Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Από την αρχή της έρευνας μας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σχετικά με το έργο και την παρουσία των Στρατιωτικών Ιερέων, μετά την ανασύσταση του ελεύθερου ελληνικού Έθνους, έχουμε παρουσιάσει αρκετά έγγραφα με διορισμούς Ιερέων στο Στρατό, από τον Βασιλέα Όθωνα. Έτσι και σήμερα συναντούμε Βασιλικό έγγραφο το οποίο το υπογράφει ο ίδιος ο Βασιλέας και φέρει ημερομηνία, 20 Οκτωβρίου 1853. Στο έγγραφο αυτό, διορίζεται Ιερέας 2ας Τάξεως, της Φρουράς Ναυπλίας, ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Σολίτης, με μηνιαίο μισθό εκατό δραχμές.

Μετά το διορισμό του Αρχιμ. Στεφάνου, το Φρουραρχείο Ναυπλίας, αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών το φύλλο μητρώο του, από το οποίο συλλέγουμε πολύτιμα στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του. Γεννήθηκε σε ένα χωριό των Καλαβρύτων, στις 16 Μαΐου 1795. Έλαβε μέρος εξ’ αρχής στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους μας και πολέμησε μέχρι το 1828. Στις 11 Δεκεμβρίου 1848, κατατάχθηκε ως βοηθητικός Ιερέας.

Πριν όμως τον διορισμό του εν λόγω Ιερέως, συναντούμε μια του αναφορά, στις 20 Ιουνίου 1853, την οποία απευθύνει προς το Φρουραρχείο Ναυπλίας και έχει θέμα ꞉ «Περί τάξεως των κληρικών Αξιωματικών». Διαβάζοντας την συγκεκριμένη αναφορά, διαπιστώνουμε ότι είχε δημιουργηθεί ένα θέμα, σχετικά με τα πρεσβεία και τα οφίκια τα οποία είχε ο κάθε κληρικός, εντός του στρατεύματος και ζητούσε την τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου, μιας και ο τοπικός Επίσκοπος Αργολίδας, δεν είχε μια σαφή τοποθέτηση επί του θέματος.

Στην αναφορά του ο Αρχιμανδρίτης αναφέρει, ότι σύμφωνα με εντολή της Ιεράς Συνόδου, ο Αρχιεπίσκοπος Αργολίδας χειροθέτησε τον εν λόγω Ιερέα σε Αρχιμανδρίτη. Όμως δημιουργήθηκε ένα θέμα κάποια στιγμή, σε μια κηδεία ενός συνταξιούχου Αξιωματικού, που έγινε στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, μεταξύ αυτού και του Ιερέως Γεωργίου Σακελίωνος. Και οι δύο αυτοί κληρικοί σημειώνουμε ότι διακονούσαν στο χώρο του στρατεύματος. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε μεταξύ αυτών των δύο, στο ποιος θα προΐστατο της Ιεράς Ακολουθίας.

Η αναφορά του Αρχιμ. Στεφάνου, στάλθηκε από το Φρουραρχείο της Ναυπλίας αρμοδίως στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 22 Ιουνίου 1853, προκειμένου το Υπουργείο να αποφανθεί επί του θέματος, σε συνεργασία με το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και την Ιερά Σύνοδο. Έτσι εκτός της αναφοράς του Ιερέως, το Φρουραρχείο ζητά και με δική του αναφορά, να σταλεί η συγκεκριμένη αναφορά στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και αυτό με τη σειρά του να την αποστείλει στην Ιερά Σύνοδο, προκειμένου να αποφανθεί αρμοδίως, αφού ο αρχιεπίσκοπος Αργολίδας, όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί και να δώσει οδηγίες και κατευθύνσεις επί του θέματος, τόσο στους Ιερείς, όσο και στο Φρουραρχείο, δεν ήταν και τόσο σαφής και ξεκάθαρος.

Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Φρουράρχου, επί του συγκεκριμένου θέματος, όσο και η αγωνία του, που θέλει να προλάβει χειρότερες καταστάσεις, εξαιτίας κάποιων λανθασμένων χειρισμών, από την πλευρά των κληρικών. Αναφέρει χαρακτηριστικά παρακαλώντας την Ιερά Σύνοδο ꞉ «να κανονίσει κατά τους Ιερούς τύπους την ανήκουσαν τάξιν ην έκαστος κληρικός αξιωματικός οφείλη να φέρη προς αποφυγήν διενέξεων γενομένων εν τω ναώ και έμπροσθεν λαϊκών εναντίον της αξιοπρέπιας του Ιερού κλήρου».

