Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)  

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Συνεχίζοντας την αναφορά μας για τους Στρατιωτικούς Ιερείς της περιόδου που εξετάζουμε, συναντούμε τον Ιερέα Ηλία Γερασίμου, ο οποίος με επιστολή του προς την Διοίκηση της πρωτευούσης, στις 31 Μαΐου 1844, καταθέτει αίτηση σχετικά με την αρχαιότητα που υπάρχει στο στράτευμα και αφορά τους Ιερείς που υπηρετούν εκεί, τονίζοντας ότι είναι από τους παλαιοτέρους, μαζί με τον Αρχιμ. Ρωμανίδη, που υπηρετεί ανελλιπώς από  το 1827 στη θέση αυτή. Δεν γνωρίζουμε τα αίτια που προκάλεσαν μια τέτοια αναφορά από την πλευρά του ανωτέρω Ιερέως, πάντως μας δίνει μια σημαντική πληροφορία, σχετικά με τη δράση του, μέσα στο χώρο του στρατεύματος, που ξεκινά λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, λίγα χρόνια μετά που οι ελεύθεροι Έλληνες, προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους και να χαράξουν μια νέα ελεύθερη πορεία.

Στη συνέχεια βρίσκουμε μια αναφορά, στις 9 Απριλίου 1843, του Ιερέως Διονυσίου Κοροβίνη, ο οποίος ζητά να μετατεθεί στη Φρουρά της Χαλκίδας, λόγω της πολυαρίθμου οικογενείας του, αλλά και διαφόρων προβλημάτων  υγείας που αντιμετώπιζε. Στη συνέχεια δεν βρίσκουμε κάποια απάντηση της υπηρεσίας για το αίτημά του που να το εγκρίνει ή να το απορρίπτει, απεναντίας συναντούμε στις 12 Μαΐου 1844, ένα μήνα δηλαδή μετά από την αίτηση του, ένα έγγραφο το οποίο έχει σαν θέμα «Περί παύσεως Στρατιωτικού Ιερέως Κοροβίνη».

Στο έγγραφο αυτό γράφει τα εξής: «Κατά τους στρατιωτικούς κανόνες ο στρατιωτικός ιερέας αποτελούν μέρος του προσωπικού των αξιωματικών ισόβαθμος με του υπολοχαγού, διορίζεται δια διατάγματος ως τοιούτος και ένεκα τούτου δια να παυθή της υπηρεσίας ταύτης κατά την αίτηση της Ιεράς Συνόδου είναι αναγκαίον να προκαλέσωμεν την παύσιν του δια διατάγματος, τούτο δεν δυνάμεθα να πράξωμεν επί τη βάση ανακρίσεων, εκτός αν η Εκκλησιαστική αρχή καθαιρέση τον Ιερέα τούτον ή τον κατατάξη αργόν».

Το έγγραφο αυτό, μόνο σαν κείμενο αν το εξετάσουμε, καθώς το διαβάζουμε, προκαλεί πολλά ερωτηματικά, υπάρχει χώρος για πολύ συζήτηση και για πολλές υποθέσεις. Γιατί η υπηρεσία φτάνει στο σημείο να μιλά για παύση του Ιερέως. Γιατί κάνει λόγο για έκδοση διατάγματος, με το οποίο θα τον παύει από τα καθήκοντά του και δεν θα τον υπολογίζει στο εξής στο δυναμολόγιο της, ως ένα από τους αξιωματικούς. Γιατί ενεπλάκη η Ιερά Σύνοδος και ζητά με αίτηση της, την παύση του Ιερέως. Μήπως υπάρχουν παραπτώματα για τα οποία κατηγορείται ο Ιερέας και τα οποία αφορούν είτε την στρατιωτική του ιδιότητα, ή την ιερωσύνη την οποία φέρει και γι’ αυτό έχουμε και την ανάμειξη της Ιεράς Συνόδου.

exodos_mesologiouΑυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα τα οποία θα μπορούσαμε να θέσουμε αρχικά, διαβάζοντας τα παραπάνω. Από τα έγγραφα τα οποία ακολουθούν και τα οποία θα παρουσιάσουμε, δεν πρόκειται να πάρουμε καμία απάντηση, ούτε σε αυτά που αναφέραμε ενδεικτικά, ούτε σε άλλα που μπορεί να προκύψουν από τον αναγνώστη. Άψυχα και άχρωμα έγγραφα, ποτέ δεν μπορούν να αποκαλύψουν την πραγματικότητα όπως ήταν και όπως βιώθηκε. Δυστυχώς και σε αυτή την περίπτωση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι υποθέσεις, που μπορεί όμως να αδικούν πρόσωπα και καταστάσεις τις οποίες εξετάζουμε και να μην έχουν καμία σχέση με τα πραγματικά γεγονότα τα οποία συνέβησαν. Οι υποθέσεις είναι μόνο υποθέσεις, και τίποτε άλλο και δεν οδηγούν πουθενά, αφού δεν αποτελούν τεκμήρια και αποδείξεις, για να στηρίξουμε τις σκέψεις αυτές.

