(1856 -1860, Α ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Με το έγγραφο που θα ξεκινήσουμε σήμερα, εισερχόμαστε στο έτος 1856. Θα έχουμε τη δυνατότητα μέσα από τη φυλλομέτρηση των εγγράφων του έτους αυτού, να συλλέξουμε καινούρια στοιχεία που αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς, να γνωρίσουμε καινούρια πρόσωπα που θα ενταχθούν στο Σώμα αυτό, αλλά και να δούμε πρόσωπα που αποχωρούν, παραδίδοντας τη σκυτάλη στους νεότερους, έχοντας αφήσει μια πολύτιμη παρακαταθήκη μέσα από την πνευματική τους εργασία, για το μέλλον. Επίσης θα έχουμε στη διάθεσή μας καινούρια στοιχεία που μας ενδιαφέρουν, για να διαπιστώσουμε για μια ακόμα φορά, μέσα από αυτά τα νέα δεδομένα, την θυσιαστική τους προσφορά, στο νεοσύστατο Ελληνικό Έθνος, όπως είναι και ο τίτλος των άρθρων μας.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1856, συναντούμε ένα Βασιλικό Διάταγμα, με το οποίο απολύει από την στρατιωτική υπηρεσία τον Ιερέα Β΄ Τάξεως, Νικηφόρο Μωραïτίδη. Δεν υπάρχει κάποιο προηγούμενο έγγραφο για το θέμα αυτό, αλλά ούτε και συνέχεια δίδεται. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το λόγο της υπάρξεως του Βασιλικού αυτού διατάγματος, παρά μόνο εικασίες να κάνουμε. Όμως όπως άλλωστε το έχουμε αναφέρει και παλαιότερα δεν θα μπούμε σε αυτή την διαδικασία, διότι το να κάνουμε υποθέσεις χωρίς να έχουμε στοιχεία, αποδείξεις ή έστω και ενδείξεις, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αδικήσουμε και να γράψουμε κάτι το οποίο δεν είναι αληθινό και δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1856, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, αποστέλλει έγγραφο προς το 1ο Τάγμα των Ακροβολιστών, με κοινοποίηση στο 1ο Τμήμα του Υπουργείου, στο οποίο αναφέρει, ότι την θρησκευτική υπηρεσία των Φρουρών Στυλίδας, Γαρδικίου, Σουρωτής και Αμαλιουπόλεως, να την εκτελούν Ιερείς από την ευρύτερη περιοχή, με μηνιαία αντιμισθία, έξι δραχμές. Με αυτό το έγγραφο έρχεται το Υπουργείο, να προλάβει κινήσεις, αιτήματα και έγγραφα, που θα απέστελλαν οι ανωτέρω Φρουρές, όπου θα ζητούσαν την άδεια να προσλάβουν κάποιον Ιερέα, προκειμένου να τελεί τις Ιερές Ακολουθίες, ορίζοντας και μια συμβολική αντιμισθία για τον κληρικό, που μπορεί πολλές φορές να μην γινόταν αποδεκτό από το Υπουργείο.

Έτσι λοιπόν με αυτή την κίνηση που πρόλαβε και έκανε το Υπουργείο, έθεσε μία νέα αρχή στον τρόπο με τον οποίο θα καλύπτονταν οι πνευματικές ανάγκες των Φρουρών που στερούνταν Ιερέα. χωρίς φυσικά να αλλάζουν πολλά πράγματα. Ένα πράγμα άλλαξε όπως θα δούμε στη συνέχεια. Η Φρουρά, πρότεινε κάποιον Ιερέα, καθώς επίσης και μια μικρή αντιμισθία. Το καινούριο στοιχείο που κάνει και τη διαφορά, ήταν ότι πλέον ο μισθός που θα χορηγούνταν ήταν κάτι το αδιαπραγμάτευτό. Ο μισθός ήταν συγκεκριμένος που δεν χωρούσε καμία συζήτηση. Έτσι πριν προτείνουν οι Φρουρές κάποιο πρόσωπο, θα έπρεπε να έχουν εξασφαλίσει την συγκατάθεση του για το ποσό αυτό, ώστε στο μέλλον να μην έχει άλλες αξιώσεις, που φυσικά δεν θα γίνονταν αποδεκτές.