Έτσι λοιπόν, αναμένεται η τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου, που θα λύσει τις απορίες και των δύο κληρικών, αλλά και το Φρουραρχείο από την πλευρά του, θα έχει πλέον την επίσημη γραμμή και τοποθέτηση, του ανωτάτου εκκλησιαστικού οργάνου, την οποία θα απαιτήσει να εφαρμόσουν οι ενδιαφερόμενοι, χωρίς να δημιουργηθούν στο μέλλον καταστάσεις που δεν αρμόζουν στο σχήμα τόσο του κληρικού, όσο και του Αξιωματικού. Αυτή η διπλή ιδιότητα των Στρατιωτικών Ιερέων, στο συγκεκριμένο έγγραφο αποτυπώνεται και τονίζεται πάρα πολύ έντονα.

Η ιδιότητα του κληρικού, όσο και του Αξιωματικού, αφού φέρει βαθμό και εντάσσεται στην οργανική δύναμη του στρατεύματος, καθιστούν τον Στρατιωτικό Ιερέα, μέσα στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να φανεί αντάξιος των προσδοκιών που έχουν τόσο οι προϊστάμενοι, όσο και οι υφιστάμενοι από ένα πρόσωπο, που πρέπει με τη ζωή και το παράδειγμά του, να εμπνεύσει, να οδηγήσει, να στηρίξει και να βοηθήσει προς κάθε κατεύθυνση, δείχνοντας έτσι, την υπακοή του στους κανόνες και στη φωνή της Εκκλησίας μας, αλλά και την εφαρμογή της πειθαρχίας και της τάξεως των στρατιωτικών κανονισμών και νόμων, ως οφείλει ως καλός και φιλότιμος στρατιώτης.

Το Φρουραρχείο εξ’ αρχής, με το που δημιουργήθηκε το θέμα στην Εξόδιο Ακολουθία, μεταξύ των δύο κληρικών, απέστειλε έγγραφο προς το Αρχιεπίσκοπο Αργολίδος, με το οποίο του ζητούσε την παρέμβασή του, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Το συγκεκριμένο έγγραφο δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως το έγγραφο εκείνο, που απέστειλε ο Μητροπολίτης Αργολίδος Γεράσιμος, προς το Φρουραρχείο και υπάρχει η τοποθέτησή του και αντίγραφο αυτού, εστάλη στον Στέφανο, στις 18 Ιουνίου 1853. Τα όσα αναγράφει ο Μητροπολίτης Αργολίδας στο έγγραφό του, προκάλεσαν την αντίδραση του Αρχιμανδρίτη, ο οποίος απέστειλε την αναφορά που εξετάσαμε, αναμένοντας πλέον, την δικαίωσή του από την Ιερά Σύνοδο.

Το 2ο Ελαφρύ Τάγμα της Οροφυλακής, στις 8 Ιουλίου 1853, αποστέλλει έγγραφο προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, στο οποίο αναφέρει ότι, επειδή δεν υπάρχει τοποθετημένος Ιερέας στο Τάγμα και για να μην αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τις ορκωμοσίες των ανδρών, αλλά και σε άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις και τελετές, ζητά να προσδιορίσουν μια μικρή αντιμισθία ꞉ « δια τον οικογενειάρχην Ιερέα του χωρίου τούτου παπαδημητρίου ο οποίος εκπληροί την του Ιερέως υπηρεσίαν εις το Τάγμα προ ημερών». Το Υπουργείο λαμβάνοντας το έγγραφο αυτό, απαντά στις 15 Ιουλίου 1853 και εγκρίνει να χορηγηθεί στον Ιερέα που προτείνουν μια μικρή αντιμισθία, η οποία ανέρχεται στις δέκα δραχμές.

Λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 7 Οκτωβρίου 1853, πάλι το 2ο Τάγμα της Οροφυλακής, απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, ζητά να ορισθεί μια μικρή αντιμισθία για τον Ιερέα του χωρίου που καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες του Τάγματος, από τον παρελθόντα Σεπτέμβριο και είναι ο Οικονόμος Γ. Αντωνίου, αφού δεν υπάρχει Στρατιωτικός Ιερέας στο Τάγμα. Το Υπουργείο λαμβάνοντας την αναφορά αυτή, εγκρίνει να χορηγηθεί στον εν λόγω Ιερέα το ποσό των δέκα δραχμών, αρχομένης από τις 15 του μηνός Σεπτεμβρίου.

