(1856 -1860, Β ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

 

Κάθε φορά στην έρευνα που κάνουμε συναντώντας ένα νέο έγγραφο, ανακαλύπτουμε και κάτι καινούριο. Ανακαλύπτουμε μέσα από τα γραφόμενα, αλλά ακόμα και από τον τρόπο της γραφής, όσο και  αν αυτό φαίνεται περίεργο, στοιχεία που μπορεί να μας γεμίσουν με απορίες, να προκαλέσουν τον θαυμασμό μας, να φέρουν στο προσκήνιο ερωτηματικά, στα οποία προς στιγμή θα σταθούμε προβληματιζόμενοι, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις θα αρχίσουμε έναν εσωτερικό διάλογο για το τι συμβαίνει πραγματικά, αλλά στο τέλος θα προχωρήσουμε για ένα καινούριο κείμενο, για ένα καινούριο έγγραφο, για μια καινούρια πρόκληση, φτάνοντας στο τέλος στο στόχο μας.

Ενώ βρισκόμαστε στο έτος 1856, σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα έγγραφο από το προηγούμενο έτος, που η υπόθεσή του φτάνει στη χρονιά που διανύουμε, χωρίς βεβαίως να καταλήγει πουθενά. Έχουμε γράψει και άλλες φορές ότι σκοπός μας, δεν είναι να κρίνουμε πρόσωπα και καταστάσεις και να βγάζουμε συμπεράσματα που μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μέσα από την παρουσίαση των διαφόρων εγγράφων που έχουν διασωθεί και φέρουμε στη δημοσιότητα, προσπαθούμε να αναδείξουμε το έργο και την προσφορά των Στρατιωτικών Ιερέων, σε μια περίοδο πάρα πολύ δύσκολη, με πολλές προεκτάσεις για το μέλλον και την πορεία αυτού του λαού, που καλείτο να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο της ελευθερίας του, μετά από τα  τετρακόσια χρόνια  σκληρής σκλαβιάς. Ένα δώρο που δεν του χαρίστηκε, αλλά το κατέκτησε, με τον τίμιο αγώνα του, παρ’ όλο που οι φίλοι και οι μεγάλες δυνάμεις, δεν το έβλεπαν με καλό μάτι.

Σε αυτή την πορεία των Στρατιωτικών Ιερέων, έχουμε συναντήσει μέσα από παλαιότερα έγγραφα, κάποιες καταστάσεις που δεν είναι και τόσο ευχάριστες για κανέναν. Έχουμε παρουσιάσει γεγονότα, που μέσα από τα γραφόμενα, φαίνεται το πρόσωπο του Ιερέως που δεν ανταποκρίνεται, και δεν ταιριάζει στην εικόνα, στο έργο και στην αποστολή ενός κληρικού, που σαν έργο του είναι να παιδαγωγεί ακόμα και μέσα από το προσωπικό παράδειγμα, μέσα από την καθημερινότητά του και όχι μόνο από την πνευματική διάσταση του λειτουργήματος του, που είναι ένα μέρος και όχι το σύνολο που κοιτάζει ο απλός άνθρωπος και αναζητεί, προκειμένου να πιαστεί, να ακουμπήσει, να εμπνευστεί, για  να συνεχίσει την πορεία του.

Θα μπορούσαμε αυτά τα έγγραφα να μην τα παρουσιάζαμε, να μην ασχολούμασταν με αυτά. Θέλουμε όμως να είμαστε συνεπής σε αυτό που έχουμε αναλάβει να κάνουμε και να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς να μας φοβίζει η αλήθεια και χωρίς να θέλουμε να αποκρύψουμε την αλήθεια ή ακόμα και το ψέμα, μέσα από τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται. Μπορεί μέσα από τα έγγραφα αυτά να αποκαλύπτεται μόνο η μια πλευρά των γεγονότων και να μην είναι ολοκληρωμένη. Μπορεί αυτά που γράφονται να αδικούν κάποιες φορές τα πρόσωπα με τα οποία ασχολούμαστε. Άλλες φορές μπορεί αυτά τα οποία γράφονται να είναι ψέματα και κακοήθειες κάποιων ανθρώπων, που μόνο το κακό έχουν στο μυαλό, στην καρδιά και στη γλώσσα τους. Μπορεί στην πορεία αυτών των υποθέσεων, να υπήρξε μια άλλη τροπή, που να αποκαθιστούσε την αλήθεια και να έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, την οποία εμείς αγνοούμε, διότι τα στοιχεία αυτά έχουν χαθεί.