Παρ’ όλο που υπήρχαν ανάγκες για πρόσληψη Στρατιωτικών Ιερέων και έτσι δεν θα είχε ανάγκη, να ζητά Ιερείς από την ευρύτερη περιοχή, για να εξυπηρετούν παράλληλα με τα εφημερειακά τους καθήκοντα, το Υπουργείο τις διάφορες αιτήσεις που ελάμβανε, τις περισσότερες εξ’ αυτών, τις έθετε στο αρχείο, με το δικαιολογητικό ότι δεν υπήρχαν κενές θέσεις. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε συναντήσει κάποιο έγγραφο, στο οποίο να αναφέρονται και να καθορίζονται οι οργανικές θέσεις που κάλυπταν οι Ιερείς, καθώς επίσης και τον αριθμό αυτών. Δεν γνωρίζουμε που προβλεπόταν να τοποθετηθεί κάποιος Ιερέας και που όχι. Συναντούμε μέσα στην έρευνα μας, αιτήματα διαφόρων Φρουρών, ακόμα και Ταγμάτων, που ήθελαν να έχουν τον δικό τους Στρατιωτικό Ιερέα, όμως αυτό δεν ήταν πάντοτε εφικτό για πολλούς και διαφόρους λόγους.

Επομένως και σε αυτήν την περίπτωση, δεν μπορούμε να κάνουμε εικασίες για το αν ήταν αλήθεια ή όχι, η δικαιολογία που προέβαλλε το Υπουργείο στις αντίστοιχες αυτές αναφορές που ελάμβανε. Το ζητούμενο αρχικά ήταν και είναι, να υπήρχε μια παρουσία Ιερέως, πέραν από τα τυπικά της οργανικής ή μη θέσεως, που θα κήρυττε Λόγο Θεού και θα προσέφερε ουσιαστική βοήθεια στους έχοντας την εσωτερική ανάγκη, να έχουν ζωντανή την παρουσία του Κυρίου, μέσα από την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι μέσα από αυτή την συνεχή ζήτηση και ύπαρξη υποψηφίων και μάλιστα μέσα από τις αναφορές όπως τις διαβάζουμε, πρόκειται στην πλειοψηφία τους, για πολύ αξιόλογα πρόσωπα, με πολύ μεγάλη και ουσιαστική προσφορά. Κατόπιν τούτων θα έπρεπε να εξέταζε το Υπουργείο, τη δυνατότητα της αυξήσεως των οργανικών θέσεων, εάν υπήρχαν, προκειμένου να υπάρχει μια αυτάρκεια, ακόμα και πλεόνασμα, εάν αυτό ήταν εφικτό, σε έναν χώρο, που μεταξύ των άλλων, η παρουσία του Θεού ήταν επιβεβλημένη, όχι με την έννοια της επιβολής ή του εξαναγκασμού, αλλά ως μια εσωτερική ανάγκη, για μια νικηφόρα πορεία και προσφορά, μέσα σε μια καθημερινότητα που συνεχώς μεταβαλλόταν.

Μετά τα ανωτέρω, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, ο Ιερέας Δημήτριος- Κωνσταντίνος Σάμος(;), με αναφορά του που απέστειλε στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, ζητά να τον εγκρίνει, κατόπιν προτάσεως της Ιεράς Συνόδου, ως Στρατιωτικό Ιερέα. Είναι η πρώτη φορά μέχρι σήμερα, που βλέπουμε μια αναφορά κληρικού που επιθυμεί να καταταγεί στο στρατό, να την αποστέλλει κατευθείαν στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και όχι στο αρμόδιο Υπουργείο. Μπορεί να έγινε από άγνοια. Μπορεί να υπήρξε κάποιος άλλος λόγος, πάντως ότι και αν ίσχυε, το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, την απέστειλε στο Στρατιωτικών, ως το αρμόδιο όργανο που θα την εξέταζε και αν υπήρχε η διάθεση από την πλευρά του, θα την προωθούσε και πάλι, προκειμένου να ακολουθηθεί η πορεία που ακολουθείτο σε παρόμοιες περιπτώσεις, ώστε να επικυρωθεί στο τέλος από την έγκριση της Ιεράς Συνόδου, του Βασιλείου της
Ελλάδας.

