Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Η αλληλογραφία που διακινείται μεταξύ του Υπουργείου των Στρατιωτικών, των Φρουραρχείων, Ταγμάτων και Σχηματισμών είναι συνεχής. Το ένα αίτημα διαδέχεται το άλλο. Οι ανάγκες αυξάνονται, οι απαιτήσεις για την κάλυψη των πνευματικών αναγκών των υπηρετούντων στο στράτευμα, καλλιεργείται με έναν τρόπο, που φανερώνει και αποδεικνύει την επιθυμία, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, από τον αρχαιότερο μέχρι τον νεώτερο, για μια συνεχή μαρτυρία και παρουσία Χριστού, σε αυτόν τον τόσο ευαίσθητο χώρο, με τις ιδιαιτερότητες τις οποίες έχει. Αυτή η έντονη κινητικότητα και μέριμνα, φανερώνει επίσης το ανύσταχτο ενδιαφέρον των Διοικήσεων, να μην περιοριστούν στα υπηρεσιακά τους και μόνο καθήκοντα, αλλά να μεριμνούν για το προσωπικό τους και για θέματα που άπτονται της πνευματικής των υποστάσεως και προόδου.

Το Υπουργείο των Στρατιωτικών, απευθυνόμενο στο Φρουραρχείο των Πατρών, στις 28 Απριλίου 1853, ενημερώνει ότι αναθέτει στον Ιερέα Θεόδωρο Παπαγιανόπουλο, την θρησκευτική υπηρεσία της Φρουράς με αντιμισθία δεκαπέντε δραχμών. Προφανώς θα προηγήθηκε αίτημα του Φρουραρχείου προς το Υπουργείο, το οποίο όμως δεν υπάρχει στο φάκελο που μελετούμε και μάλλον δεν έχει διασωθεί και με το οποίο θα ζητούσε τον διορισμό του ανωτέρω Ιερέως, κάτι το οποίο ενέκρινε, καθώς και την αντιμισθία του και φαίνεται στο παραπάνω έγγραφο.

Ένα άλλο έγγραφο που ακολουθεί, έρχεται από το Υπουργείο των Εσωτερικών και απευθύνεται στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1853. Στο έγγραφο αυτό γίνεται λόγος σχετικά με κάποιο αίτημα το οποίο είχε κατατεθεί, σχετικά με τον διορισμό Ιερέως στο Ρίο και στην ανέγερση Ιερού Ναού στη Φρουρά εκείνη. Στο έγγραφο αυτό, το Υπουργείο των Εσωτερικών, καταγράφει την εκτίμησή και τοποθέτησή του πάνω στο θέμα αυτό. Θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο και απαραίτητο να τοποθετηθεί Ιερέας στην περιοχή εκείνη, διότι ήδη τις θρησκευτικές ανάγκες στις ποινικές φυλακές του Ρίου, εξυπηρετεί ο Στρατιωτικός Ιερέας του Αντιρρίου, με αντιμισθία δεκατεσσάρων δραχμών και κατ’ επέκταση θα μπορούσε να καλύπτει μεταξύ των άλλων και τους στρατευμένους στο Ρίο, χωρίς καμία επιπλέον επιβάρυνση.

Πριν από την ύπαρξη αυτού του εγγράφου, για μια ακόμα φορά διαπιστώνουμε, ότι θα προηγήθηκε κάποιο άλλο υπηρεσιακό έγγραφο από την πλευρά της φρουράς του Ρίου και των υπηρετούντων σε αυτήν, που προκάλεσε την έκδοση του παραπάνω κειμένου και την τοποθέτηση του Υπουργείου. Το έγγραφο αυτό δεν έχει διασωθεί και έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την επιχειρηματολογία την οποία καταθέτει η ενδιαφερομένη πλευρά. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε την επιθυμία κάποιων ανθρώπων να έχουν τον δικό τους Ιερέα και την δική τους Εκκλησία.