Στις 11 Αυγούστου 1853, το Φρουραρχείο της Σπάρτης απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, αναφέρει σε απάντηση, της υπ’ αριθμ. 14954 Διαταγής του Υπουργείου, ότι διορίστηκε στη φρουρά ο Οικονόμος Παπαδημητρίου Κωνσταντίνος. Έτσι η συγκεκριμένη Φρουρά αποκτά Ιερέα μόνιμο, που θα είχε πλέον την ευθύνη για το έργο το οποίο θα επιτελείτο εκεί, χωρίς πλέον η Φρουρά να αναζητά κληρικό από την ευρύτερη περιοχή όπως γινόταν μέχρι τότε εκεί, αλλά και σε άλλες φρουρές.

Σε ένα άλλο όμως έγγραφο, με ίδια ημερομηνία, με ίδιο αποστολέα και παραλήπτη, διαβάζουμε ότι ζητείται να προσδιορίσει το Υπουργείο, ως κατεξοχήν αρμόδιος φορέας, από ποιό κεφάλαιο, θα λαμβάνει την αντιμισθία των δέκα δραχμών, ο Ιερέας του θεραπευτηρίου. Προφανώς ο Ιερέας αυτός, μετά τον διορισμό του άλλου Ιερέως στη Φρουρά, δεν θα σταματούσε την ποιμαντική του διακονία στο χώρο του θεραπευτηρίου, αλλά θα περιοριζόταν μόνο σε αυτήν.

Το Υπουργείο μελετώντας το αίτημα αυτό, σε απάντηση την οποία αποστέλλει στο Φρουραρχείο της Σπάρτης, τους γνωστοποιεί την απόφασή του, ότι ο Ιερέας του θεραπευτηρίου θα λαμβάνει την αντιμισθία του από το 1ο Τάγμα της Γραμμής, καταλογιζόμενο το συγκεκριμένο ποσό στο κεφάλαιο 9, βάσει κάποιας εσωτερικής διαταγής που υπήρχε και βάση αυτής, θα μπορούσαν να καλύψουν την ανάγκη αυτή. Έτσι στη συγκεκριμένη Φρουρά της Σπάρτης, υπήρχαν δύο κληρικοί, οι οποίοι απερίσπαστοι καλούνταν να μεταδώσουν λόγο Θεού, σε δύο διαφορετικούς χώρους, αλλά με κοινό αποδέκτη, τον άνθρωπο. Και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις, που ο αποδέκτης της διδασκαλίας του Θεού ήταν ο άνθρωπος, υπήρχαν διαφορετικές προϋποθέσεις και συνθήκες, τις οποίες οι Ιερείς θα τις αξιοποιούσαν κατάλληλα και με διαφορετικό τρόπο, έχοντας πολύ διάκριση και σύνεση.

Στην περίπτωση του Τάγματος, οι άνθρωποι που θα δέχονταν την ευεργετική παρουσία του Ιερέως και της ποιμαντικής του διακονίας, ήταν υγιείς και καλούνταν να διατηρήσουν την αρμονία και την ενότητα ψυχής και σώματος, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και προσκλήσεις που θα δέχονταν κατά την εξάσκηση της αποστολής των και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, αποδεικνύοντας την γενναιότητα και την ανδρεία τους, αλλά και την πίστη τους στο Θεό.

Στην άλλη περίπτωση ο Ιερέας του θεραπευτηρίου, είχε να αντιμετωπίσει εικόνες Θεού, που ήταν τραυματισμένες, όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή. Καλείτο να επουλώσει όχι τα τραύματα του σώματος, αλλά τα τραύματα της ψυχής. Καλείτο να ανακουφίσει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο, που πολλές φορές προήρχετο από τον σωματικό πόνο και να προσφέρει βάλσαμο στις ψυχές εκείνες, που κάποιες φορές μπορεί και να αγανακτούσαν και ενώπιον του Θεού. Καλείτο αυτός ο Ιερέας, με πολύ λεπτούς χειρισμούς, με πολύ προσεκτικές λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις θα μπορούσαμε να πούμε, να αποκαταστήσει την γαλήνη, την ηρεμία και την ησυχία, στις ψυχές εκείνες, που ο σωματικός πόνος, τάραξε και αποπροσανατόλισε. Καλείτο τέλος ο Ιερέας εκείνος που βρισκόταν στο θεραπευτήριο, να επαναφέρει την αρμονία της ψυχής και του σώματος, μετά την αποκατάσταση της υγείας, μετά την ιατροφαρμακευτική αγωγή και περίθαλψη που θα παρείχαν οι ιατροί, με την παροχή από την πλευρά του, της πνευματικής αγωγής και των φαρμάκων του ελέους και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Συνεχίζεται {57}