Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)  

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Στη σημερινή μας αναφορά θα ξεκινήσουμε παρουσιάζοντας μια εκκλησιαστική  προσωπικότητα, που έπαιξε σημαντικό ρόλο σε εκκλησιαστικά θέματα της περιόδου αυτής και το όνομά του, το έχουμε συναντήσει αρκετές φορές σε έγγραφα τα οποία έχουμε αναφέρει και τα οποία έχουν εκδοθεί από την Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδας και αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς. Σήμερα θα ασχοληθούμε με  τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, αν και theoklitos_farmakidisδεν ήταν Στρατιωτικός Ιερέας και ούτε συνδέεται με την Θρησκευτική Υπηρεσία, παίρνοντας όμως στοιχεία από τη ζωή και το έργο του, όπως τα έχει καταγράψει η ιστορία. Η βιβλιογραφία για τον Θεόκλητο Φαρμακίδη είναι πλούσια, διότι συνδέεται με το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και την διαμόρφωση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στο Ελληνικό Κράτος.

Ο Φαρμακίδης, γεννήθηκε στη Νίκαια της Λάρισας το 1874. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Λάρισα, όπου και χειροτονήθηκε Διάκονος το 1802. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη και φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου. Αφού παρέμεινε για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο Βουκουρέστι, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου, της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη, συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση, μαθαίνοντας λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Συμμετείχε ως μέλος στη Φιλική Εταιρεία, ενώ με την κήρυξη της Επαναστάσεως μετέβη  στην ηπειρωτική Ελλάδα και από εκεί στις Σπέτσες, όπου τελικά εντάχθηκε στο επιτελείο του πρίγκιπα Δημητρίου Υψηλάντη.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες Εθνοσυνελεύσεις και διορίστηκε μέλος της Ανατολικής Ελλάδος, Έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε από το 1823 έως το 1825, στην Ιόνιο Ακαδημία της Κερκύρας. Στα 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυντάκτης της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος», της μετέπειτα «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Παραιτήθηκε από αυτή τη θέση το 1827, αντιδρώντας έτσι στις κατηγορίες που του απέδιδαν. Διαφώνησε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής και εξαιτίας μιας επιστολής του, που δημοσιοποιήθηκε και είχε επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη, δικάστηκε και φυλακίστηκε.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το 1832 διορίστηκε έφορος «του εν Αιγίνη Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου».Με την έλευση του Όθωνα, χρησιμοποιήθηκε από τον αντιβασιλέα Μάουρερ, ως βασικός σύμβουλός του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Αρχικά προέβη στον διορισμό επταμελούς επιτροπής, αποτελουμένης εκ τριών κληρικών και τεσσάρων λογίων λαϊκών, ενώ ψυχή αυτής της επιτροπής ήταν ο ίδιος. Έργο της επιτροπής ήταν η διερεύνηση της όλης καταστάσεως που βρισκόταν η Εκκλησία και η υποβολή προτάσεων για την οργάνωσή της, στο ελεύθερο πλέον κράτος. Με ενέργειες του Φαρμακίδη, στις 23 Ιουλίου 1833, εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Βασικό επιχείρημα του ήταν, ότι δεν μπορούσε το ελεύθερο ελληνικό κράτος να εξαρτά την εκκλησιαστική του διοίκηση από έναν Πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου Σουλτάνου.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, αντέδρασαν εναντίον του, ασκώντας του εντονότατη πολεμική, για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός, Κωνσταντίνος οικονόμος ο εξ οικονόμων. Ο χωρισμός υπογράφτηκε από 22 Ιεράρχες στη Σύνοδο του Ναυπλίου. Από αυτούς οι περισσότεροι προέρχονταν από υπόδουλες στους Οθωμανούς περιοχές και όχι από ελλαδικές (δεν υπήρχε δηλαδή σωστή αντιπροσώπευση των περιοχών της ελεύθερης Ελλάδας). Το Αυτοκέφαλο οδήγησε την Εκκλησία της Ελλάδος σε σχίσμα για 17 ολόκληρα χρόνια, με τραγικές συνέπειες και με κύριο επακόλουθο, την επιβολή απόλυτης εξουσίας της Πολιτείας, πάνω στην Εκκλησία. Βεβαίως μετά από πολλές προσπάθειες και διαβουλεύσεις και των δύο πλευρών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 1850, ανεγνώρισε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

kostantinos_oikonomosΌταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξέδωσε Τόμο ανακήρυξης του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Φαρμακίδης, θεωρώντας τους όρους του Τόμου αντικανονικούς και περιοριστικούς για την άσκηση ελεύθερης διοίκησης, εξέδωσε ως «Αντιτόμο» το σύγγραμμα «Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», με τις θέσεις του, έργο που επηρέασε καταλυτικά την όλη νομολογία και πρακτική του ελληνικού κράτους έναντι της Εκκλησίας και το εσωτερικό τυπικό της. Σε αυτό υποστήριζε ότι:«κατεφρονήθη η Ελλάς, περιεπαίχθη, εξυβρίσθη, εξηυτελίσθη παρά ξένης Εκκλησιαστικής Αρχής, υπό τον Σουλτάνον των Οθωμανών τελούσης και κατά τας διαταγάς αυτού ενεργούσης».

