Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
 
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας
 
Στη σημερινή μας παρουσίαση, ξεκινούμε την έρευνα-μελέτη μας, με έναν νέο φάκελο, με αριθμό 225, από το Υπουργείο των Στρατιωτικών, της περιόδου του Όθωνα και συγκεκριμένα το έτος 1854, σχετικά με τους Στρατιωτικούς Ιερείς. Μέσα από την φυλλομέτρηση του φακέλου αυτού, θα συναντήσουμε νέα, αλλά και παλαιά πρόσωπα. Θα δούμε την πορεία και τα προβλήματά τους, υπηρεσιακά ή προσωπικά, μέσα από τις αναφορές που κατέθεταν και βεβαίως θα δούμε την πολιτική του Υπουργείου απέναντι των θεμάτων αυτών, καθώς και την αντιμετώπιση των αιτημάτων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και την ιεράρχηση των αναγκών όπως προέκυπταν.
 
Το πρώτο έγγραφο του φακέλου αυτού, προέρχεται από το προηγούμενο έτος, δηλαδή το 1853 και αναφέρεται σε ένα αίτημα, το οποίο κατέθεσε με αναφορά του, ο Αποσπασματάρχης Στυλίδας προς το 4ο Τάγμα, στις 19 Οκτωβρίου 1853. Στην αναφορά αυτή, ζητείται να χορηγηθεί μια αντιμισθία στον Ιερέα της πόλεως ο οποίος θα προσήρχετο για δύο ημέρες, μία για να εξομολογήσει και μία για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσει τους άνδρες του αποσπάσματός του. Το Τάγμα ως όφειλε, αποστέλλει την εν λόγω αναφορά στο Υπουργείο, με την παράκληση, να εγκριθεί το ποσό της αντιμισθίας στον Ιερέα που θα έκανε τις ανωτέρω ιεροπραξίες στο απόσπασμα.
 
Το Υπουργείο, με μία καθυστέρηση τριών μηνών περίπου, στις 4 Ιανουαρίου 1854, αποστέλλει εγκριτικό έγγραφο στο Τάγμα, με το οποίο εγκρίνει το ποσό της αντιμισθίας για τον Ιερέα που θα έκανε τις δύο παραπάνω ιεροπραξίες. Έτσι με το έγγραφο αυτό του Υπουργείου, κλείνει το θέμα αυτό και ο υποφάκκελος που παρουσιάσαμε και έτσι καταλαβαίνουμε, γιατί ένα έγγραφο του προηγούμενου έτους, βρίσκεται στο επόμενο, ως συνέχεια και ολοκλήρωση της διαδικασίας που απαιτείτο.
 
Το Φρουραρχείο της Υπάτης με έγγραφό του, στις 30 Ιανουαρίου 1854, απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, αναφέρει ότι με την τοποθέτηση Στρατιωτικού Ιερέως στη Φρουρά, ενήργησαν ώστε να παύση η χορηγία της αντιμισθίας των δέκα δραχμών, στον Ιερέα της πόλεως, Αθανάσιο Λάμπρο, ο οποίος μέχρι εκείνη την χρονική περίοδο, εξυπηρετούσε τη Φρουρά, αφού δεν υπήρχε Ιερέας του Στρατού.
 
Όμως ο Στρατιωτικός Ιερέας, Αθανάσιος Οικονόμου, παρ’ όλο που διορίστηκε για την Φρουρά της Υπάτης, δεν προσήλθε στην οργανική του θέση, αλλά προσκολλήθηκε στο 4ο Τάγμα. Έτσι και πάλι η Φρουρά έμεινε χωρίς Στρατιωτικό Ιερέα. Δεν γνωρίζουμε τους λόγους που οδήγησαν τον Ιερέα να μην προσέλθει στη θέση του, αλλά να προσκολληθεί στο Τάγμα. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κάποια αλληλογραφία που να αποκαλύπτει τους λόγους που οδήγησαν τον Ιερέα να πράξει κάτι τέτοιο και την Υπηρεσία να εγκρίνει ή να αποδεχτεί την ενέργεια αυτή.
 
