(1855 -1860, Β ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Στην προηγούμενη αναφορά μας παίρνοντας αφορμή από ένα έγγραφο που έκανε λόγο για κάποια λειτουργικά άμφια και σκεύη που χρησιμοποιούσε κάποιος Στρατιωτικός Ιερέας, μιλήσαμε γενικά για την λειτουργική προσφορά και παρουσία του Ιερέως σε καιρό πολέμου. Υπάρχουν πάρα πολλά γεγονότα και καταστάσεις, μέσα από μαρτυρίες που καταγράφτηκαν και μέχρι σήμερα μαρτυρούν την λειτουργική αυτή παράδοση των Ιερέων μας στα πεδία των μαχών, μεταφέροντας με έναν διαφορετικό τρόπο, την Εκκλησία του Χριστού, εκεί που ήταν τα μέλη Της και μάλιστα κάτω από πολύ δύσκολες καταστάσεις, κάτω από την απειλή του θανάτου και μέσα στην μαυρίλα του πολέμου.

Αυτές οι καταστάσεις, δεν μπορούν να περιγραφτούν με λόγια, ούτε απεικονίζονται σε κάποιες φωτογραφίες. Αφήνουμε την σκέψη μας, να πάει εκεί που μας αναφέρουν τα γεγονότα. Ανοίγοντας τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής μας, καλούμαστε να βιώσουμε με τις αισθήσεις του πνεύματος, αυτές τις μοναδικές στιγμές που βίωναν οι συμμετέχοντες, μέσα από την συμμετοχή τους στη λειτουργική μας παράδοση και μέσα από την πίστη, η οποία κρατούσε το ηθικό τους ψηλά, για να συνεχίσουν τον ιερό τους αγώνα. Εκείνη τη στιγμή της Θείας Λατρείας, ο αγώνας των ευσεβών και ορθοδόξων Ελλήνων Χριστιανών, ανέβαινε ως θυμίαμα στον ουρανό και η προσευχή τους γινόταν κραυγή, που αναμιγνυόταν με την υμνωδία των αγγέλων και τις ικεσίες των Αγίων.

Σήμερα θα προσπαθήσουμε πάλι πολύ σύντομα, να μιλήσουμε για αυτή την λειτουργική παράδοση των Ιερέων του Στρατού, σε καιρό ειρήνης. Μπορεί κάποιος να διερωτηθεί, τι το διαφορετικό έχει. Τι είναι εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε και να παρουσιάσουμε ως κάτι μοναδικό και αν αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σε αυτό. Γιατί πρέπει να αναφερθούμε σε αυτό το θέμα. Πολλά ερωτήματα θα μπορούσε ο καθένας να καταθέσει μπροστά σε αυτή την καινούρια παρουσίαση. Όλα αυτά τα ερωτήματα και πολλά άλλα ακόμα, βρίσκουν την απάντησή τους, μέσα στον λειτουργικό πλούτο που κρύβει, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας.

Προκαταβολικά ερχόμαστε να πούμε ότι η λειτουργική προσφορά των Ιερέων στο Στρατό, δεν διαφέρει σε τίποτα από την προσφορά του υπολοίπου σώματος της Εκκλησίας. Η προσφορά αυτή, όπως και κάθε προσφορά και κάθε διακονία, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Συντελείτε κάτω από διαφορετικές συνθήκες και προϋποθέσεις, κάτω από δυσκολίες με λίγα ή πολλά προβλήματα. Υπάρχουν απρόοπτες περιπτώσεις και καταστάσεις, που καλείσαι εκείνη τη στιγμή να δώσεις λύσεις και να προχωρήσεις, χωρίς να σταματήσεις αυτό που έχεις ήδη ξεκινήσει, δίνοντας έτσι την εντύπωση της προχειρότητας ή της έλλειψης υπευθυνότητας και γρήγορης αντιμετώπισης.

Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί κάποιος να τα φανταστεί ή να πιστέψει ότι αυτά μπορεί να συμβαίνουν, ακούγοντάς τα ως ένα απλό άκουσμα ή ως μια ομιλία ή μια αφήγηση, εάν ο ίδιος δεν τα έχει βιώσει ή δεν τα δει με τα ίδια του τα μάτια, μέσα στην ποιμαντική του καθημερινότητα. Έτσι λοιπόν ο καθένας, προσπαθεί να πράξει το ιερό του καθήκον, μέσα στο περιβάλλον που έχει τοποθετηθεί και μέσα σε ένα κλίμα που θα πρέπει να το διαχειριστεί κατά περίπτωση και περίσταση, παίζοντας φυσικά πρωτίστως και πάνω από όλα, σημαντικότατο ρόλο η προσωπικότητα του Ιερέως και ο αντίκτυπος του έργου του, στις ψυχές και στις συνειδήσεις αυτών, που τον ακολουθούν, τον παρακολουθούν και τον κρίνουν καλοπροαίρετα, αλλά και κάποιες φορές, λίγες ή πολλές δεν ξέρω και κακοπροαίρετα.

Πηγαίνοντας κάποια φορά σε κάποια Μονάδα να τελέσω τη Θεία Λειτουργία, όπως είχα στο πρόγραμμά μου, λίγο πριν ξεκινήσω την Ακολουθία του Όρθρου, ήλθε στον Ιερό Ναό ένας Ιερέας από την παρακείμενη ενορία. Τον καλωσόρισα και του πρότεινα εάν ήθελε να συλλειτουργήσουμε. Μου απήντησε «ότι ήλθε να δει πως κάνει ένας Στρατιωτικός Ιερέας την Θεία Λειτουργία». Παραξενεύτηκα από αυτή την τοποθέτηση. Δεν είπα τίποτα. Προσπάθησα για λίγα λεπτά πριν ξεκινήσω, να καταλάβω τι ήθελε να πει, να μπω στον συλλογισμό και στη σκέψη του. Έμεινα όμως εκεί, γιατί αρχίσαμε την Ιερά Ακολουθία, οπότε οποιαδήποτε σκέψη παραμερίστηκε, προς στιγμή.

Τελειώσαμε τον Όρθρο και μπήκαμε στη Θεία Λειτουργία. Ωστόσο άρχισε να έρχεται και το προσωπικό της Μονάδας, για τη συμμετοχή του στην προγραμματισμένη Ακολουθία. Λίγο πριν κάνουμε την απόλυση, υπήρξε ένα ολιγόλεπτο κήρυγμα και μετά ακολούθησε η διανομή του αντιδώρου. Στο τέλος, στον Ιερό Ναό ήμασταν οι δύο Ιερείς, ο ψάλτης και ο βοηθός μου, που εκτελούσε χρέη νεωκόρου. Να σημειώσουμε ότι από τον Ιερό Ναό, σκεπασμένο και κλειστό ήταν μόνο το Ιερό Βήμα και ο πρόναός, ενώ ο υπόλοιπος χώρος του κυρίου Ναού, ήταν ανοικτός. Υπογραμμίζουμε στο σημείο αυτό, ότι έτσι είναι το σύνολο των Ναών μας.

Μετά από την Θεία Λειτουργία και αφού είχαμε φύγει από τον Ναό, στην «ώρα του καφέ», ρώτησα τον Ιερέα, ποιές ήταν οι εντυπώσεις που απεκόμισε σε αυτό που ήθελε να δει και εάν πήρε απαντήσεις μέσα από αυτά που είδε και άκουσε. Η απάντηση που μου έδωσε ο Ιερέας, δεν με ξάφνιασε και ούτε περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Μου είπε ότι ενώ περίμενε να δει κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, όπως και διαφορετικά τα φανταζότανε και τα είχε στο μυαλό του, τελικά δεν είδε κάτι περίεργο και παράξενο και έτσι, «έπεσε έξω» στους συλλογισμούς που έκανε. Τα πάντα λειτούργησαν και κινήθηκαν, με έναν πολύ απλό και φυσιολογικό τρόπο, χωρίς κάποιες ιδιαιτερότητες, πέραν της ιδιαιτερότητας του σχεδίου του Ναού.

