(1855 -1860, Γ ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Συνεχίζοντας την παρουσίαση του έργου των Στρατιωτικών Ιερέων, μέσα από τα έγγραφα του έτους 1855, συναντούμε μια αναφορά από τον Ιερέα του 5ου Τάγματος, την οποία αποστέλλει προς την Διοίκησή του, με ημερομηνία 4 Μαΐου 1855. Στην αναφορά αυτή, καταγράφεται ότι ο Ιερέας της Φρουράς, Αθανάσιος Νικολάου, μετατέθηκε στο 2ο Πεζικό Τάγμα και ανατέθηκε σε αυτόν, να καλύπτει και να εξυπηρετεί και την υπηρεσία του μετατεθέντος Ιερέως. Ζητά να του χορηγηθεί η αντιμισθία που του αναλογεί, μέσα από την επιπλέον διατεταγμένη υπηρεσία την οποία θα εκτελούσε. Η αναφορά αυτή αποστέλλεται από την Διοίκηση του Ιερέως στην Διοίκηση της Μοίρας και από εκεί στις 9 Μαΐου 1855, στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, για να αποφασίσει το τι θα πράξει στο αίτημα αυτό.

Η αναφορά αυτή, αφού έφτασε στο Υπουργείο και αξιολογήθηκε, επιστρέφει πίσω, αναφέροντας ότι η αντιμισθία την οποία ελάμβανε, ήταν ανάλογη με την εκτέλεση των τακτικών ιεροπραξιών που εκτελούσε παλαιότερα στην ενορία του. Δεν εκτελούσε κάτι παραπάνω με το επιπλέον έργο που του ανατέθηκε και ως εκ τούτου το αίτημά του δεν γίνεται δεκτό. Η απάντηση στο έγγραφο αυτό του Υπουργείου, υπογράφεται από τον Γενικό Γραμματέα, στις 17 Μαΐου 1855.

Το Φρουραρχείο της Λαμίας, λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό στις 21 Μαΐου 1855, απευθυνόμενο στο Υπουργείο, συμφωνεί με την θέση αυτή αναφέροντας ότι : « φρονούμεν ότι δεν δικαιούται εις την απόλαυσιν επιμισθίου». Μετά την τοποθέτηση αυτή και του Φρουραρχείου, που πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν περιμέναμε να ήταν διαφορετική, αφού πάντοτε το υφιστάμενο κλιμάκιο συμφωνεί με το προϊστάμενο και ποτέ πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, εκφράζει γραπτώς ή προφορικώς, διαφορετική άποψη και γνώμη, το Υπουργείο, με νέο του έγγραφο, στις 27 Μαΐου, 1855, το οποίο αποστέλλει προς την 2η Μοίρα Πεζικού, με κοινοποίηση το Φρουραρχείο, τους καλεί να ενημερώσουν τον Ιερέα Κυπριανό Κατελάνο, ο οποίος ήταν και ο συντάκτης της αναφοράς, ότι δεν έχει δικαίωμα να ζητά, την επιπλέον αντιμισθία και ούτε μπορεί να του χορηγηθεί αυτή, διότι η θρησκευτική υπηρεσία του 5ου Τάγματος και η Φρουρά της Λαμίας, είναι μια και αυτή υπηρεσία, η οποία πάντοτε καλύπτεται από έναν Ιερέα.

Στη συνέχεια σε ένα άλλο έγγραφο, το Φρουραρχείο της Βόνιτσας, απευθυνόμενο στο Υπουργείο, στις 20 Σεπτεμβρίου 1855, ζητά την αντικατάσταση του Ιερέως της Φρουράς. Στο έγγραφο αυτό, το Φρουραρχείο εξηγεί τον λόγο, που ζητά την αντικατάσταση του Ιερέως, προτείνοντας και μια νέα λύση, η οποία δεν επιβαρύνει οικονομικά κανέναν. Μετά τον καλλωπισμό του Ναού που έγινε με την βοήθεια κάποιων χριστιανών, πλέον μπορεί να λειτουργεί ο Ναός σε όλες τις εορτές και γενικότερα να λειτουργεί πιο συχνά. Ο καλλωπισμός στον οποίο αναφέρεται το έγγραφο, εννοεί προφανώς τον εξοπλισμό του με όλα τα απαραίτητα σκεύη και βιβλία, καθώς επίσης και σε μια πολύ καλή συντήρηση ή και ανακαίνιση, η οποία από τότε μέχρι και σήμερα γινόταν και γίνεται και θα γίνεται και στο μέλλον από τους απλούς ανθρώπους, από τον φιλόχριστο και ευσεβή λαό μας, που ξέρει να σέβεται και να τιμά τα ιερά και τα όσια του.

