(1854 -1860 Γ΄ ΜΕΡΟΣ)
 
Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
 
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας
 
 
Στη σημερινή μας αυτή γραπτή συνάντηση, μέσα από τα κείμενα των εγγράφων που αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς για το έτος 1854, ξεκινούμε με ένα υπηρεσιακό έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, που το αποστέλλει στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, στις 24 Ιουνίου 1854, με το οποίο ζητά να προωθήσει προς την Ιερά Σύνοδο, το θέμα που άπτεται του διορισμού ως Ιερέως του στρατού, του Παναγιώτη Αντωνόπουλου. Μέσα από αυτό το έγγραφο που δεν είναι το μοναδικό που έχουμε συναντήσει ή θα συναντήσουμε στην πορεία μας, διαπιστώνουμε για μια ακόμα φορά, το ενδιαφέρον της Ηγεσίας του Στρατού, να εντάξει στο δυναμικό της, να τοποθετήσει Ιερείς, που θα έχουν μοναδικό τους έργο την ποιμαντική μέριμνα των υπηρετούντων σε αυτό.
 
Η Ιερά Σύνοδος στις 24 Ιουλίου 1854, απευθυνόμενη προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, αναφέρει ότι κατόπιν πληροφοριών που συνέλεξε από τον Αρχιεπίσκοπο Αργολίδος, για τον Ιερέα Αντωνόπουλο, εγκρίνει τον εν λόγω κληρικό ως άξιο και ικανό, προκειμένου το Υπουργείο των Στρατιωτικών να τον διορίσει ως Στρατιωτικό Ιερέα. Διαπιστώνουμε από τα αναγραφόμενα, ότι οι πληροφορίες για το πρόσωπο κάποιου κληρικού και την εν γένει εκκλησιαστική διαγωγή του και προσφορά, συλλέγονταν από την τοπική Εκκλησία στην οποία ανήκε ο Ιερέας και δη από τον Επίσκοπο, ο οποίος και έφερε την ευθύνη για ότι ανέφερε.
 
Η συμαρτυρία του Αρχιεπισκόπου Αργολίδος, για τον Ιερέα Παναγιώτη, έγινε με γνώμονα και σκοπό το καλό της Εκκλησίας, αφού καλείτο να προσφέρει έναν κληρικό του, έναν κρίκο της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας, σε ένα κομμάτι το οποίο ανήκε σε ολόκληρη την Εκκλησία, όπως είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις, που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την επικράτεια και σκοπό έχουν την διαφύλαξη των συνόρων της χώρας μας, αλλά και των ιδανικών, των θεσμών και των αξιών, μέσα στο γενικότερο έργο και στην αποστολή τους .
Το Συνοδικό αυτό έγγραφο το υπογράφουν με τη σειρά, ο Αθηνών Νεόφυτος πρόεδρος, ο Σύρου και Τήνου Δανιήλ, ο Πατρών και ένας ακόμη Ιεράρχης των οποίων οι υπογραφές είναι δυσανάγνωστες και ο Ύδρας Νεόφυτος. Στο τέλος αυτού του εγγράφου υπογράφει ο Γραμματέας της Συνόδου Αρχιμ. Ζ. Μάθας, έχοντας από αριστερά της υπογραφής του, την σφραγίδα της Συνόδου.
 
Το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, μετά από αυτή την απόφαση ως όφειλε, το έγγραφο αυτό το αποστέλλει στο Στρατιωτικών αυθημερόν, καλώντας το μετά την έγκριση της Συνόδου, να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να διορίσει τον κληρικό που προτάθηκε και εγκρίθηκε και να ενημερώσει στη συνέχεια για τις ενέργειες τις οποίες έκανε, ώστε και να ενημερωθεί και η Ιερά Σύνοδος, για την πορεία και κατάληξη του θέματος.
 
Το Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 28 Ιουλίου 1854, τέσσερις ημέρες μετά την λήψη του εγγράφου της Ιεράς Συνόδου, αποστέλλει έγγραφο προς τον Βασιλέα, με το οποίο ζητά να διορίσει, εκδίδοντας Βασιλικό διάταγμα, στο 1ο Ελαφρύ Τάγμα της Οροφυλακής, τον πρεσβύτερο Παναγιώτη Αντωνόπουλο, εξ’ Άργους. Στις 30 Ιουλίου 1854, εκδίδεται το Βασιλικό διάταγμα με το διορισμό του ανωτέρω Ιερέως στη θέση που προτάθηκε από το Υπουργείο, αναθέτοντας στον Υπουργό, την εκτέλεση του ανωτέρω διατάγματος.
 