Από το παραπάνω παράδειγμα, μπορούμε πολύ εύκολα να καταλάβουμε ότι η λειτουργική μας παράδοση είναι η ίδια και ακολουθείται με τον ίδιο τρόπο, όπου και αν αυτή τελείται, προς πνευματική ωφέλεια και στήριγμα των πιστών. Εμείς οι Στρατιωτικοί Ιερείς δεν αποτελούμε κάτι διαφορετικό και δεν κάνουμε κάτι άλλο από αυτό που επιτελούν οι Ιερείς που διακονούν στις ενορίες. Η Εκκλησία μας έχει τοποθετήσει σε αυτόν τον ευαίσθητο και πολύ νευραλγικό χώρο, προκειμένου να μεταδίδουμε Χριστό και να προσφέρουμε την αλήθεια του Ευαγγελίου Του, μάλιστα σε μια εποχή που δεν είναι και τόσο εύκολη, που δεν υπάρχουν αυτονόητα και παραδεδομένα. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, που όλα συζητούνται σε νέες βάσεις, που όλα ανατρέπονται και κατεδαφίζονται, με σκοπό να εκσυγχρονιστούμε και να προοδεύσουμε, όπως μας λένε. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον και ο Λόγος του Θεού εύκολα αμφισβητείται, περιφρονείται ή προσπαθούν κάποιοι άλλοι να τον θέσουν στο περιθώριο. Επομένως καταλαβαίνουμε ότι το έργο μας, δεν είναι και τόσο εύκολο και αυτονόητο.

Η αρχή και το τέλος της ποιμαντικής μας διακονίας, είναι η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας. Τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί. Εκεί συντελείται η πνευματική μας τροφοδοσία και πρόοδος. Από εκεί συλλέγουμε τα εφόδια εκείνα που χρειαζόμαστε, προκειμένου να ριχτούμε στην μάχη του έργου που πρέπει να επιτελέσουμε προς δόξα Θεού. Αρχίζουμε με το «Ευλογητός ο Θεός» στην Ακολουθία και τελειώνουμε με το «Δι’ ευχών», που επεκτείνεται μετά την Ακολουθία, μέσα στην πορεία μας, ανάμεσα στους ανθρώπους εκείνους, που αποτελούν τον κλήρο μας και για αυτούς τους οποίους θα δώσουμε λόγο στο Θεό, αφού καθημερινά συναναστρεφόμαστε, συνομιλούμε και συνεργαζόμαστε μαζί τους. Οι Ακολουθίες που τελούνται μέσα στο στράτευμα, είναι οι ίδιες, με τις Ακολουθίες που τελούνται στις ενορίες, απλώς κάποιες είναι προσαρμοσμένες στις ποιμαντικές ανάγκες και απαιτήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Γι’ αυτό και υπάρχει και το «Ευχολόγιο των Ενόπλων Δυνάμεων», το οποίο περιέχει τις Ιερές Ακολουθίες που τελούνται σε χώρους του Στρατού και είναι εγκεκριμένο από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Οι Ναοί μας είναι μικροί στο σύνολό τους, πλήρως εξοπλισμένοι με τα απαραίτητα λειτουργικά σκεύη και βιβλία και εκεί τελούνται οι Ιερές Ακολουθίες, για το σύνολο των υπηρετούντων στους χώρους αυτούς. Υπάρχουν βεβαίως και μεγαλύτεροι Ναοί ή και υπαίθριοι, με μόνο σκεπασμένο το Ιερό Βήμα, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Αρκετοί εξ’ αυτών είναι εγκαινιασμένοι, ενώ κάποιοι άλλοι καλύπτουν και τις λειτουργικές ανάγκες μιας ευρύτερης περιοχής, λόγω ελλείψεως Ναού στην περιοχή εκείνη. Ο κάθε Στρατιωτικός Ναός, όπου και αν βρίσκεται, έχει την δική του ιστορία, εκπέμπει τα δικά του μηνύματα, έχει την δική του αποστολή.

Μια ιδιαιτερότητα που θα μπορούσαμε να επισημάνουμε γι’ αυτούς τους Ναούς είναι, ότι απευθύνονται σε ένα ομοιογενές εκκλησίασμα, δηλαδή νέους ανθρώπους, που αποτελούν το προσωπικό της Μονάδας, του Σχηματισμού, της Μεραρχίας, του Νοσοκομείου, του εργοστασίου, του Ναυστάθμου, της Σμηναρχίας, της Πτέρυγας. Το εκκλησίασμά μας, είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και έχουν την δυνατότητα, μέσα στον εργασιακό τους χώρο να προσεγγίσουν την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας και να γευθούν τους καρπούς Της. Είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι είναι μέλη της κοινωνίας, έχουν τις οικογένειές τους, έχουν τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους, είτε σε προσωπικό είτε σε οικογενειακό είτε και ακόμα και σε υπηρεσιακό επίπεδο και καλούνται ακούγοντας το μήνυμα του Κυρίου, σε κάποιες στιγμές έντονης πίεσης και προβληματισμού, να προσεγγίσουν τον Ιερέα και να τον κάνουν κοινωνό των σκέψεών τους, των προβληματισμών τους και να ζητήσουν την συνδρομή και βοήθεια του, γνωρίζοντας ότι αυτή η βοήθεια, «είναι άνωθεν κατερχομένη».