Για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς ακόμα, εμείς θα επαναλάβουμε ότι δεν έχουμε καμία διάθεση να γίνουμε  κριτές κανενός, γιατί κριτής είναι μόνο ο Θεός. Εμείς ακόμα και αν μας θλίβουν κάποια γεγονότα όπως περιγράφονται, δεν τα αποσιωπούμε, δεν τα αποκρύβουμε, δεν τα ωραιοποιούμε,  τα παρουσιάζουμε απλά, χωρίς περισσότερες επεξηγήσεις, χωρίς σχόλια και ο καθένας ας βγάλει εάν θέλει και αν αυτός είναι ο σκοπός του,  μέσα από την ανάγνωση αυτών των κειμένων, από μόνος του, τα συμπεράσματα που επιθυμεί. Αυτό που είναι σίγουρο και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει είναι ότι δεν μπορούμε να ζητούμε την αγιότητα από κανέναν, ακόμα και από τους κληρικούς μας, εάν εμείς οι ίδιοι δεν αγωνιζόμαστε να την κατακτήσουμε ή έστω να την πλησιάσουμε και να την ακουμπήσουμε αυτή την αγιότητα, που προσφέρεται σε όλους ανεξαιρέτως, προκειμένου κάτι να κερδίσουμε γευόμενοι τα καλά και όχι μένοντας στα κακά, που δεν προσφέρουν τίποτα και μας κρατούν στάσιμους πνευματικά.

Σε καμία περίπτωση δεν θα επιβραβεύσουμε αυτά που συνέβησαν, εάν συνέβησαν. Γεγονότα που θλίβουν την Εκκλησία μέσα από τις αστοχίες των λειτουργών Της, πάντοτε υπήρχαν και πάντοτε δυστυχώς θα υπάρχουν. Όλες οι εποχές έχουν να παρουσιάσουν κάποια πρόσωπα, που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της εποχής των. Παρά ταύτα η Εκκλησία συνεχίζει να προχωρά, να πορεύεται και να προσφέρει τα Λόγο του Σταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού και να προσκαλεί τα πιστά μέλη Της, στον αγιασμό και στη σωτηρία, αφήνοντας στην άκρη ότι μικρό και φθηνό έρχεται να ταράξει την ησυχία και την γαλήνη της ειρηνικής Της πορείας, για την κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1850, συναντούμε ένα έγγραφο που απευθύνεται προς την Ιερά Σύνοδο. Το έγγραφο αυτό, το αποστέλλει  ένας Λοχαγός, του οποίου το όνομα είναι δυσανάγνωστο,  από την υπογραφή την οποία φέρει επί των αναγραφομένων  στο έγγραφο που καταθέτει. Σκοπός αυτής της επιστολής- εγγράφου, όπως εκφράζεται από τον συντάκτη, είναι η παραδειγματική τιμωρία ενός Στρατιωτικού Ιερέως, εξαιτίας της σκανδαλώδης του συμπεριφοράς.

Ο Λοχαγός αναφέρει, ότι ο Αρχιμ. Νικηφόρος Μωραϊτάκης, προκαλούσε με την εν γένει συμπεριφορά του και στο παρελθόν πάλι, είχε απασχολήσει την τοπική Εκκλησία. Σημειώνει ότι ο Μητροπολίτης Ευβοίας Νεόφυτος, του είχε επιβάλλει αργία από κάθε ιεροπραξία στη Χαλκίδα. Μετά το θάνατό  του Μητροπολίτη όμως επανήλθε. Μέσα από την διαγωγή του Αρχιμανδρίτου, ο εν λόγω Αξιωματικός, όπως αναφέρει τα γεγονότα, είναι άμεσα θιγόμενος  και γι’ αυτό ζητά από την Εκκλησία και δη το ανώτατο όργανό της, να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα, για να μην προβεί ο ίδιος σε κάποιο ατόπημα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στο τέλος της επιστολής του.