Με την τροπή όμως που πήραν τα πράγματα, το Φρουραρχείο ζητά με την αναφορά που απέστειλε στο Υπουργείο, να ανανεώσει την αντιμισθία που χορηγούσε στον Ιερέα της πόλεως, προκειμένου και πάλι να εξυπηρετεί ο ίδιος τη Φρουρά, μέχρι να τοποθετηθεί κάποιος Ιερέας Στρατιωτικός και έτσι να μην μείνουν μέχρι τότε, χωρίς Ιερέα. Το Υπουργείο, εξετάζοντας το ανωτέρω αίτημα και βρίσκοντάς το λογικό, εγκρίνει την χορήγηση του ποσού των δέκα δραχμών, στον Ιερέα Αθανάσιο Λάμπρο, όπως και στο παρελθόν, αφού ο Στρατιωτικός Ιερέας δεν πήγε εκεί, αλλά έμεινε στη Λαμία.
 
Ο Ιερέας Αθανάσιος Μπεβάρδος, στις12 Φεβρουαρίου 1854, απευθυνόμενο στο Φρουραρχείο της Ναυπλίας, αναφέρει ότι διορίστηκε στη Φρουρά αυτή, προκειμένου να εξομολογεί και να κοινωνεί τους Αξιωματικούς, Υπαξιωματικούς και Στρατιώτες, του 1ου Τάγματος της Γραμμής. Όμως από την ημέρα του διορισμού του, μέχρι εκείνη την στιγμή που κατέθετε την αναφορά του αυτή, δεν είχε λάβει καμία αντιμισθία. Έτσι ζητούσε να προωθηθεί η αναφορά του αυτή, προκειμένου να λάβει αυτό που του αναλογούσε, διότι μέχρι εκείνη την περίοδο, ότι είχε πράξει, με την αγάπη και την προθυμία που τον διέκρινε, όπως πιστεύουμε και όλους τους Ιερείς που διακονούσαν σε αυτόν τον χώρο και όχι μόνο, το έπραξε όπως ο ίδιος αναφέρει, εις βάρος των εκκλησιαστικών του καθηκόντων και της οικογενείας του.
 
Καταλαβαίνουμε από αυτά τα οποία γράφονται στη συγκεκριμένη αναφορά, ότι ο εν λόγω Ιερέας, αν και είχε διοριστεί στο στρατό, παρά ταύτα δεν είχε απαλλαγεί από τα ενοριακά του καθήκοντα. Προφανώς θα εξυπηρετούσε και τις δύο θέσεις. Όμως κάτι τέτοιο, δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, όσο καλή διάθεση και προθυμία και αν υπήρχε από την πλευρά του Ιερέως. Διαπιστώνουμε ότι τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του μέσα στο στράτευμα ήταν πάρα πολλές, με αποτέλεσμα η διακονία του αυτή, να αποβαίνει όπως ο ίδιος αναφέρει, εις βάρος της εκκλησιαστικής του διακονίας, πέραν των απολαβών που δεν είχε πάρει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
 
Το πρόβλημα που θέλουμε να εστιάσουμε μέσα από αυτό το έγγραφο, πέραν των προθέσεων και των διαθέσεων του συγκεκριμένου Ιερέως, είναι ότι η διακονία τόσο στην ενορία, όσο και στο στρατό είναι διαφορετική, όπου δεν μπορούν ούτε να ταυτιστούν, ούτε να προχωρούν ταυτόχρονα με την ίδια ταχύτητα. Η διακονία αυτή, δεν πρέπει να συγχέεται και να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο και να υπάρχουν οι ίδιες απαιτήσεις. Οι δρόμοι μπορεί να είναι παράλληλοι, αλλά με διαφορετικές προκλήσεις και προσκλήσεις, τις οποίες καλείται ο Ιερέας να τις αξιοποιεί κατά περίσταση και περίπτωση, όπου βρίσκεται, με την ευχή και ευλογία της Εκκλησίας, που τον όρισε ως ποιμένα και πατέρα της λογικής εκείνης ποίμνης, δίδοντας στο τέλος, λόγο στον Θεό για το έργο το οποίο έπραξε .
 