Αυτοί οι Ναοί πολλές φορές έχουν γίνει η αφορμή κάποιοι να προσεγγίσουν τον Θεό για πρώτη φορά. Αυτοί οι Ιεροί Ναοί, έγιναν η αφορμή να ενωθούν οικογένειες, ακόμα κοινωνικές ομάδες και ολόκληρες κοινωνίες. Αυτές οι απλές και ταπεινές Εκκλησίες, έχουν γίνει πολλές φορές η αιτία, άνθρωποι να αναθεωρήσουν σκέψεις και απόψεις, που τους στερούσαν την όντως ζωή και τους κρατούσαν εγκλωβισμένους μέσα στον εγωισμό τους. Μέσα από έναν απλό λόγο, μέσα από ένα «Κύριε ελέησον», μέσα από την απλή και ταπεινή φλόγα του κεριού και του καντηλιού και μέσα από την ευωδία του λιβανιού, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται, σε κάνει να ξεχνάς για λίγο τον παρόντα κόσμο και να αφήνεις τον εαυτό σου να πετάξει στον ουρανό, χωρίς προβλήματα, χωρίς δυσκολίες, χωρίς βάσανα. Όταν όμως επανέρχεσαι στην σκληρή πραγματικότητα, τότε ανανεωμένος και αναγεννημένος πνευματικά, προχωράς μπροστά, έχοντας ανακτήσει το χαμόγελο, την αισιοδοξία και την ελπίδα.

Το προσωπικό στο οποίο απευθυνόμαστε δεν είναι μόνιμο, δεν είναι σταθερό, όπως και η δική μας διακονία, δεν είναι μόνιμη και σταθερή, αφού και εμείς έχουμε μεταθέσεις και μετακινήσεις. Η παρουσία και η συμμετοχή τους, στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, δεν μπορεί να περιοριστεί και να εγκλωβιστεί, μέσα σε μια διαταγή, μέσα στο καλούπι της τυποποιημένης παρουσίας, χωρίς να έχει το προσωπικό στοιχείο και την προσωπική συμμετοχή, που θα φέρει τα αποτελέσματα εκείνα της πνευματικής αλλοιώσεως προς το καλύτερο και ανώτερο.

Οι Ακολουθίες που τελούνται στο στράτευμα, μπορεί να αποτελούν μέχρι σήμερα ένα αναπόσπαστο κομμάτι του γενικότερου προγράμματος, παρά ταύτα η συνειδητή συμμετοχή και μόνο, μπορεί να φέρει το αποτέλεσμα εκείνο που επιθυμούμε και για το οποίο πρέπει να εργαζόμαστε, όπως πρέπει, δίνοντας τον εαυτό μας και την προσωπική αληθινή μαρτυρία μας, που παίζει καθοριστικό παράγοντα στις ψυχές και στις συνειδήσεις των ανθρώπων, πέραν αν πιστεύουν ή δεν πιστεύουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως το σημειώσαμε και στην αρχή, ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει ακόμα και στο στρατό και δεν υπήρχε περίπτωση να μην αλλάξει και ο στρατός μας, αφού είναι ένα μέρος της κοινωνίας μας, που δέχεται τον καθημερινό βομβαρδισμό των νέων μηνυμάτων και συνθημάτων που διακινούνται, μέσα στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών και απόψεων.

