(1854 -1860 Ι ΄ ΜΕΡΟΣ)
 
Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
 
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας
Η πορεία και η προσφορά των Στρατιωτικών Ιερέων μέσα στο χρόνο συνεχίζεται. Οι Στρατιωτικοί Ιερείς παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που εμφανίζονταν στο έργο τους, συνέχιζαν με ορμή και πάθος, την δυναμική τους παρουσία, μέσα σε έναν κόσμο, που καλείτο όπως και στο παρελθόν, έτσι και στο μέλλον, να δίνει το στίγμα της μαρτυρίας και της παρουσίας του Θεού. Το έργο δύσκολο, οι πειρασμοί πολλοί, οι προκλήσεις περισσότερες, όμως η πίστη σε αυτό το οποίο έκαναν και αγαπούσαν, αφού οικειοθελώς το επέλεξαν, τους έδινε τη δύναμη να συνεχίζουν τον ιερό τους αγώνα και να προχωρούν, χωρίς να σταματούν.
 
Και στη σημερινή μας παρουσίαση θα ξεκινήσουμε με ένα φύλλο μητρώου που αποστέλλει η 6η Μοίρα Πεζικού της Γραμμής, προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 13 Ιανουαρίου 1855 και αφορά τον Ιερέα Παναγιώτη Πλατύκα. Μέσα από το Μητρώο αυτό, που αποστέλλει η Μοίρα και έχει αριθμό 2066, πληροφορούμαστε ότι ο εν λόγω Ιερέας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1800. Ήταν 54 ετών, έγγαμος Ιερέας και Έξαρχος, τίτλος που του είχε απονεμηθεί προφανώς από την Εκκλησία. Είχε επτά παιδιά. Είχε λάβει μέρος «εις τον ιερόν αγώνα», πέντε χρόνια. Παρευρέθηκε σε δύο εκστρατείες και στην πολιορκία του Μεσολογγίου, από 29 Μαΐου 1821 έως 14 Φεβρουαρίου 1826. Συνολικά έτη που υπηρέτησε δέκα.
 
Έτσι και ο Ιερέας Πλατύκας, ανέλαβε την διακονία του και πλέον εντάχθηκε επίσημα στη δύναμη της Μοίρας, η οποία τον θεωρούσε και τον αντιμετώπιζε ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της, άρρηκτα συνδεδεμένο με τους υπολοίπους, με ένα έργο αρκετά υψηλό και υπεύθυνο, διαφορετικό φυσικά από αυτό το οποίο επιτελούσαν οι υπόλοιποι. Ένα νέο πρόσωπο, καλείτο πλέον να αγκαλιάσει και να αγκαλιαστεί από όλους, να προσφέρει σε όλους και να λάβει από όλους αγάπη, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό τους, απέναντι αυτού που εκπροσωπούσε και πρέσβευε με την παρουσία του. Το έργο αυτό δεν ήταν και δεν είναι καθόλου εύκολο. Χρειάζεται και προσευχή, αλλά και πολύ προσοχή, με επιδέξιους και διακριτικούς χειρισμούς κάθε φορά διαφορετικούς, ανάλογα τα πρόσωπα και τις περιστάσεις.
 
Το να αγαπήσεις όλο το ποίμνιό σου, χωρίς διακρίσεις, προτιμήσεις και εξαιρέσεις, αποτελεί ένα κατόρθωμα προσωπικό, όπου χρειάζεται να βάλεις στην άκρη τις ανθρώπινες μικρότητες, τα πάθη και τους εγωισμούς. Είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αγωνιστείς ο ίδιος, προκειμένου να σταθείς ψηλά και από εκεί να προχωράς όχι μόνος, όχι με υπερηφάνεια, αλλά κοιτάζοντας χαμηλά, γνωρίζοντας ότι από χαμηλά θα φτάσεις ψηλά και εκεί πάλι όχι μόνος, αλλά με όλους, θα φτάσεις τον Θεό, τον Οποίο κηρύττεις τους ανθρώπους. Το να σε αγαπήσουν όμως όλοι αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο, διότι δεν εξαρτάται από εσένα μόνο. Δεν εξαρτάται μόνο από τον κληρικό. Έχουμε πολλά παραδείγματα, όπου έχουμε αγίους κληρικούς, αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστράφηκαν, συνεργάστηκαν, ήταν πολύ σκληροί, δύσκολοι και τους δημιουργούσαν πολλά προβλήματα. Παρά ταύτα δεν λύγισαν, δεν υπέκυψαν, δεν τα παράτησαν. Συνέχισαν τον αγώνα τους μέχρι το τέλος και στο τέλος καταξιώθηκαν, μέσα από τον άγιο αγώνα τους.
 