Ο Κύριος, ο οποίος «ετάζει νεφρούς και καρδίας» και γνωρίζει τα πάντα, αυτός θα αποδώσει κατά την δικαιοκρισία του, ότι έπραξε ο κάθε ένας επί της γης και θα αποδώσει την δικαιοσύνη του, σε αυτόν που αδικείται αδίκως, αγωνιζόμενος τίμια και ευσυνείδητα μέσα στην καθημερινότητά του, επιθυμώντας την πνευματική πρόοδο και προκοπή. Δυστυχώς πολλές φορές η αδικία κυριαρχεί. Δυστυχώς πολλές φορές άνθρωποι που δεν φταίνε διασύρονται, κατασυκοφαντούνται, ταλαιπωρούνται αυτοί και οι οικογένειές τους, από γεγονότα και καταστάσεις, που στο τέλος αποκαλύπτονται τα άνομα σχέδια, οι πλεκτάνες και η κακία κάποιων ανθρώπων, που μοναδικό σκοπό της ζωής των έχουν, πώς να δημιουργούν προβλήματα στους άλλους.

Εμείς σε αυτό το σημείο ούτε θα κρίνουμε, ούτε θα προβούμε σε υποθέσεις, διότι δεν μας επιτρέπεται κάτι τέτοιο, αλλά και ούτε είναι σωστό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, που δεν υπάρχει άπλετο φως και τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα, δεν πρέπει να προβαίνουμε σε οποιαδήποτε μορφή ιεροκατηγορίας, χωρίς αποδείξεις ή έστω και ενδείξεις και έτσι να  δώσουμε αφορμή για σχόλια, που δεν μπορούν να αποδειχθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι αν τα πράγματα είναι ξεκάθαρα, θα μπορούμε να κατηγορούμε και να ρίχνουμε όπως λέει και ο λαός μας, «λάδι στη φωτιά». Σε καμία περίπτωση από το στόμα μας, δεν πρέπει να βγαίνει λόγος, για τον οποίο μετά μπορεί να μετανιώσουμε που τον είπαμε, αλλά να είναι αργά τότε, αφού θα έχει κάνει τέτοιο κακό και θα έχει οδηγήσει τα πράγματα σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Το θέμα αυτό,  θα το δούμε μέσα από τα έγγραφα που μας παρατίθενται και όπως θα διαπιστώσουμε στο τέλος, δεν υπάρχει καμία κατηγορία που να χρεώνεται ο Ιερέας Κοροβίνης, τόσο από την πλευρά της Εκκλησίας, όσο και   από την πλευρά του Στρατού. Έτσι μέσα από τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, αποδείχθηκε η αθωότητα του και εξαφανίσθηκε και η ελάχιστη υποψία ή υπόνοια, για τυχόν αξιόποινες πράξεις, που τον καθιστούσαν υπόλογο και σαν Αξιωματικό, αλλά πολύ περισσότερο σαν Ιερέα. Μετά την αθώωση του πλέον ο Ιερέας, ξεπερνώντας τις κατηγορίες, αλλά και τις επιφυλάξεις των ανθρώπων απέναντι του προσώπου του, θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο του απερίσπαστος, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν έχει να φοβάται τίποτα, όταν είναι καθαρός και κανένα ψέμα δεν μπορεί να σταθεί, μπροστά στην αλήθεια.

Λίγες μέρες μετά την έκδοση του ανωτέρω εγγράφου, η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος, με έγγραφο της στις 24 Μαΐου 1844, προς την Εκκλησιαστική  Γραμματεία, γνωρίζει ότι : «κρίνει άλογον να προκαλέση αυτόν ίνα μεταβή εις Αθήνας και παρουσιασθή ενώπιον αυτής προς ανάκρισιν της κατ’ αυτού γινομένης κατηγορίας». Προτείνει δε το θέμα να το χειριστεί το αρμόδιο υπουργείο. Το έγγραφο αυτό, το υπογράφουν ως πρόεδρος της Συνόδου, κάποιος αρχιερέας ονόματι Ιωνάς, χωρίς να διακρίνεται η Επισκοπή του, ο Αχαΐας  και ο Αττικής, των οποίων τα ονόματα είναι δυσανάγνωστα και στο τέλος ακολουθεί η υπογραφή του γραμματέως της Συνόδου που ήταν ο Φαρμακίδης.