Ο ρόλος και η παρουσία μας, δεν κλείνεται και δεν περιορίζεται, μέσα σε μια τυποποιημένη Ακολουθία. Ιερός Ναός, Ακολουθία και Ιερέας, είναι τρία πράγματα που πηγαίνουν μαζί και δεν ξεχωρίζονται μεταξύ τους. Η Ακολουθία δεν γίνεται για να γίνεται και να καταγραφεί στο μηνιαίο πρόγραμμα και έτσι να μην έχει κανένας πρόβλημα. Δεν αποτελεί μια ρουτίνα της καθημερινότητας, που άντε να πάμε να τελειώνουμε, για να συνεχίσουμε το έργο μας. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση, να δώσουμε την εικόνα της εξοικείωσης και της προχειρότητας που θα χαρακτηρίζει αυτή την Ακολουθία, χαρακτηρίζοντάς μας έτσι, ως Ιερείς των εορτών, των τελετών και των Αγιασμών. Οι Ακολουθίες αποτελούν ευκαιρία προσωπικού αναβαπτισμού και μας παρέχετε η δυνατότητα να αντλήσουμε δύναμη, για να προχωρήσουμε προς τα εμπρός, δίνοντας το στίγμα της αλλαγής και της πνευματικής προόδου.

Το έργο μας όμως, επεκτείνεται και συνεχίζεται μετά από όλα αυτά, μέσα από την συνεχή καθημερινή μας απλή, ήσυχη, μετρημένη, διακριτική και αθόρυβη παρουσία. Το να περπατά, ο Ιερέας, να συνομιλεί, να χαιρετά, να σιωπά όπου χρειάζεται και να συνεργάζεται και όχι να μαλώνει, είναι κάποια απλά πράγματα, μέσα σε πολλά άλλα που μπορεί να κάνει και φανερώνουν την παρουσία και το ενδιαφέρον του, για το χώρο της ποιμαντικής του διακονίας. Με πολύ απλά πράγματα, μπορεί να κερδίσεις και να κατακτήσεις ανθρώπους. Με απλά πράγματα, μπορείς να γκρεμίσεις τείχη, που κανείς άλλος δεν μπορεί να τα κατεδαφίσει και να ρίξει, με όσες τεχνικές και αν εφαρμόσει.

Με ένα χαμόγελο και με μια απλή κουβέντα, χωρίς επάρσεις και κομπασμούς, μπορείς να μαλακώσεις συνειδήσεις και να κάνεις κάποιους τουλάχιστον να σε σέβονται και να σε αναγνωρίζουν, ακόμα και αν έχετε μεταξύ σας διαφορετικές απόψεις, ακόμα και πεποιθήσεις, αναγνωρίζοντας τις αγνές προθέσεις σου και τα ανιδιοτελή κίνητρα με τα οποία κινείσαι. Η απλότητα, η ειλικρίνεια και η καθαρότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει τον Ιερέα, τον βοηθούν να έχει με τη βοήθεια του Θεού, επιτυχία στο έργο του και επίτευξη των σκοπών και των στόχων του, όχι για την προσωπική του προβολή και δόξα, αλλά για την συνέχιση της ευλογημένης παραδόσεώς μας.

Είναι πολύ σημαντικό σήμερα που δεν μιλάμε μεταξύ μας και ο καθένας είναι κλεισμένος, μέσα στις σκέψεις και στους προβληματισμούς του, να ακούσει μια καλημέρα από έναν άλλο άνθρωπο που περνάει έξω από το γραφείο του και αυτός είναι ο Ιερέας. Μια άλλη απλή κίνηση που δεν κοστίζει τίποτα και δεν κουράζει, είναι να δώσεις ένα κομματάκι άρτο ή ένα κομματάκι πρόσφορο, από τη Θεία Λειτουργία που έκανες και να ευχηθείς στους ανθρώπους, περνώντας από κάποιο συνεργείο, κάποιο φυλάκιο, κάποια κλινική, απλώνοντας το χέρι σου, έχοντας μέσα του την καρδιά και τον σεβασμό σου γι’ αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίο προσεγγίζεις. Είναι πολύ σημαντικό να δώσεις το χέρι σου και να χαιρετίσεις κάποιον, απλά, ανθρώπινα, όταν πλέον δεν το κάνουμε αυτό. Και προσφέρεις το χέρι σου, όχι για να στο φιλήσει κάτι που δεν θα κάνει αν δεν το έχει μάθει από το σπίτι του και την οικογένειά του. Αυτό θα γίνει με τον καιρό και εφ’ όσον τον κατακτήσεις με την προσωπικότητά σου.

