Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Μέσα από την μελέτη του αρχείου που παρουσιάζουμε, βρίσκουμε κάθε φορά και κάτι καινούριο, που αφορά του Στρατιωτικούς Ιερείς της περιόδου που εξετάζουμε, διαπιστώνοντας ότι και τότε, όπως και σε κάθε εποχή, υπήρχαν προβλήματα, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε όχι. Προβλήματα που αφορούσαν τις υπηρεσιακές σχέσεις και την επικοινωνία μεταξύ των υφισταμένων και προϊσταμένων, όπως παρουσιάσαμε σε προηγούμενες αναφορές μας, προβλήματα οικογενειακά, που συνδέονταν με την υπηρεσία, προβλήματα οικονομικής φύσεως και δυσκολιών ακόμα και επιβίωσης και τέλος προβλήματα υγείας.

Τα προβλήματα αυτά, σε όποια μορφή και αν εμφανίζονταν, όπως και αν εκδηλώνονταν, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να μελετηθούν, να εξετασθούν, από την υπηρεσία, με σκοπό να βρεθεί κάποια λύση. Μπορεί να υπήρχε μια καθυστέρηση, που αυτή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και αιτίες, όμως η λύση ερχόταν πάντοτε με έναν τρόπο, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και των δύο πλευρών, δηλαδή και του ενδιαφερόμενου , αλλά και της υπηρεσίας.
Ο Αρχιμανδρίτης Κοροβίνης, στις 22 Ιουνίου 1848, καταθέτει μια αναφορά, με την οποία ζητά, να του χορηγηθεί άδεια δυόμιση μηνών με πλήρης αποδοχές, λόγω της κλονισμένης υγείας του. Μαζί με την αναφορά που καταθέτει, προσκομίζει και μια ιατρική βεβαίωση, που αναφέρει ότι ο εν λόγω Ιερέας, χρήζει θεραπείας λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και συνιστά να πάει για ιαματικά λουτρά.

Η αναφορά αυτή διακινήθηκε, με βάση τους κανόνες της σχετικής αλληλογραφίας της εποχής και το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με ημερομηνία 27 Ιουνίου 1848, απαντά στην αναφορά του Ιερέως, εγκρίνοντας το αίτημα του και διατάζει το Φρουραρχείο της Χαλκίδος, όπου εκεί εστάλη η απάντηση, να υλοποιήσει την απόφαση του Υπουργείου και να κοινοποιήσει την απόφαση στον Ιερέα. Έτσι βλέπουμε σε σχέση με αυτά που είπαμε στην εισαγωγή μας, ότι η υπηρεσία, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σε αυτή την περίπτωση, μόλις πέντε ημερών, δίνει λύση στο πρόβλημα υγείας του Ιερέως.

Στη συνέχεια βρίσκουμε μια αναφορά, στις 2 Αυγούστου 1848, από τον ίδιο Ιερέα, που την αποστέλλει στο Φρουραρχείο της Χαλκίδος. Στην αναφορά του αυτή, βρισκόμενος σε αναρρωτική άδεια, όπως θα λέγαμε σήμερα, αναφέρει ότι βρίσκεται στην Αιδηψό, στα ιαματικά λουτρά, όπως είχε ζητήσει και είχε γνωματεύσει ο θεράπων ιατρός και εκεί προσεβλήθη από άλλη ασθένεια, όπου σύμφωνα με την νέα γνωμάτευση του ιατρού, δεν πρέπει να επιστρέψει πίσω στη θέση του. Έτσι ζητά εκ νέου άδεια ενός μηνός, για να μεταβεί «στο χωρίον Αγίας Άννης προς αλλαγήν κλίματος».Την ιατρική γνωμάτευση την οποία καταθέτει μαζί με την αναφορά του, την υπογράφει ένας ιατρός, ονόματι Σ. Καλογερόπουλος. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με έγγραφό του, στις 13 Αυγούστου 1848, εγκρίνει εκ νέου την άδεια την οποία ζητά ο Ιερέας για τους λόγους που αναφέρονται στην αναφορά του.