Ότι έκαναν δεν το έκαναν για τον εαυτό τους. Δεν το έκαναν για την προσωπική τους προβολή και δόξα. Δεν περίμεναν κάποια καταξίωση. Ζητούσαν την αφάνεια. Ήθελαν τη σιωπή. Αρνούνταν τους επαίνους. Ήσυχα και αθόρυβα έδιναν την μαρτυρία τους και προχωρούσαν χωρίς να σταματούν, αλλά μόνο να δοξάζουν τον Θεό και ο Θεός τους ευλογούσε, τους στήριζε και τους ενδυνάμωνε και αυξανόταν πολλές φορές μέσα από τον πόλεμο, μέσα από την άρνηση, μέσα από την αμφισβήτηση, η χάρις του Θεού, που στο τέλος νικούσε και επικρατούσε.
 
Ο Ιερομόναχος Νικηφόρος Μωραΐτάκης, στις 11 Απριλίου 1855, κατέθεσε αναφορά προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με την οποία ζητούσε να διοριστεί ως Στρατιωτικός Ιερέας. Στην αναφορά του αυτή έκανε λόγο, ότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον «υπέρ της ανεξαρτησίας ιερόν αγώνα» και η μητέρα του είχε μείνει χήρα δεκαέξι χρόνια. Η αναφορά αυτή πρέπει να προωθήθηκε από το Στρατιωτικών, στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, αν όχι αυθημερόν, την επομένη και αυτό με τη σειρά του να την απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο την ίδια ημέρα, διότι στις 18 Απριλίου 1855, αποστέλλει έγγραφο το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, με το οποίο ενημερώνει ότι η Ιερά Σύνοδος ενέκρινε τον διορισμό του εν λόγω Ιερέως.
 
Μέσα σε τέσσερις ημέρες, το θέμα του διορισμού ολοκληρώθηκε και ένα νέο πλέον πρόσωπο, έρχεται να προστεθεί στο Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων, δίδοντας και αυτός με τη σειρά του, το δικό του παρόν και τη δική του μαρτυρία, όχι ως ένας ανεξάρτητος και απομονωμένος κρίκος, αλλά ένας κρίκος που έχει την αναφορά του μέσα στην Εκκλησία, ζώντας την ζωή της Εκκλησίας και παίρνοντας τη δύναμη και τα εφόδια εκείνα που χρειαζόταν για το έργο του, μέσα από την μυστηριακή και λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
 
Μετά την έγκριση της Ιεράς Συνόδου για τον Ιερομόναχο για την ένταξή του στις τάξεις του στρατού, ακολουθεί Βασιλικό Διάταγμα, με ημερομηνία 22 Απριλίου 1855, με το οποίο επαναδιορίζεται ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Σολίτης, ως Ιερέας Β΄ Τάξεως στην Α΄ Μοίρα Πεζικού και διορίζεται ο Ιερομόναχος Νικηφόρος Μωραΐτάκης Ιερέας Β΄ Τάξεως, στην Μοίρα Ιππικού.
 
Μετά την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος, το Υπουργείο αποστέλλει αυθημερόν στο Φρουραρχείο των Αθηνών έγγραφο, με το οποίο τους γνωστοποιούν την απόφαση του Βασιλέως και τους καλούν να κοινοποιήσουν την απόφαση αυτή, στον διαμένοντα στην Αθήνα, Αρχιμ. Σολίτη, προκειμένου να μεταβεί στο Ναύπλιο και να αναλάβει την υπηρεσία του.
 
Κάτι παρόμοιο πρέπει να έγινε και με τον Ιερομόναχο Νικηφόρο, ο οποίος άμεσα, πρέπει να ενημερώθηκε και να παρουσιάσθηκε στη θέση του, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, διότι το Υπουργείο των Στρατιωτικών με έγγραφό του, προς το Εκκλησιαστικών, στις 25 Απριλίου 1855, αναφέρει ότι ο εν λόγω κληρικός ενημερώθηκε τα σχετικά με τον διορισμό του και παρακαλεί το Υπουργείο, να ενημερώσει την Ιερά Σύνοδο, ότι ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονταν για τον ενδιαφερόμενο κληρικό.
 