Το Υπουργείο των Στρατιωτικών αφού την έλαβε και την εξέτασε, στις 28 Φεβρουαρίου 1856, την έθεσε στο αρχείο, με το δικαιολογητικό ότι δεν υπήρχε κενή θέση. Με το κλείσιμο της υποθέσεως αυτής, άλλος ένας κληρικός έμενε εκτός του στρατεύματος, αν και είχε όπως ο ίδιος γράψει στην αναφορά του την έγκριση της Ιεράς Συνόδου, του οργάνου εκείνου της Εκκλησίας που ενέκρινε τους διορισμούς μέσα στο στράτευμα. Όμως και σε αυτό το σημείο πάλι, ο εν λόγω Ιερέας κινήθηκε λίγο «ανορθόδοξα» θα μπορούσαμε να πούμε, αφού η έγκριση της Συνόδου γινόταν πάντοτε στο τέλος και όχι στην αρχή και κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου Υπουργείου. Άρα μπορούμε να πούμε, ότι έτσι όπως κινήθηκε ο ενδιαφερόμενος Ιερέας, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια να γινόταν κάτι, διότι ενδεχομένως να τους προδιέθετε αρνητικά με τις κινήσεις και τον τρόπο με τον οποίο έδρασε, προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημά του.

Λίγες ημέρες μετά την αναφορά που παρουσιάσαμε, συναντούμε ένα παρόμοιο θέμα και αίτημα, από τον Ιερομόναχο Ιωακείμ Καλαμαρίδη. Ο εν λόγω Ιερομόναχος, ο οποίος καταγόταν από την Κρήτη, στις 21 Φεβρουαρίου 1856, κατέθεσε μια αναφορά προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με την οποία ζητούσε να τον διορίσουν ως Στρατιωτικό Ιερέα. Ανέφερε ότι υπήρξε Εφημέριος στην Εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στη Νέα πόλη και το ότι ήταν τεταρτοετής μαθητής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Μάλιστα ανέφερε, ότι εάν και όπου διοριζόταν προτίθετο να διδάξει το μάθημα της ιεράς ιστορίας, μάθημα σπουδαίο και ουσιώδες όπως το χαρακτήριζε : «για την εμπέδωσιν των θρησκευτικών ηθών της ευψυχίας του ορθοδόξου ελληνικού στρατού».

Όμως και αυτή η αναφορά όπως και η προηγούμενη με το ίδιο δικαιολογητικό και με την ίδια ημερομηνία τέθηκε στο αρχείο. Οι καλές προθέσεις και διαθέσεις πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Πάντοτε όμως δεν υλοποιούνται, εξαιτίας πολλών παραγόντων και καταστάσεων. Μένει κάποιες φορές μια πίκρα, μια απογοήτευση. Γεννώνται πολλά ερωτηματικά στα οποία άλλοτε παίρνουμε πειστικές απαντήσεις και ηρεμούμε και άλλοτε όχι και συνεχίζουμε να ψάχνουμε ακόμα περισσότερο. Υπάρχουν περιπτώσεις που μας ταλανίζουν πολύ σκληρά μέχρι το τέλος της ζωής μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα λύσεις ή κάποιες άλλες φορές να θέλουμε να απαλλαγούμε από τα δεσμά που θέσαμε τη ζωή μας και την κάναμε πολύ πιεστική και ανυπόφορη. Αυτό που είναι σίγουρο και θα πρέπει να γαληνεύει τις ψυχές μας, να μας ηρεμεί και να κοπάζει τον τάραχο εκείνο, που μας βγάζει εκτός της πνευματικής μας πορείας και της επίτευξης του σκοπού και του στόχου μας, είναι ότι ο Θεός, ότι επιτρέπει, το επιτρέπει πάντοτε για το καλό μας και την πρόοδό μας.

Μέσα ακόμα και από τις δυσκολίες και τις κακοτοπιές που μπορεί οι άνθρωποι να θέτουν στην ζωή των άλλων, με πολύ μικρά και φθηνά κριτήρια, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις έρχεται το σχέδιο και η οικονομία του Θεού, να μετατρέψει το κακό σε καλό, να μεταβάλλει το θάνατο σε ζωή και να οδηγήσει τον άνθρωπο από την απογοήτευση, στην ελπίδα. Μπορεί να μην το καταλάβουμε αμέσως. Μπορεί τα παρήγορα λόγια κάποιων πνευματικών ανθρώπων να μην μας ανακουφίζουν. Στο τέλος όταν το καταλάβουμε, αφού θα έχουμε ωριμάσει αρκετά, τότε θα νοιώσουμε πολύ έντονα την παρουσία του Θεού στη ζωή και στα έργα μας και θα τον ευχαριστήσουμε για όλη αυτή την περιπέτεια που περάσαμε και απετέλεσε μεταξύ των άλλων, μια ευκαιρία για να δοξάσουμε το Πανάγιο Όνομά Του και να οπλιστούμε με περισσότερα εφόδια και γνώσεις για το μέλλον που πρέπει μέσα του να έχει παρουσία Θεού.

Συνεχίζεται {76}