Μετά τις αναφορές για θέματα υγείας του Αρχιμανδρίτου Κοροβίνη, στις 28 Μαΐου 1848, βρίσκουμε μια νέα αναφορά από έναν Ιερέα, ονόματι Αθανάσιο Νικολάου, όπου ζητά να προσληφθεί ως Στρατιωτικός Ιερέας. Στην αναφορά που καταθέτει στο Φρουραρχείο στο οποίο ανήκει, αναφέρει γενικά για την συνεισφορά του στον αγώνα του Έθνους, σημειώνοντας ότι προσέφερε την κινητή και ακίνητη περιουσία του σε εκείνη την δύσκολη περίοδο, χωρίς να σκεφθεί την πολυάριθμη οικογένειά του και την συντήρησή της, ενώ μετά την ελευθερία της χώρας, με το ιερατικό του αξίωμα, αλλά και τον ιδρώτα του προσώπου του, όπως αναφέρει, εξασφάλιζε τα προς το ζην για την οικογένειά του, πράττοντας παράλληλα και τα ιερατικά του καθήκοντα.

kliros_agonasΣτην αναφορά αυτή, ζητά στο τέλος να τοποθετηθεί ως Ιερέας, στο 3ο ή στο 4ο Ελαφρύ Τάγμα της Οροφυλακής, καταθέτοντας παράλληλα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προκειμένου να εξετασθεί το αίτημα του και να τύχει της τοποθετήσεως και του διορισμού που επιθυμούσε. Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε ιεραρχικά στο Υπουργείο των Στρατιωτικών και την 1η Ιουνίου 1848, το Υπουργείο απαντά, ότι δεν υπάρχει κενή θέση Ιερέως στο Στρατό και ως εκ τούτου:«δεν δυνάμεθα να ενεργήσομεν επί της εξετάσεως του μετά ταύτα δε επιστρέψατε την παρούσα». Έτσι το αίτημα του ενδιαφερομένου Ιερέως δεν απέδωσε, αφού δεν υπήρχε κενή θέση, όχι μόνο εκεί που ζητούσε να τοποθετηθεί, αλλά όπως φαίνεται από το έγγραφο, δεν υπήρχε καμία θέση Ιερέως κενή, σε ολόκληρο το Στρατό.

Η απάντηση του Υπουργείου των Στρατιωτικών, σχετικά με το αίτημα του Ιερέως Νικολάου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ο Υπουργός, αποστέλλεται υπηρεσιακά στο Αρχηγείο της Χωροφυλακής. Στη συνέχεια ο Αρχηγός της Χωροφυλακής, στις 3 Ιουνίου 1848, με έγγραφό του, προς την Μοιραρχία Φθιωτιδοφωκίδος, ζητά να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο Ιερέα, δείχνοντάς του και την σχετική αλληλογραφία. Με νεώτερο έγγραφο, της 18ης Ιουνίου 1848, κοινοποιείται η διαταγή του Υπουργείου των Στρατιωτικών και παραδίδεται στον Ιερέα Νικολάου και έτσι η κλείνει η υπόθεση, χωρίς βεβαίως να έχει υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα, που ανέμενε ο εν λόγω κληρικός.

Το 6ο Ελαφρύ Τάγμα της Οροφυλακής, στις 7 Αυγούστου 1848, με έγγραφό του, ζητά από το Υπουργείο των Στρατιωτικών την άδεια, να έλθει ένας Ιερέας από την ευρύτερη περιοχή, προκειμένου να τελέσει την ορκωμοσία νεοσυλλέκτων, αφού το ίδιο το Τάγμα, στερείται μονίμου Ιερέως. Το παρόν αίτημα, δεν το συναντούμε για πρώτη φορά μέσα στην περίοδο που εξετάζουμε. Έχουμε δει και σε προηγούμενες αναφορές μας έγγραφα, από διάφορα Τάγματα, με τα οποία, είτε ζητούσαν την άδεια να καλέσουν κάποιον Ιερέα, είτε γνωστοποιούσαν εκ των υστέρων την κάλυψη των πνευματικών αναγκών και λοιπών τελετών που απαιτούνταν κάθε φορά, από κάποιον Ιερέα της ευρύτερης περιοχής.