Έτσι και αυτός ο Ναός, εξαιτίας της αγάπης και του ενδιαφέροντος κάποιων ανωνύμων ευσεβών ανθρώπων, έγινε ακόμα περισσότερο λειτουργικός, ανταποκρινόμενος στην αποστολή του, να δέχεται μέσα του, τους ανθρώπους του Θεού, που εμπιστεύονται τον εαυτό τους στα χέρια Του και μέσα από την συμμετοχή τους στην λειτουργική ζωή, απολαμβάνουν την παρουσία Του, στη ζωή και στα έργα τους. Όμως ο Ιερέας που δεν ήταν στρατιωτικός, αλλά είχε αναλάβει αυτό το έργο, να λειτουργεί σε αυτόν τον Ναό, αφού δεν υπήρχε εκεί τοποθετημένος Στρατιωτικός Ιερέας, δεν ήθελε με τα νέα δεδομένα που προέκυψαν, να δεσμευτεί, προφανώς διότι θα είχε και ενορία.

Έτσι το Φρουραρχείο προτείνει, αντί αυτού του Ιερέως, να αναθέσουν την διακονία αυτή στους Ιερείς του ενοριακού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος, με την ίδια αντιμισθία των δέκα δραχμών, ώστε η Φρουρά να έχει μόνιμο Ιερέα και έτσι και ο Ναός να λειτουργείται πιο τακτικά και μόνιμα. Το αίτημα αυτό εξετάσθηκε από το Υπουργείο, αφού έλαβε την αναφορά αυτή και στις 27 Σεπτεμβρίου 1855, με έγγραφό του, που το αποστέλλει στο Φρουραρχείο και το κοινοποιεί στο Αρχηγείο της Αιτωλοακαρνανίας, στη Μοίρα Πεζικού και στο Στρατιωτικό Λογιστήριο, εγκρίνει να αντικατασταθεί ο Ιερέας της Φρουράς.

Ακολουθεί μια αναφορά του Ιερέως Γεωργίου Παπανικολάου, την οποία απευθύνει προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 1855. Στην αναφορά αυτή, ο εν λόγω Ιερέας αναφέρει ότι ο πατρικός, αλλά και ο έμφυτος ζήλος του για την πατρίδα, τον παρακίνησε να αγωνισθεί στους απελευθερωτικούς αγώνες στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο, έχοντας διαθέσει όλη του την περιουσία. Ζητά από τον Υπουργό, να προστατεύσει η πατρίδα αυτόν και την οικογένειά του, παρακαλώντας τον γονυπετής και με πολλά δάκρυα, όπως αναφέρει, να τον διορίσει ως Στρατιωτικό Ιερέα. Η αναφορά αυτή δυστυχώς δεν είχε μέλλον, αφού τέθηκε στο αρχείο.

Το Φρουραρχείο του Ναυπλίου, στις 17 Οκτωβρίου 1855, αποστέλλει αναφορά προς το Υπουργείο, αναφέροντας ότι ο Ιερέας τους, Δημήτριος Κουμαριανός, όπως και ο Ιερέας του Παλαμηδίου, ήταν ασθενής, με αποτέλεσμα η θρησκευτική υπηρεσία και των δύο να «πάσχει».Προτείνει το Φρουραρχείο να αναθέσουν προσωρινά στον Ιερέα Δημήτριο Αθανασίου, την θρησκευτική υπηρεσία στο Παλαμήδι, μέχρι να αναρρώσει ο Ιερέας. Παλαιότερα ο εν λόγω Ιερέας, εκτελούσε την υπηρεσία αυτή και έτσι ήταν γνώριμος, αλλά και συνεπής και κατάλληλος για να τον προτείνουν και πάλι.