Υπήρξε στενός φίλος του μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη  και κατέβαλλε πολλές προσπάθειες, προκειμένου να τον μετακινήσει από τις ύστερες θεοσοφιστικές πεποιθήσεις του. Ως γραμματέας της Συνόδου πρότεινε, προκειμένου να σώσει τον Καΐρη, να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, ώστε να σταματήσει η υπόθεση εκεί και να λυθεί το ζήτημα. Επίσης είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή, έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που του κόστισε νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Το 1833, διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδος  και το 1837, του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο όμως δεν δίδαξε ποτέ. Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή. Πέθανε σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Το όνομα του Θεόκλητου Φαρμακίδη, το συναντήσαμε για πρώτη φορά στην Εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου που εξέδωσε για τους Στρατιωτικούς Ιερείς, με οδηγίες στο πως θα ασκούν το ποιμαντικό τους έργο, ενώ υπάρχουν πάρα  πολλά άλλα έγγραφα της Συνόδου της περιόδου αυτής,  στα οποία ως Γραμματέας υπογράφει και προφανώς μέσα στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου, με το κύρος που είχε και όλα τα άλλα χαρίσματα που κοσμούσαν την προσωπικότητα του, ενδεχομένως να εξέφραζε και στη συνέχεια να επηρέαζε τις αποφάσεις σε θέματα που άπτονται των Στρατιωτικών Ιερέων.

Μετά την αναφορά μας αυτή στον λόγιο, διακεκριμένο και χαρισματικό  αυτό κληρικό της Ελλαδικής Εκκλησίας, θα συνεχίσουμε την αναφορά μας για τους Στρατιωτικούς Ιερείς, της περιόδου που εξετάζουμε. Ο Ιερέας Γεώργιος Σακελλίων, ο οποίος είχε προσληφθεί ως βοηθός Ιερέας του Αρχιμ. Ρωμανίδη, με αναφορά του στο Φρουραρχείο της πρωτευούσης, στις 22 Οκτωβρίου 1844, αναφέρει ότι, ενώ προσελήφθη ως βοηθός και η αμοιβή του θα ήταν ως βοηθού, μετά την μετάθεση του Αρχιμανδρίτου, εκτελεί πλέον αυτός τα καθήκοντα εξ’ ολοκλήρου σαν κανονικός Ιερέας χωρίς να έχει μετατεθεί, ζητώντας πλέον και οι αποδοχές του να είναι οι κανονικές και νόμιμες, βάσει του έργου που επιτελεί.

Η Υπηρεσία, προφανώς προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες και με απόφαση του Βασιλέα Όθωνα, στις 25 Ιουνίου 1844, εκδίδεται  απόφαση, με την οποία διατάζει ο Ιερέας της Φρουράς του Ναυπλίου: «να λαμβάνει τον δια τους Στρατιωτικούς Ιερείς προσδιοριζόμενον μισθόν 120 δρχ κατά μήναν. Ο ημέτερος υπουργός των Στρατιωτικών θεμάτων θέλει εκτελέσας το παρόν διάταγμα». Στη συνέχεια ακολουθεί η αλληλογραφία της εποχής, με την οποία κοινοποιείται η απόφαση του Βασιλέα και καλεί τους αρμοδίους στην υλοποίηση αυτής. Έτσι ο Ιερέας Σακελλίων, βγήκε δικαιωμένος και ωφελη- μένος, θα λέγαμε από αυτήν του την αναφορά, γνωρίζοντας στην υπηρεσία την πραγματική θέση που κατέχει, μέσα από την εκπλήρωση της αποστολής του και όχι με αυτό που φαινόταν ότι κατείχε σε προηγούμενες αποφάσεις, αφού οι συνθήκες είχαν αλλάξει.

Ο Ιερέας Σακελλάριος, δημότης και κάτοικος Τριπόλεως, με επιστολή του στις 14 Φεβρουαρίου 1848, ζητά να προσληφθεί και να διοριστεί σαν Στρατιωτικός Ιερέας. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με έγγραφό του, στις 22 Μαρτίου 1848, προφανώς μετά από σχετική έρευνα και έγκριση της Ιεράς Συνόδου, όπως είχαμε δει ότι είχε κάνει και στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις, χωρίς όμως να υπάρχει στην συγκεκριμένη περίπτωση η σχετική αλληλογραφία,  αναθέτει την εκτέλεση της Θρησκευτικής Υπηρεσίας, της Φρουράς της Τριπόλεως, στον Ιερέα Σακελλάριο. Έτσι η Φρουρά της Τριπόλεως, κάτω από την ποιμαντική επίβλεψη και μέριμνα του ανωτέρω Ιερέως, θα πορευτεί, έχοντας ακράδαντη την πεποίθηση και βεβαιότητα της  παρουσίας του Θεού στην αποστολή και στο έργο της, μέσα από την  εμπνευσμένη μαρτυρία του Ορθοδόξου Ιερέως, που η Εκκλησία του εμπιστεύτηκε την πνευματική πρόοδο και προκοπή των υπηρετούντων σε αυτήν, με γνώμονα την διδασκαλία του Αγίου Ευαγγελίου, αλλά και της Ιεράς Παραδόσεως.

Συνεχίζεται {26}