Η έγκριση ή η ενημέρωση προς τα προϊστάμενα κλιμάκια, αποτελούσε περισσότερο μια τυπική πράξη ενημέρωσης και τίποτα παραπάνω, αφού η Υπηρεσία με τα στοιχεία που διαθέτουμε, μέσα από τα αρχεία της περιόδου, ποτέ δεν αρνήθηκε την παρουσία και την συμμετοχή κάποιου Ιερέα μη Στρατιωτικού, σε οποιαδήποτε πνευματική δραστηριότητα. Η τακτική της εποχής εκείνης, δηλαδή όταν δεν υπήρχε Στρατιωτικός Ιερέας για να τελέσει μια ορκωμοσία, μια Θεία Λειτουργία, μια άλλη τελετή, να καλείται κάποιος άλλος κληρικός, είναι και μια τακτική που ακολουθείται και σήμερα, όταν οι ανάγκες είναι πολλές και η παρουσία του Στρατιωτικού Ιερέως δεν είναι εφικτή πάντοτε, σε διαφορετικούς χώρους την ίδια χρονική περίοδο.

Και σήμερα, ένα μέρος των πνευματικών αναγκών, των υπηρετούντων στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, καλύπτονται με την φιλόστοργη μέριμνα των κατά τόπους Μητροπόλεων. Σε ολόκληρη την επικράτεια και στους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, υπάρχουν τοποθετημένοι Στρατιωτικοί Ιερείς, οι οποίοι έχουν την πνευματική μέριμνα και διακονία, Σχηματισμών, Σωμάτων, Μεραρχιών, Ταξιαρχιών, Νοσοκομείων, Πτερύγων, Ναυστάθμων, Κέντρων Νεοσυλλέκτων και παραγωγικών Σχολών. Σε όλα τα παραπάνω οι Στρατιωτικοί Ιερείς, με φόβο Θεού, με συναίσθηση του λειτουργήματος που επιτελούν, με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, προσφέρουν όχι μόνο το κατά δύναμιν, αλλά το υπέρ δύναμιν, προκειμένου ανά πάσα στιγμή, να βρίσκονται δίπλα σε όποιον ζητήσει τη συνδρομή και τη βοήθειά του, προσφέροντας μια ουσιαστική βοήθεια, δίδοντας κάτι το διαφορετικό, κάτι που ξεφεύγει από τον τύπο και πιάνει την ουσία. Κάτι που ξεφεύγει από το γράμμα του νόμου και τις διατάξεις και έρχεται να αγγίξει την καρδιά. Κάτι που έχει μέσα του λόγο Θεού και συνδυάζεται με μια ξεχωριστή ανθρωπιά, που δεν έχει μέσα της κανένα στοιχείο ιδιοτέλειας και συμφέροντος, αλλά μόνο θυσιαστικό πνεύμα.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, που η παρουσία του Στρατιωτικού Ιερέως δεν επαρκεί. Οι λόγοι είναι πολλοί, είτε διότι είναι μεγάλη η ζώνη ευθύνης που έχει, είτε διότι είναι ταυτόχρονα πολλές οι ανάγκες και οι απαιτήσεις, είτε ακόμα σε συγκεκριμένους χώρους δεν υπάρχουν τοποθετημένοι Ιερείς λόγω ελλείψεως, είτε ακόμα και του μικρού αριθμού των υπηρετούντων στο Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων κ.α.. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους που δεν επαρκούν οι Στρατιωτικοί Ιερείς και τότε έρχονται οι κατά τόπους κληρικοί μας, με την ευχή, την προτροπή και το ανύσταχτο ενδιαφέρον και για αυτόν τον χώρο, που χρήζει ιδιαίτερης φροντίδας και μέριμνας, των Αγίων Αρχιερέων, των Επισκόπων που ποιμαίνουν τις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις, να συνδράμουν και να προσφέρουν λόγο Θεού στους νέους ανθρώπους μας, που ζητούν και θέλουν και σήμερα, αυτήν την μοναδική και ξεχωριστή παρουσία του Θεού και στον χώρο αυτό που υπηρετούν, είτε ως κληρωτοί είτε ως μόνιμοι Αξιωματικοί ή Υπαξιωματικοί ή ακόμα και ως πολιτικό προσωπικό.