Στη συνέχεια, στις 31 Ιουλίου 1854, το Α΄ Τμήμα του Υπουργείου των Στρατιωτικών, απευθυνόμενο προς το Αρχηγείο της κατά την Ακαρνανία και Αιτωλία Στρατιωτικής Δυνάμεως, κοινοποιεί το διάταγμα του Όθωνος, περί του διορισμού του Ιερέως του 1ου Ελαφρύ Τάγματος της Οροφυλακής και το καλεί να ενημερώσει προφορικά τον κληρικό, ώστε να αναλάβει την υπηρεσία του και στη συνέχεια να ενημερωθεί και το Τάγμα στο οποίο τοποθετήθηκε, προκειμένου να τον εντάξουν πλέον στο δυναμικό τους.
 
Έτσι με όλη αυτή την διαδικασία που αναφέραμε και την οποία την είχαμε συναντήσει και σε παλαιότερες αναφορές μας, ένας ακόμη κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, προστέθηκε μέσα στο Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων. Ένας ακόμη κληρικός κλήθηκε να υπηρετήσει με την διπλή ιδιότητα την οποία είχε, την πατρίδα και την Εκκλησία. Καλείτο και αυτός πλέον εντασσόμενος μέσα στο Σώμα εκείνο των αξίων κληρικών, που είχαν δώσει την ψυχή και το σώμα τους, για την ελευθερία της πατρίδας μας, από τον δυνάστη και σκληρό κατακτητή των τετρακοσίων χρόνων, να προσφέρει τον δυναμισμό και την ενεργητικότητά του, προκειμένου να διατηρεί άσβεστη την φλόγα της πίστεως, μέσα στο χώρο εκείνο που μεγαλούργησε, διότι πορευόταν πάντοτε μέσα στο φως της πίστεως και στην αλήθεια του Ευαγγελίου.
 
Ένα νέο όνομα Ιερέως, μια καινούρια προσωπικότητα που συναντούμε σήμερα, έρχεται να αποτελέσει έναν κρίκο μιας αλυσίδας, που ξεκινάει από το παρελθόν, φτάνει στο παρόν και συνεχίζεται με την προοπτική του μέλλοντος. Αυτός ο κληρικός, που με το Βασιλικό Διάταγμα και την ευλογία της Ιεράς Συνόδου, εντάσσεται στο Σώμα των Ιερέων του Στρατού, αποτελεί για μας σήμερα, που υπηρετούμε στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, μια ακόμα ευκαιρία, αλλά και πρόκληση, για να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να κάνουμε μια εκ βάθους εξομολόγηση για τα πεπραγμένα μας, όχι για την προσωπική μας προβολή, αλλά για την πορεία εκείνη που πρέπει, που οφείλουμε να έχουμε, ακολουθώντας τα ίχνη των μορφών εκείνων, που έζησαν και έδρασαν σε εποχές, με έντονη και πολύμορφη προκλητικότητα, για δράση, για ουσιαστική παρουσία και μαρτυρία, μα πάνω από όλα, για μια εικόνα όχι του εγώ ,αλλά του εμείς, μέσα από την διδασκαλία της ενότητας της Αγίας Τριάδος, όπως διατυπώνεται από την Ορθόδοξη διδασκαλία και πίστη μας.
 
Μετά από τα παραπάνω βλέπουμε, από τη μια πλευρά, το Υπουργείο να ζητά να τοποθετήσει Ιερείς μέσα στο στράτευμα, από την άλλη, να υπάρχουν υποψήφιοι κληρικοί που θέλουν να διακονήσουν μέσα σε αυτόν τον χώρο. Υπάρχουν πρόσωπα που καταθέτουν αναφορές και επιστολές προς την Ηγεσία του Στρατού, εκθέτοντας τις απόψεις τους, τις ανησυχίες και το ενδιαφέρον τους, για το χώρο εκείνο που δεν έμεινε έξω από το ενδιαφέρον και την μέριμνα της διοικούσης Εκκλησίας και των Λειτουργών Της, θέλοντας να δώσουν και αυτοί με τη σειρά τους, εάν προταθούν και εκεί ένα δυναμικό παρόν, μια ζωντανή παρουσία και έναν ισχυρό και αληθινό λόγο, όπως αυτός αποκαλύπτεται μέσα από το έργο και την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου.
 