Δύο μέρες μετά, στις 26 Μαΐου 1844, η Γραμματεία των Στρατιωτικών με έγγραφό της προς το Φρουραρχείο του Λεωνιδίου, καλεί τον Ιερέα Διονύσιο Κοροβίνη : «να μεταβή εις την πρωτεύουσαν και να παρουσιασθή ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος». Το έγγραφο αυτό το κοινοποιεί και στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Βρισκόμαστε μπροστά σε δύο έγγραφα, που είναι όπως φαίνεται αντίθετα μεταξύ τους. Το ένα είναι της Ιεράς Συνόδου που κρίνει ότι δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ενώπιον της ο εν λόγω Ιερέας. Προφανώς για να αποφαίνεται η Σύνοδος έτσι, μάλλον οι κατηγορίες που βαραίνουν τον Ιερέα δεν αφορούν θέματα τα οποία πρέπει να εξετάσει και έχει αρμοδιότητα και γι’ αυτό άλλωστε αναφέρει το θέμα αυτό,  να το χειριστεί το αρμόδιο υπουργείο. Από την άλλη, έχουμε το άλλο έγγραφο το στρατιωτικό, το οποίο καλεί τον Ιερέα να εμφανισθεί ενώπιον της Συνόδου και να απολογηθεί.

elladaΓιατί το Υπουργείο των Στρατιωτικών επιμένει να εμφανιστεί ο Ιερέας ενώπιον της Συνόδου και αυτή να αποφανθεί περί αυτού, δεν το γνωρίζουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ, εάν δεν έχουμε στα χέρια μας τα απαραίτητα τεκμήρια τα οποία θα λύσουν την απορία μας αυτή. Το τι έγινε, δηλαδή εάν πήγε ο Ιερέας ή όχι και αν απολογήθηκε και τι αναφέρει το πόρισμα,  μας το αναφέρει το έγγραφο το οποίο εξέδωσε το Υπουργείο  των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και το οποίο το απέστειλε  στο Υπουργείο των Στρατιωτικών.

Στις 23 Ιουνίου 1844, το Υπουργείο  των Εκκλησιαστικών αναφέρει ότι ο Ιερομόναχος Διονύσιος Κοροβίνης, παρουσιάστηκε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου και η Σύνοδος, δια του υπ’ αριθμού 12470 εγγράφου της έκρινε, ότι: «είναι ελεύθερος Ιερέας ούτος να απέλθη εις τα καθήκοντά του». Την απόφαση αυτή την κοινοποιεί και στον Επίσκοπο Ευβοίας, αφού μέσα στο όρια της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας δραστηριοποιείτο ο Διονύσιος. Έτσι πλέον χωρίς καμία κατηγορία και χωρίς καμία μομφή εναντίον του προσώπου του, ο Κοροβίνης επανέρχεται στη θέση του και στην ποιμαντική του διακονία.

Στις 7 Ιουλίου 1844, και αφού έχει τελειώσει το θέμα αυτό, η Γραμματεία επί των Στρατιωτικών, σε έγγραφό της προς την Διοίκηση του 2ου Πεζικού Τάγματος, γνωστοποιεί ότι ο Ιερέας Κοροβίνης, μπορεί να διαμένει στη φρουρά μέχρι νεωτέρας διαταγής. Η έκδοση αυτού του εγγράφου, μπορεί να ερμηνευθεί στο ότι να εκκρεμούσαν κάποια διαδικαστικά υπηρεσιακά  θέματα, μετά την όλη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και τα οποία θα έπρεπε να διευθετηθούν και μετά την τακτοποίηση αυτών, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.

Μετά την αίσια λήξη αυτής της υποθέσεως, ο Διονύσιος Κοροβίνης, με αναφορά του στις 3 Σεπτεμβρίου 1844, ζητά άδεια σαράντα ημερών, προκειμένου να μεταβεί στην Αθήνα, «προς αποπεράτωσιν των υποθέσεων μου». Η αναφορά του αυτή, εγκρίνεται από το Φρουραρχείο της Χαλκίδος.

Μετά την αναφορά στα ανωτέρω έγγραφα, διαπιστώνουμε την πλήρη αποκατάσταση του Ιερέως, ο οποίος πιστεύουμε να  ταλαιπωρήθηκε αρκετά από όλη αυτή την ιστορία,  μπορεί να πληγώθηκε, να πόνεσε,  εξαιτίας των άσχημων καταστάσεων που ενεπλάκη και κατηγορήθηκε, όμως βγήκε κεκαθαρμένος, δικαιωμένος, μέσα από όλη αυτή την κατάσταση, «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», όπως αναφέρει ο λόγος της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο Κύριος μας, είπε, ότι θα μας διώξουν, θα μας συκοφαντήσουν, θα πουν λόγο πονηρό και κακό για μας, αλλά δεν χρειάζεται να φοβόμαστε, διότι όλα αυτά θα καταρρεύσουν, όλα αυτά θα εξαφανιστούν, μέσα από την επικράτηση της αληθείας. Μέσα στο σκοτάδι και στο ψέμα που κυριαρχεί δυστυχώς και στις ημέρες μας, αυτό που χρειάζεται είναι να έχουμε πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό και στο σχέδιο Του και να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα μας εγκαταλείψει, αλλά θα  μας βοηθήσει μέχρι το τέλος και θα μας ανταμείψει για τον αγώνα τον οποίο κάνουμε. Έτσι και ο Ιερέας Διονύσιος Κοροβίνης, με εμπιστοσύνη, πίστη και πολύ προσευχή, πιστεύουμε πορεύτηκε στο δικό του δρόμο, μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες και τελικά καθαρός πλέον και στα μάτια των ανθρώπων, μπορούσε να δίνει τη μαρτυρία της καθαρότητας και της αληθείας.

Συνεχίζεται {25}