Τέλος σε μια εποχή, που μια μικρή μερίδα ανθρώπων προσπαθεί να αλλάξει τα ήθη και τα έθιμα, τις αξίες και τις παραδόσεις μας, την πίστη και την ιστορία μας και οι Στρατιωτικοί Ιερείς, μέσα στο χώρο της ποιμαντικής τους διακονίας, θα πρέπει να έχουμε το θάρρος και την παρρησία, να ομολογήσουμε αυτά τα οποία μας παρέδωσαν οι πρόγονοί μας και όλοι αυτοί που αγωνίστηκαν για να έχουμε εμείς σήμερα την ελευθερία μας και να μην σεβόμαστε τίποτα. Κάποιοι έχουν το θράσος και μιλάνε και λένε τα δικά τους. Χρειάζεται εμείς να έχουμε θάρρος, να μιλάμε και να λέμε ότι πρέπει να πούμε, για να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια του προσώπου μας και την ταυτότητα του έθνους μας.

Αν κάποιοι δεν σέβονται τον εαυτό τους, την οικογένεια τους, αυτό είναι δικαίωμά τους. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, αφού αυτοί επέλεξαν αυτό τον δρόμο. Εμείς όμως δεν μπορούμε να γίνουμε δούλοι των παθών, των αδυναμιών και του εγωισμού μας, θέτοντας «εαυτούς και αλλήλους», κάτω από ζυγούς, που καταρρακώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο και δεν αφήνουν την ευκαιρία στον άνθρωπο να αναδείξει τα χαρίσματα και τις δωρεές με τις οποίες
τον έχει προικίσει ο Θεός. Το έργο μας είναι πάρα πολύ δύσκολο. Χρειάζεται πολύ προσευχή, πολύ προσοχή, ετοιμότητα, υπευθυνότητα και σοβαρότητα και μέσα σε όλα αυτά, γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού μας, για να μπορούμε με θάρρος να μιλούμε τη γλώσσα της αλήθειας και να απαιτούμε αυτή να κυριαρχεί στην ζωή και στα έργα μας, αφήνοντας κατά μέρος, τις μικρότητες και τους χαρακτηρισμούς εκείνους, που μόνο πρόοδο και ευημερία δεν προσφέρουν και μας διχάζουν και μας στερούν την ενότητα, την οποία χρειαζόμαστε, για να ξεπεράσουμε τις οποιεσδήποτε κρίσεις που δοκιμάζουμε.

Οι Ακολουθίες και τα κηρύγματα σε παλαιότερες εποχές που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, γίνονταν υπό την απειλή του πολέμου, μέσα στον πόλεμο, μέσα στη φρίκη αυτών των καταστάσεων, που ο Θεός να φυλάει κανείς άνθρωπος σε όλον τον κόσμο να ζήσει στο μέλλον. Σήμερα οι Ακολουθίες και τα κηρύγματα γίνονται σε καιρό ειρήνης, αλλά κάτω από τον καταιγισμό της παραπληροφόρησης, της διαστρέβλωσης, της ανηθικότητας, της ασέβειας, της αθεΐας και όλων των άλλων δεινών, που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία μας, μέσα από τις επιλογές που ακολουθήσαμε.

Μέσα λοιπόν σε τέτοιες καταστάσεις, καλούμαστε να αναλάβουμε έναν ρόλο πολύ σημαντικό και ουσιαστικό, προκειμένου να αφυπνίσουμε και να ταρακουνήσουμε τις ψυχές των νέων μας, που άλλες κοιμούνται και άλλες δηλητηριάστηκαν. Καλούμαστε να τους ξυπνήσουμε και να τους δώσουμε το αντίδοτο εκείνο που χρειάζονται, για να σταθούν και πάλι στα πόδια τους και όλοι μαζί να διώξουμε τον εχθρό εκείνο που δυστυχώς, τον συντηρούμε πολλές φορές, με την σιωπή και την ανοχή μας. Γι’ αυτό με πολλή πίστη και προσευχή, χρειάζεται το έργο μας να το επιτελούμε με τέτοιο τρόπο, που να δείχνει αυτή την συνέχεια που έχει από το παρελθόν και πορεύεται στο μέλλον, με την ευχή και παράκληση προς τον Κύριο της δόξης, να προστατεύει και να ενδυναμώνει τους εργάτες Του, ώστε να επιτελούν μετά φόβου και αγάπης τα υπ’ Αυτού οριζόμενα.

Συνεχίζεται {73}