Είναι άλλες οι ανάγκες μιας ενορίας πολυάριθμης ή ολιγάριθμης, στην πόλη ή στο χωρίο, με ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, με μόνιμη κατοικία και άλλη στο στράτευμα, με μια ομοιομορφία ως προς την ηλικία και με βάση που μετακινείται και πρόσωπα που αλλάζουν, σε διάφορες χρονικές περιόδους. Η παρουσία του Ιερέως μέσα στο στράτευμα, δεν πρέπει να είναι περιστασιακή, διότι τα θέματα και οι προκλήσεις που αναφύονται μέσα στην καθημερινότητα, τρέχουν, αλλάζουν απότομα μορφές και κάποιες φορές μπορούν να εξελιχθούν σε καρκινώματα με ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Τα παραπάνω δεν απαιτούν πρόχειρες και περιστασιακές λύσεις, αλλά μια δυναμική παρουσία, οπλισμένη με όλα εκείνα τα εφόδια, τα οποία θα έλθουν να κάνουν την διαφορά και να προσφέρουν κάτι διαφορετικό από εκείνο που θα προσφέρει, ο διοικητής, ο γιατρός, ο αξιωματικός, ο ψυχολόγος και τόσοι άλλοι παράγοντες, που θα κληθούν να δώσουν «τα φώτα τους».
 
Δεν υποτιμούμε κανέναν. Δεν απαξιώνουμε το έργο κανενός. Όλοι χρειάζονται και όλοι είναι χρήσιμοι. Ο κάθε ένας έχει την αξία του. Το έργο του μπορεί να καταστεί πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του άλλου και την συνέχιση της προσφοράς μέσα στο γενικότερο καλό. Η συνεργασία αποτελεί την αδιάψευστη μαρτυρία και απόδειξη, ότι όλοι μαζί μπορούμε να κάνουμε πάρα πολλά, παρά ό καθένας μόνος του, αποσπασματικά και ανεξάρτητα, κάποιες φορές με αρκετή δόση εγωισμού και υπερηφάνειας. Το αποτέλεσμα όμως, μπορεί να είναι ακόμα καλύτερο, μέσα από την αγαστή συνεργασία και αρμονική συνύπαρξη όλων, που σαν κοινό σκοπό και στόχο θα έχουν να λύνουν τα προβλήματα και όχι να δημιουργούν καινούρια. Χρειάζεται να προσέχουμε να μην καταντήσουμε ένα πρόβλημα, οι ίδιοι όποιοι και αν είμαστε, όπου και αν είμαστε, δημιουργώντας σύγχυση στους γύρω μας και πολυπλοκότητα στην επικοινωνία μας.
 
Επομένως καταλαβαίνουμε, ότι η παρουσία του Ιερέως Μπεβάρδου και στην ενορία και στο στρατό ταυτόχρονα, σε συνδυασμό και με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, δεν έφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα, παρ’ όλη την καλή του διάθεση και προθυμία, βρισκόμενος ο ίδιος πάντοτε, σε έναν συνεχή αγώνα δρόμου, προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες που ανέκυπταν και να ανταποκρίνεται στο μέτρο του δυνατού και των δυνατοτήτων του, στις απαιτήσεις και των δύο. Βεβαίως δεν ευθυνόταν σε τίποτα ο συγκεκριμένος Ιερέας για την κατάσταση αυτή, αλλά οι αρμόδιοι, οι οποίοι και αυτοί με τη σειρά τους, δεν μπορούμε να πούμε ότι ευθύνονται απόλυτα, διότι όταν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα εκείνα που χρειάζονται για να καλύψουν τις λειτουργικές θέσεις, τι μπορεί να κάνει η Εκκλησία ή η πολιτεία . Τι να κάνει η Εκκλησία, όταν δεν έχει κληρικούς και πώς να τους διαθέσει προκειμένου να καλύψει τα υπάρχοντα κενά. Θα καλύψει την κενή θέση μιας ενορίας ή τη θέση στο στρατό, είναι το ερώτημα.
 
