο έγγραφο του έτους αυτού, έρχεται στις 9 Ιανουαρίου 1857 και είναι μια αναφορά που καταθέτει  ο Ιερέας Δημήτριος Οικονόμου, προς το Φρουραρχείο της Ναυπλίας. Στην αναφορά του αυτή ο π. Δημήτριος αναφέρει ότι από το 1854, είχε διοριστεί στο Φρουραρχείο αυτό, για την θρησκευτική υπηρεσία της Φρουράς Παλαμηδίου. Κάποια στιγμή έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά και αντικαταστάθηκε χωρίς αιτία κατ’ αυτόν, από τον Ιερέα Δημήτριο Κουμαριανό. Γνωρίζει και αναφέρει ότι ο Ιερέας της Φρουράς είχε λάβει δύο μήνες αναρρωτική άδεια και το ότι ήταν ασθενής και ηλικιωμένος.

Σε αυτό το σημείο να υπογραμμίσουμε, ότι από αυτή την αναφορά γνωρίζουμε ότι ο Ιερέας Κουμαριανός, έλαβε τελικά την άδεια την οποία είχε ζητήσει με αναφορά που είχε καταθέσει και την οποία είχαμε παρουσιάσει στο προηγούμενο άρθρο μας. Σημειώνει επίσης ο Ιερέας Οικονόμου, ότι εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και το προχωρημένο της ηλικίας του αντικαταστάτη του, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στη θέση του και να αναλάμβανε τα καθήκοντά του. Έτσι ζητά να προωθηθεί η αναφορά του στο Υπουργείο, προκειμένου να τον διορίσουν και πάλι στη θέση αυτή, σε αντικατάσταση του Κουμαριανού:«υποσχόμενος ότι πάντοτε θέλω εκπληρώση τας υποχρεώσεις μου κατά γράμμα εις την περί την υπηρεσίαν αφοσίωσις ικανότητες και διαγωγή μου γνωσταί εν υμίν».

Το Φρουραρχείο λαμβάνοντας αυτή την αναφορά, γνωρίζοντας το πρόσωπο του Ιερέως, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο δικός τους κληρικός, αποστέλλει το έγγραφο αυτό με θετική εισήγηση. Το Υπουργείο λαμβάνοντας και αξιολογώντας το αίτημα αυτό, στις 14 Ιανουαρίου 1857, δεν εγκρίνει τον διορισμό του Ιερέως Οικονόμου, χωρίς να αναφέρει τον λόγο.

Ο Οικονόμου όμως επανέρχεται με νέα αναφορά, στις 19 Μαρτίου 1857, που ζητά να διοριστεί : «πρακτικός Ιερέας της ενταύθα Β. Φρουράς». Μας κάνει εντύπωση ο όρος που χρησιμοποιεί ο εν λόγω κληρικός, προκειμένου να διοριστεί. Πρώτη φορά συναντούμε αυτόν τον όρο, όπου χαρακτηρίζεται  ένας Ιερέας, ως πρακτικός. Το Φρουραρχείο όπως έκανε πάντα, απέστειλε και πάλι την νέα αυτή αναφορά και το Υπουργείο απήντησε με καινούριο έγγραφο,  ότι δεν υπήρχε χηρεύουσα θέση Στρατιωτικού Ιερέως και κατόπιν τούτου η υπόθεση και το αίτημα αυτό, τέθηκε στο αρχείο.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1857, ο Ιερέας Γ. Παπανικολάου, αποστέλλει αναφορά προς τον Διοικητή του 4ου Λόχου του 2ου Τάγματος του 3ου Συντάγματος, στην οποία αναφέρει ότι εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε τοποθετημένος Ιερέας, κάλυπτε τις θρησκευτικές ανάγκες των σταθμών Φλωριάδος, Χελώνης, Κομποτακίου και Αννίνου. Ζητούσε ο εν λόγω Ιερέας, μέχρι να τοποθετηθεί εκεί μόνιμος Στρατιωτικός, να του χορηγείτο μια μικρή αντιμισθία.

Ο 4ος Λόχος μεταβιβάζει στις 9 Φεβρουαρίου 1857, την αναφορά αυτή στο Σύνταγμα και εκείνο με τη σειρά του στο Υπουργείο, ζητώντας να διοριστεί κάποιος κληρικός στους ανωτέρω σταθμούς. Λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό το Υπουργείο και αξιολογώντας το αίτημα αυτό, διαπιστώνουμε από την απάντηση ότι δεν θα ικανοποιείτο το αίτημα αυτό. Αναφέρει λοιπόν το Υπουργείο, ότι η τακτική και η απαίτηση να υπάρχει μόνιμος Ιερέας στη Φλωριάδα για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των υπηρετούντων στο Λόχο εκείνο :«ουδόλως θεωρείται αναγκαία». Κατά περιόδους και σε μεγάλες εορτές, ο Διοικητής του Λόχου, θα μπορούσε να καλεί κάποιον κληρικό από την ευρύτερη περιοχή, προκειμένου να εξομολογεί και να κοινωνει όσους επιθυμούν και να του χορηγεί κάποια αντιμισθία χωρίς να καθορίζει το ποσό, μάλλον κατά  την κρίση του Διοικητή.

Σε ένα παρόμοιο αίτημα, που έρχεται από το Φρουραρχείο της Ναυπάκτου, με ημερομηνία 15 Μαρτίου1857, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε το θέμα αυτό. Το Φρουραρχείο της Ναυπάκτου ζητούσε, μετά το θάνατο του Ιερέως τους, να αναθέσουν σε κάποιον άλλο κληρικό από εκείνη την περιοχή, την θρησκευτική διαπαιδαγώγηση τους, με μηνιαία αντιμισθία δεκαπέντε δραχμών. Το Υπουργείο στις 21 Μαρτίου 1857, αναφέρει ότι δεν κρίνει σκόπιμο τον διορισμό και την μηνιαία μίσθωση Ιερέως, για την εκτέλεση της θρησκευτικής υπηρεσίας της εν λόγω Φρουράς.

Πρότεινε στο έγγραφο του, οι άνδρες της Φρουράς, θα μπορούσαν να εκκλησιάζονται σε κάποιον Ναό της πόλεως και όταν υπήρχε ανάγκη σε κάποιες περιόδους και σε μεγάλες εορτές, ακόμα και σε κηδείες, το Φρουραρχείο να καλούσε κάποιον Ιερέα και στο τέλος να του χορηγούσε και κάποια αντιμισθία, για την υπηρεσία την οποία θα  προσέφερε.

Το τελευταίο έγγραφο που θέλουμε σήμερα να σας παρουσιάσουμε, προέρχεται από το Φρουραρχείο της Θήβας. Και αυτό με τη σειρά του, σε έγγραφο που απέστειλε προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, ζητούσε τον διορισμό κάποιου Ιερέως για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρετούντων στην εν λόγω Φρουρά. Το Υπουργείο όμως, όπως και στα παραπάνω δύο αιτήματα, ήταν αρνητικό στο να διορίσει μόνιμα κάποιον κληρικό ή να τον μισθοδοτεί μηνιαίως. Πρότεινε μόνο κατά περιόδους και σε μεγάλες εορτές, να προσκαλείται κάποιος κληρικός, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο το προσωπικό της εκάστοτε Φρουράς, να εκκλησιάζεται στους πλησιέστερους Ναούς που εδρεύουν τα Τάγματα ή οι Λόχοι ή ακόμα και τα Συντάγματα.

Συνεχίζεται {82}

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.