Μέσα στην μακραίωνη παράδοση και ιστορία του τόπου μας, γνωρίζουμε ότι οι πρόγονοί μας, από αρχαιοτάτων χρόνων, μέχρι και σήμερα μπορούμε να πούμε, το πρώτο πράγμα το οποίο έφτιαχναν στον τόπο στον οποίο κατοικούσαν, ήταν ο χώρος που θα ήταν αφιερωμένος στο Θεό. Πριν ακόμα φτιάξουν τα σπίτια τους, πριν οργανώσουν τη ζωή τους, κοίταζαν στο καλύτερο και ωραιότερο σημείο, να κατασκευάσουν το χώρο εκείνο, που θα προοριζόταν στη λατρεία του Θεού. Το έφτιαχναν με πολύ μεράκι, με πολύ πίστη, με υπομονή και επιμονή, βάζοντας μεταξύ των διαφόρων υλικών το κατ’ εξοχήν υλικό, την αγάπη τους προς το Θεό. Χωρίς να αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες και τα προβλήματα τα οποία αναφύονταν, τοποθετώντας τα καλύτερα και ακριβότερα υλικά, έφτιαχναν περίλαμπρες Εκκλησίες, που αντανακλούσαν το μεγαλείο της πίστεως και παραδόσεώς μας. Στο τέλος, μέσα και μετά από την Ακολουθία των Εγκαινίων, ένοιωθαν ότι εκπλήρωσαν το χρέος και την αποστολή τους και τώρα θα μπορούσαν να ασχοληθούν και με τα υπόλοιπα της καθημερινότητας.

Ο Ναός αποτελούσε το κέντρο της μυστηριακής, λατρευτικής, πνευματικής και όχι μόνο αυτά και ακόμα περισσότερα στοιχεία, της ζωής των. Τα πάντα ξεκινούσαν και όλα τελείωναν μέσα σε αυτόν. Όλα ξεκινούσαν με την ευλογία του Θεού και όλα έφταναν στο τέλος τους, με την δοξολογία του ονόματος του Θεού, που ήταν παρόν στις προσπάθειές των και στα έργα των και ένοιωθαν το χέρι Του να τους καθοδηγεί. Και αφού ολοκληρώνονταν όλες οι εργασίες, ο Ναός αυτός καθίστατο λειτουργικός, προσιτός, με την παρουσία σε αυτόν τον καθαγιασμένο και ιερό χώρο, του λειτουργού των Μυστηρίων της χάριτος του Θεού, του ανθρώπου εκείνου, που ήταν αρκετές φορές, κάποιος από το δικό τους σύνολο, τη δική τους κοινωνία, που τον επέλεγαν οι ίδιοι και τον εναπέθεταν στα χέρια του Επισκόπου, ώστε να τον καταστήσει, ποιμένα και διδάσκαλό τους, οδηγό και συμπαραστάτη τους στο δρόμο του Θεού, του ανθρώπου εκείνου, που θα προσέφερε νυχθημερόν τις ικεσίες του προς τον Θεό Πατέρα, «υπέρ των ιδίων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων».

Έτσι και εδώ στο Ρίο, ήθελαν το δικό τους Ναό, το δικό τους πνευματικό πατέρα. Όμως το Υπουργείο δεν είχε την ίδια άποψη τουλάχιστον για την τοποθέτηση και τον διορισμό Ιερέως. Στο συγκεκριμένο έγγραφο, δεν γίνεται πουθενά λόγος για το Ναό τον οποίο ζήτησαν να ανεγείρουν και έτσι δεν ξέρουμε εάν συμφωνούσαν να κτισθεί η Εκκλησία ή όχι και αν τελικά χτίστηκε και πότε. Πάντως στο τέλος του εγγράφου αυτού, το Υπουργείο καταγράφει και μεταφέρει την παρατήρηση του Νομάρχου Αχαΐας και Ήλιδος, που θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος διορισμός ήταν περιττός.