Σε ένα υποτιθέμενο ερώτημα που αποτελεί την προέκταση του προηγουμένου, που είναι αναγκαία περισσότερο η παρουσία του Ιερέως, στο στρατό ή στην ενορία, πιστεύω ότι η απάντηση δεν είναι και τόσο εύκολη και απλή. Δεν μπορούμε με ελαφρά την καρδία, να επιλέξουμε και να προτιμήσουμε τον έναν ή τον άλλο χώρο. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ανόμοιους χώρους, που όμως και στους δύο, χρειάζεται να ακούγεται Λόγος Θεού και να υπάρχει η παρουσία Του, μέσα από την παρουσία των λειτουργών Του. Δεν πρέπει να μπούμε στον πειρασμό, να υποτιμήσουμε ή να υπερτιμήσουμε τον ένα ή τον άλλο χώρο. Θα είναι πολύ άδικο από αυτόν που θα το κάνει, υπέρ του ενός ή του άλλου χώρου, που δεν γνωρίζει ή ακόμα και αν γνωρίζει τι συμβαίνει και στην ενορία, αλλά και στον στρατό. Οι προσεγγίσεις που γίνονται είναι πάρα πολύ επιφανειακές που δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα.
 
Επίσης θα είναι πολύ άδικο αν κάποιος προσπαθήσει να αξιολογήσει το έργο του Ιερέως στην ενορία, με το έργο του Ιερέως στο στρατό, με τα ίδια κριτήρια, τις ίδιες εικόνες και παραστάσεις. Όποιοι Ιερείς έχουν περάσει και από τις δύο αυτές θέσεις, καταλαβαίνουν πόσο δύσκολο είναι να επιλέξεις την μία ή την άλλη θέση. Είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κάποιος που δεν έχει ζήσει και τις δύο αυτές ποιμαντικές ευκαιρίες, τι πρέπει να κάνει, προκειμένου να υπερνικήσει και να ξεπεράσει κάποιες φορές, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, μπροστά σε αυτό που του ζητείται να μαρτυρήσει και να αποκαλύψει ως την μοναδικότητα και αληθινότητα της πίστεώς μας, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει τι αγώνες δύνονται μέσα στο στράτευμα ή στην ενορία, από τον Ιερέα, που αποτελεί μονάδα, σε ένα ευρύτερο σύνολο, που καλείται να πράξει έργο Θεού, κάτω από αντίξοες συνθήκες και κάτω από γεγονότα που χρειάζονται ειδικό χειρισμό και αρκετές φορές και με μια πολεμική διάθεση, που όμως δεν ανακόπτει τον δυναμισμό του κλήρου, που ξέρει να διακονεί και στα εύκολα, αλλά και στα δύσκολα.
 
Όλα τα ανωτέρω δεν γράφονται για να υπερτονίσουμε το έργο του Στρατιωτικού Ιερέως, αλλά να καταθέσουμε μια κατάσταση ποιμαντικής προσφοράς, με ανεκτίμητες προεκτάσεις και συνέχεια, μέσα στην ενοριακή ζωή, που και ο ένας χώρος, αλλά και ο άλλος, έχει να δώσει και να πάρει και μέσα από αυτήν την αλληλοπροσφορά, να απολαύσουμε όλοι την επιτυχία του πνευματικού μας κόπου. Η επιτυχία αυτή, που είναι αποτέλεσμα πολλής προσευχής, μεγάλης πίστεως και εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Θεού, πολλών αγώνων και θυσιών, αποκαλύπτεται μέσα από πρόσωπα, που αποτελούν τους κρίκους που είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους, δημιουργώντας μια αλυσίδα και αυτή η αλυσίδα οδηγεί στο Θεό, οδηγεί τα παιδιά Του, στην αγκαλιά Του και στην απόλαυση των αγαθών Του.
 
Η αναφορά του Ιερέως Αθανασίου, διαβιβάστηκε αρμοδίως προς το Υπουργείο, το οποίο με τη σειρά του, στις 24 Φεβρουαρίου 1854, διατάσει το Φρουραρχείο της Ναυπλίας να δώσει στον εν λόγω Ιερέα, το ποσό των είκοσι δραχμών, ως αντιμισθία για την παρασχόμενη υπηρεσία του και να καταλογισθεί το ποσό αυτό στα έξοδα της φρουράς, επισημαίνοντας και το ανάλογο κεφάλαιο. Η επιθυμητή προέκταση αυτού του εγγράφου, μετά από όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω, θα ήταν η τοποθέτηση και κάποιου άλλου Ιερέως στο στράτευμα ή η απαλλαγή του εν λόγω Ιερέως από τα ενοριακά του καθήκοντα.

Συνεχίζεται {60}