Ο Ιερέας Δημήτριος Κουμαριανός, με αναφορά του, που απέστειλε προς το Υπουργείο εξαιτίας της ασθενείας του, ζητούσε εξάμηνη αναρρωτική άδεια με αποδοχές, προκειμένου να μεταβεί στον τόπο καταγωγής του στην Άνδρο και εκεί, με την κατάλληλη φροντίδα που θα του παρασχεθεί να αναρρώσει. Το Υπουργείο, λαμβάνοντας την αναφορά αυτή, εγκρίνει δίμηνη άδεια με αποδοχές και όχι εξάμηνη. Μέσα σε αυτές τις αναφορές υπάρχει ακόμα και μια γνωμοδότηση της Ανωτάτης Στρατιωτικής Υγειονομικής Επιτροπής, η οποία είχε ημερομηνία εκδόσεως, 15 Οκτωβρίου 1855. Το έγγραφο αυτό, προηγήθηκε ή ακόμα και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, στο να αποστείλει το Φρουραρχείο, τη δική του αναφορά προς το Υπουργείο, εκθέτοντας την κατάσταση της υγείας του Ιερέως. Το Υπουργείο όμως από την πλευρά του, δεν μπορούμε να πούμε ότι το έλαβε και ιδιαίτερα υπόψη του, αφού δεν ικανοποίησε το αίτημα του Ιερέως στο ακέραιο.

Η Υγειονομική Επιτροπή όπως αναφέρει στο έγγραφό της, επισκέφθηκε τον Ιερέα Κουμαριανό στον τόπο που διέμενε και τον βρήκε πάρα πολύ άσχημα, εξασθενημένο, αδύνατο, ηλικιωμένο και ανίκανο να αναλάβει την υπηρεσία του. Έτσι τον βρήκαν και με αυτές τις λέξεις αποτύπωσαν την κατάσταση της υγείας του, τα μέλη της επιτροπής, καταγράφοντας και αποτυπώνοντάς τα σε εκείνο το χαρτί της γνωμοδοτήσεως. Το συγκεκριμένο έγγραφο είναι σφραγισμένο, με τη σφραγίδα της επιτροπής και στο τέλος το υπογράφουν τα μέλη της.

Όμως ο Ιερέας του Ναυπλίου, μετά την απόρριψη του αιτήματός του, επανέρχεται με νεώτερη του αναφορά, την οποία καταθέτει την 1η Ιουλίου 1855 και με την οποία ζητά να ξαναεξετασθεί το θέμα του προκειμένου να μεταβεί στην Άνδρο.

Ο Ευζωνικός Λόχος του 2ου Πεζικού Τάγματος, στις 5 Οκτωβρίου 1855, απευθυνόμενο προς την Διοίκηση της Μοίρας στο Ναύπλιο, ζητά να χορηγηθεί μια ανάλογη αντιμισθία στον Ιερέα Θεοχάρη Λόντο, ο οποίος κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες του Λόχου. Η αναφορά αυτή, αποστέλλεται στη συνέχεια προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, ως το αρμόδιο όργανο, για να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα αυτό. Το Υπουργείο εγκρίνει το αίτημα αυτό, αλλά για πρώτη φορά, βλέπουμε το συγκεκριμένο θέμα, που έχει να κάνει με οικονομικές απολαβές, το Στρατιωτικών, να το αποστέλλει στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και αυτό με τη σειρά του, στην Ιερά Σύνοδο.

Η Ιερά Σύνοδος μετά την αποστολή αυτού του εγγράφου, επιστρέφει την απάντησή της στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, την 1η Νοεμβρίου 1855. Στο έγγραφο αυτό διαβάζουμε, ότι η Ιερά Σύνοδος επικοινώνησε με τον Επίσκοπο Φωκίδος και τον παρεκάλεσε να διατάζει τους Ιερείς της Άμφισσας : « να επιτελούν προθύμως τις αναγκαίες ιεροπραξίες εις τους εκεί διαμένοντας στρατιώτας του ευζωνικού Λόχου του Βασιλικού Πεζικού Τάγματος της Γραμμής οσάκις αν ζητώνται».

Λαμβάνοντας την απάντηση αυτή το Υπουργείο των Στρατιωτικών, την αποστέλλει στο Αρχηγείο της Φθιώτιδας και Φωκίδας και αυτά με τη σειρά τους στον Ευζωνικό Λόχο. Λαμβάνοντας την γνωμοδότηση της Ιεράς Συνόδου στο θέμα αυτό, ο Λόχος, στις 9 Νοεμβρίου 1855, το επιστρέφει στο Αρχηγείο και αυτό με τη σειρά του στο Υπουργείο και έτσι μετά την γνώση όλων των εμπλεκομένων, η υπόθεση κλείνει στις 18 Νοεμβρίου 1855, θέτοντας το θέμα αυτό στο αρχείο.

Συνεχίζεται {74}