Στις 28 Απριλίου 1855, η Μοίρα του Ιππικού, που διορίστηκε ο Νικηφόρος, αποστέλλει στο Υπουργείο, το πρακτικό της ορκωμοσίας του, το οποίο υπογράφουν τα έξι μέλη της επιτροπής, ο Ιερέας που τέλεσε την Ακολουθία και όρκισε τον κληρικό, ο ορκισθείς και στο τέλος το πρακτικό αυτό θεωρήθηκε από τον Διοικητή της Μοίρας, όπου και υπογράφει. Ο όρκος ο οποίος αναγράφεται στο πρακτικό και τον οποίο απήγγειλε ο νέος Στρατιωτικός Ιερέας, δεν διαφέρει και πολύ από τον όρκο που δίνουμε εμείς σήμερα. Έχει κάποιες μικρές παραλλαγές με βάση τα χαρακτηριστικά του πολιτεύματος της εποχής εκείνης, αλλά ο κορμός και η βάση αυτού του όρκου, είναι η ίδια. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε την διαχρονικότητα που έχουν πολλά πράγματα μέσα στην παράδοσή μας, την ιστορία, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά μας, που καλούμαστε να τα διαφυλάττουμε και να τα προστατεύουμε, για να μας φυλλάτουν και να μας προστατεύουν και αυτά, όταν κινδυνεύουμε να αλλοιωθούμε και να χάσουμε την ταυτότητά μας.
 
Ο όρκος τον οποίο έδωσε ο Μωραΐτακης ήταν ο εξής ꞉ «Ομνύω επί τη ιεροσύνη μου πίστην εις τον Βασιλέα υπακοήν εις το Σύνταγμα υποταγήν εις τους ανωτέρους μου να εκτελώ προθύμως και άνευ αντιλογίας τας διαταγάς των να υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου τας σημαίας να μην τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’ αυτών να φυλλάτω δε τους στρατιωτικούς νόμους και να διάγω εν γένει ως πιστός και φιλότιμος Στρατιωτικός Ιερεύς. Βεβαιώνω ότι ορκισθέν ιδιοχείρως». Στο τέλος του όρκου ακολουθεί η υπογραφή του και οι λοιπές υπογραφές που αναφέραμε παραπάνω.
 
Έτσι με την τελετή της ορκωμοσίας, ο Ιερομόναχος πλέον είναι Ιερέας του Στρατού, Β΄ Τάξεως και καλείται να αναλάβει την εκκλησιαστική του διακονία, σε συνάρτηση με την εφαρμογή των στρατιωτικών νόμων, διατάξεων και κανονισμών, δίνοντας το παράδειγμα ενός πιστού και φιλότιμου στρατιώτου, που όμως έχει και την ιδιότητα του κληρικού και αυτό τον κάνει να είναι ακόμα περισσότερο πιο προσεκτικός, καθαρός, υπεύθυνος και ακριβής, σε ότι λέει και κάνει, προκειμένου να υπάρχει συνέπεια λόγων και πράξεων. Τα λόγια του πρέπει να συμβαδίζουν με τις πράξεις του και οι πράξεις του να είναι αποτέλεσμα των λόγων του, αφού τα λόγια του δεν θα πρέπει να είναι ξύλινα και τυποποιημένα, αλλά καθάρια, αληθινά και πάνω από όλα καρδιακά, μέσα από την αγάπη και την πίστη του στο Θεό.
 

Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών του διορισμού του Ιερομονάχου Νικηφόρου, που πρέπει να ομολογήσουμε ότι έγινε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις δεκαεπτά ημερών από την κατάθεση της αναφοράς του με την οποία ζητούσε να προσληφθεί και είναι η πρώτη φορά μέχρι σήμερα που συνέβηκε κάτι τέτοιο, έρχεται μια νέα αναφορά, από έναν άλλο κληρικό, στις 29 Απριλίου 1855, ονόματι Γεώργιο, με την οποία ζητά να προσληφθεί και αυτός στο στρατό. Λαμβάνοντας την αναφορά αυτή το Υπουργείο, διαβάζουμε τα σχόλια τα οποία έγραψε ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου, ότι δεν υπήρχε χηρεύουσα θέση και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να διοριστεί. Αυτή την απόφαση του Υπουργείου, στις 3 Μαΐου 1855, την κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο κληρικό το Φρουραρχείο των Αθηνών. Πάντως στις 9 Μαΐου 1855, η αναφορά αυτή τέθηκε όπως και άλλες στο παρελθόν, στο αρχείο.

Συνεχίζεται {70}