Μέσα σε αυτό το πνεύμα των ανωτέρω αναγραφομένων, είναι η επόμενη αναφορά που θα σας παρουσιάσουμε και προέρχεται από έναν Ιερομόναχο ονόματι Μελέτιο, που κατήγετο από την Κρήτη. Από την επιστολή του αυτή, φαίνεται ότι ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα, με ενδιαφέροντα και προσανατολισμό με ανοικτούς ορίζοντες, θέλοντας συνεχώς να μαθαίνει, προκειμένου το πνεύμα του πάντοτε ελεύθερο και καθαρό, να τον οδηγεί στην ελευθερία, οδηγώντας και αυτός με τη σειρά του και ως κληρικός που ήταν και άλλους σε αυτόν τον δρόμο και σκοπό, γευόμενοι τους καρπούς αυτού του Θεόδοτου δώρου.
 
Την αναφορά-επιστολή του αυτή, την αποστέλλει στις 7 Ιουλίου 1854, στον Υπουργό των Στρατιωτικών. Ξεκινάει με την προσφώνηση «Γενναιότατε». Από όσα γράφει, μπορούμε να συλλέξουμε κάποια στοιχεία που έχουν να κάνουν με την ζωή και τον χαρακτήρα του αποστολέα. Ο Μελέτιος όπως γράφει ο ίδιος, έφυγε από την Κρήτη, την πατρίδα του, εξαιτίας : «ακατασχέτου ζήλου προς την παιδείαν, ερρίφθην εν τω μέσω της θεοφρουρήτου πόλεως των Αθηνών, όπως προσποριζόμενος τα προς το ζην εις την ιερουργίαν δυνηθώ να ικανοποιήσω τον προς την παιδείαν διακαή έρωτά μου».
 
Όμως αυτή του η επιθυμία και όρεξη, δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιηθεί, αφού ήλθε σε μια πόλη, που ήταν ξένος και άστεγος, χωρίς να έχει καμία βοήθεια και συμπαράσταση από κανέναν. Μέσα σε αυτή την απόγνωση, αν θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρισκόταν, καταφεύγει προς τον Υπουργό, ως την μοναδική του ελπίδα και σωτηρία, χαρακτηρίζοντάς τον και ζητώντας του ταυτόχρονα, μέσα από το κείμενο της επιστολής του, όπως το διαβάζουμε : « προστάτην ου μόνον των Κρητών αλλά απάντων των Ελλήνων, ευελπιζόμενος όπως θέλετε ευαρεστηθήτε να με κατατάξητε εις τινά των Στρατιωτικών Εφημερίων ως εφημέριον.»
 
Ζητάει λοιπόν να τον διορίσει σε οποιαδήποτε χηρεύουσα θέση οποιουδήποτε σώματος, τονίζοντας με τα τελευταία που αναγράφει και με αυτά τελειώνει την επιστολή του, ότι αυτή του η πράξη, θα είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία προς αυτόν, την οποία ποτέ δεν θα ξεχάσει, αλλά πάντοτε θα μνημονεύει. Έτσι γράφει τα εξής : «λαμβάνοντες υπ’ όψιν ότι θέλετε ούτως ευεργετήσει άνθρωπον ευγνώμονα, όπως δεν θέλει ποτέ παύσει του να εύχηται υπέρ της ευημερίας και δόξης υμών ευπειθέστατος.» Η αναφορά αυτή έφτασε στο Υπουργείο. Προφανώς θα αναγνώσθηκε και από τον Υπουργό, αλλά τέθηκε στο αρχείο, όπως αναγράφεται στο πλάι, διότι δεν θα υπήρχε κενή θέση για να διοριστεί και να τοποθετηθεί. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι λίγες ημέρες πριν την αναφορά του Μελετίου, το Υπουργείο είχε ζητήσει να γνωματεύσει η Ιερά Σύνοδος για έναν άλλο κληρικό, που θα κατελάμβανε κάποια θέση μέσα στο στράτευμα και όπως είδαμε παραπάνω, ο Ιερέας Παναγιώτης Αντωνόπουλος, διορίστηκε τελικά Ιερέας του Στρατού, κατόπιν και του Βασιλικού Διατάγματος που εκδόθηκε και δημοσιοποιήθηκε.

Συνεχίζεται {63}