GRIGORIOS_EΕίναι παρήγορο ότι στη σημερινή εποχή που ζούμε, η απαίτηση, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την λέξη, των Σχηματισμών, να υπάρ- χει ένας Ιερέας, στο χώρο τους, είναι έντονη. Η απαίτηση αυτή, θέλει τον Ιερέα όχι να κατέχει μια τυπική θέση, αλλά να έχει ουσιαστική παρουσία, που δεν θα είναι ο Ιερέας μόνο των εορτών και των τελετών, αλλά ο εκφραστής του Ορθοδόξου φρονήματος, που θα είναι παρόν σε όλες τις εκδηλώσεις και σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της στρατιωτικής ζωής και όχι μόνο. Αυτή η απαίτηση με αυτή την μορφή που παρουσιάζεται, δίνει αισιοδοξία, χαρά, αλλά και πολλές ελπίδες, για το παρόν και το μέλλον.

Οι ελπίδες που είναι πολλές, φαίνεται μέσα από το ότι αυτός ο λαός και δη οι νέοι του στην πλειοψηφία, δεν έχει απολέσει τις ρίζες του, δεν έχει ξεχάσει την πίστη του, δεν θέλει να απαρνηθεί τα ιερά και τα όσια του, όσο και αν κάποιοι διαδίδουν και φωνάζουν, ότι χάθηκε η πίστη, δεν υπάρχουν αξίες και ιδανικά και όλα αυτά τα παρουσιάζουν μέσα από δημοσκοπήσεις και έρευνες που κάνουν. Δεν είναι αλήθεια αυτό, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα απόλυτα. Όσο και αν προσπαθούν να αποδομήσουν την συνοχή της κοινωνίας και να στρέψουν τα μάτια των νέων σε πράγματα αλλότρια, τα οποία είναι μικρά και φθηνά και δεν ταιριάζουν στο μεγαλείο και στον δυναμισμό τους, όσο και αν αγωνίζονται να στρέψουν τα παιδιά, εναντίον των γονέων τους, είτε των φυσικών, είτε των πνευματικών, στο τέλος δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα.

Αυτό όμως που χρειάζεται, είναι να καλλιεργήσουμε όλοι, στους νέους μας, μεταξύ αυτών και η Εκκλησία, με τους Ιερείς της, είτε Στρατιωτικούς είτε όχι, το ηρωικό και αγωνιστικό φρόνημα, και να τους προσφέρουμε μια ποιότητα ζωής και έναν λόγο, που δεν θα μας διαψεύσει στα μάτια και στη συνείδησή τους και δεν θα μας κατατάξει έτσι στο σύνολο των υποκριτών και των συμφεροντολόγων, που ψάχνουν για οπαδούς και πελάτες. Η Εκκλησία ποτέ δεν καλλιέργησε τις σχέσεις της με τα παιδιά της, πάνω σε πελατειακές βάσεις και ιδεολογικές πεποιθήσεις και γι’ αυτό ξεχώρισε και ξεχωρίζει και θα ξεχωρίζει και στο μέλλον, δίνοντας το μήνυμα του Σταυρού και το φως της Αναστάσεως.

Συνεχίζεται {29}