Αυτή η τοποθέτηση του Υπουργείου των Εσωτερικών που την συναντούμε για πρώτη φορά και δεν γνωρίζουμε τους λόγους που προέβη στην έκδοση ενός τέτοιου εγγράφου, καθώς και την ανάμειξη του Νομάρχου, σε ένα θέμα καθαρά υπηρεσιακό που αφορούσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών και μόνο, πρέπει να κοινοποιήθηκε στο Φρουραρχείο Ρίου-Αντιρρίου, γιατί αποστέλλει με τη σειρά του, έγγραφο με ημερομηνία, 30 Μαρτίου 1953, στο Υπουργείο των Στρατιωτικών και τοποθετείται πάνω στην γραμμή του Υπουργείου των Εσωτερικών. Η τοποθέτηση του Φρουραρχείου όπως αυτή καταγράφεται, είναι τελείως αντίθετη προς αυτή που παρουσιάζει το Υπουργείο και καταγράφει τα πράγματα από την δική τους πλευρά και οπτική γωνία.

Στο έγγραφο αυτό, το Φρουραρχείο αναφέρει ότι ο Ιερέας του Αντιρρίου, δεν προλαβαίνει να εκπληρώνει τα καθήκοντα του και στις δύο Φρουρές και φέρνει ένα παράδειγμα μέσα από την καθημερινότητά τους, που συνέβη στα τέλη του προηγουμένου μηνός, δηλαδή το Φεβρουάριο του 1853, όπου πέθανε ένας στρατιωτικός, ο οποίος ούτε πρόλαβε να κοινωνήσει, ούτε να εξομολογηθεί, ενώ έμεινε άταφος μέχρι να γίνει η Εξόδιος Ακολουθία για τριάντα ώρες, μέχρι δηλαδή να έλθει ο Ιερέας. Από αυτά που διαβάζουμε στο έγγραφο αυτό βλέπουμε να καταγράφεται η καθημερινότητα τους, όπως αυτή διαδραματίζεται και βιώνεται από τους ίδιους και όχι από τρίτους, που δεν έχουν μια σαφή εικόνα και δεν είναι στο τέλος και οι κατεξοχήν αρμόδιοι για να εκφέρουν άποψη σε θέματα που δεν γνωρίζουν και δεν τα ζουν από κοντά, αλλά δημιουργούν εικόνες και έχουν άποψη από μακρόθεν.

Είναι τελείως διαφορετικό να ζεις κάτι όπως αυτό συμβαίνει με τα καλά του και τα κακά του και αλλιώς να προσπαθείς να ωραιοποιήσεις μια κατάσταση, που από μόνη της, λόγω των περιστάσεων και των καταστάσεων, δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί, γιατί αυτό είναι ανέφικτο. Αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει κάποιος που δεν ζει τις καταστάσεις εκείνες, που κάποιες φορές εξαιτίας των πιέσεων, δημιουργούν μια ανυπόφορη και αποπνιχτική ατμόσφαιρα, που οδηγεί σε καταστάσεις, που κάποιες φορές ξεφεύγουν και από τον έλεγχο.

Πάντως και σε αυτό το έγγραφο του Φρουραρχείου, δεν γίνεται λόγος για την ανέγερση της Εκκλησίας και το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, με κάθε επιφύλαξη, είναι ότι σε εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή αυτό που προείχε, ήταν η παρουσία του Ιερέως και στη συνέχεια, με τις υποδείξεις και κατευθύνσεις αυτού, θα προχωρούσαν και στο επόμενο βήμα που ήταν ο Ναός και η ανοικοδόμηση του, για την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών.

Μετά τα παραπάνω έγγραφα τα οποία παρουσιάσαμε, έρχεται μια αναφορά, στις 20 Ιουνίου 1853, από τον Ιερέα Νικόλαο Αθανασίου, τον οποίο έχουμε συναντήσει αρκετές φορές στο παρελθόν και έχει απασχολήσει ο διορισμός του ακόμα και την Ιερά Σύνοδο και το θέμα του δεν έχει λήξει, με την οποία ζητά να επανέλθει στο 3ο Τάγμα της Οροφυλακής, στο οποίο ανήκε. Δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού του αιτήματος, ούτε κάποια σημείωση ή κάποιο σχόλιο στο πλάι της αναφοράς αυτής, καθώς στάλθηκε υπηρεσιακά, προς το Υπουργείο, για τα περαιτέρω.

Συνεχίζεται {56}