Νωρίτερα στις 18 Οκτωβρίου 1855, ο ίδιος Αξιωματικός, είχε αποστείλει παρόμοια επιστολή στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών για το ίδιο θέμα, αναφέροντας τα ίδια ακριβώς πράγματα όπως και στο προηγούμενο έγγραφο. Επίσης ζητά από το Υπουργείο, να εξετάσει τα αρχεία της Ιεράς Συνόδου, όπου θα βρει όπως ό ίδιος υποστηρίζει, ουσιώδη έγγραφα της διαγωγής του εν λόγω κληρικού. Προφανώς γνώριζε κάποια πράγματα και μάλλον είχε στοιχεία για τον Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο. Έτσι τους καλεί να τα ανασύρουν από το αρχείο και να τα επαναφέρουν εκείνα τα στοιχεία που χρειάζονταν,  προκειμένου να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον καταγγέλλοντα. Ζητήθηκε ακόμα εκ νέου από  τον νέο Μητροπολίτη Ευβοίας, να πράξει τα δέοντα για τον συγκεκριμένο κληρικό, δηλαδή να του επιβάλλει κάποια ποινή όπως έκανε ο προηγούμενος Μητροπολίτης, αλλά εκείνος απήντησε ότι επειδή δεν  αποτελεί ꞉ «μέρος της αυλής του καθότι εν αργία ουδέν δύναται να ενεργήση κατ’ αυτού».

Και πάλι σε αυτή την επιστολή ο θιγόμενος Λοχαγός, ζητά την παραδειγματική τιμωρία του Ιερέως, διότι όπως αναφέρει η προσβαλλομένη του τιμή, μπορεί να τον οδηγήσει σε κάποιο ατόπημα ꞉ « το οποίον βεβαίως ο κ. Υπουργός σεβόμενος την ηθικήν θέλη προλάβη δια της σεβαστικής προνοίας Του». Στο τέλος της επιστολής του υπογράφει ꞉  «ευπειθέστατος και ταπηνός δούλος».

Λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών,  στις 25 Φεβρουαρίου 1856,  μετά από τέσσερις μήνες, το αποστέλλει στο Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Ο Υπουργός όμως λαμβάνοντάς το, μετά από δύο ημέρες στις 27 Φεβρουαρίου 1856, το επιστρέφει στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, προκειμένου όλη η ανωτέρω αλληλογραφία όπως σημειώνει να αποσταλεί στον Εισαγγελέα, από αυτόν.

Στις 12 Μαρτίου 1856, το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, ως όφειλε, απέστειλε όλη την αλληλογραφία στον Εισαγγελέα, υπογράφοντας το διαβιβαστικό έγγραφο ο ίδιος ο Υπουργός. Στη συνέχεια το Υπουργείο της Δικαιοσύνης, στις 15 Μαρτίου 1856, απευθυνόμενο στον εν Αθήναις Εφέταις Εισαγγελέα, τον παρακαλεί εν καιρώ, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας που θα διεξάγει, να επιστρέψει τις αναφορές που προηγήθηκαν και προφανώς και το πόρισμα στο οποίο θα καταλήξει.

Άξιο απορίας είναι ότι σε αυτή την υπόθεση αν και αφορά έναν Στρατιωτικό Ιερέα, που έχει και την ιδιότητα του Αξιωματικού, από την αλληλογραφία που παρουσιάσαμε, απουσιάζει παντελώς το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Πουθενά στα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει κάποια κοινοποίηση ή κάποια αναφορά από τους συντάκτες των εγγράφων αυτών, ότι το Στρατιωτικών έλαβε γνώση ή θέση, επί του θέματος. Προφανώς μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και της μελέτης της δικογραφίας, αν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα ανωτέρω έγγραφα, από τον εισαγγελέα και εφ’ όσον προέκυπταν ενοχοποιητικά στοιχεία για τον Ιερέα, τότε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών θα καλείτο να πάρει θέση και να επιβάλλει και αυτό με τη σειρά του ποινή ή ποινές, σε πράξεις που αντιβαίνουν  το στρατιωτικό αξίωμα που έφερε παράλληλα με το ιερατικό.

Πάντως η υπόθεση αυτή, μέσα από την αλληλογραφία που μέχρι σήμερα έχουμε προσωπικά μελετήσει, δεν είχε συνέχεια, αφού δεν υπάρχουν κάποια άλλα έγγραφα με αυτό το θέμα. Ας ευχηθούμε το ήρεμο αυτό τέλος όπως αποτυπώνεται μέσα από τα έγγραφα, να είχε και στην πραγματικότητα, έχοντας ηρεμήσει και ο θιγόμενος Λοχαγός, αλλά και ο Ιερέας να έπαυσε να αποτελεί την πέτρα του σκανδάλου, εάν είχε γίνει, εξαιτίας της στάσεως και διαγωγής του, όπως ισχυριζόταν ο καταγγέλλων στρατιωτικός.

Συνεχίζεται {78}