(1854 -1860 Η΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Η έρευνα μας στα έγγραφα που υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς, μέχρι σήμερα μας έχουν δείξει, ότι έχουμε να κάνουμε με πρόσωπα, τα οποία προσέφεραν πάρα πολλά σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, συνεχίζοντας όμως την προσφορά τους, χωρίς να σταματούν και σε εκείνα επίσης τα δύσκολα χρόνια, που το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του και να ορθοποδήσει, ξεπερνώντας τις δυσκολίες του παρελθόντος και αντιμετωπίζο- ντας το παρόν, μέσα στην προοπτική του μέλλοντος.

Οι προκλήσεις, όπως γνωρίζουμε μέσα από την ιστορία μας, εάν και εφ’ όσον την διαβάζουμε και την γνωρίζουμε και δεν θέλουμε να την διαστρεβλώνουμε και να την παρουσιάζουμε κομμένη και ραμμένη στα δικά μας μέτρα, τις δικές μας απαιτήσεις, τις δικές μας ιδεολογίες και πεποιθήσεις, ήταν πάρα πολλές και έπρεπε οι έχοντες τα πρώτα, οι ηγέτες, θρησκευτικοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να δώσουν το μήνυμα εκείνο της ενότητας και της ταυτότητας του Έλληνα, που ήταν, είναι και θα είναι πάντα Ορθόδοξο.

Οι Στρατιωτικοί Ιερείς εντασσόμενοι μέσα στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, είχαν διπλό έργο, καθήκον και αποστολή. Το έργο τους ήταν καθαρά πνευματικό, αλλά ήταν και εθνικό. Οι ίδιοι ήταν κληρικοί της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχοντας κανονική χειροτονία και έχοντας την Αποστολική διαδοχή, που τους καθιστούσε λειτουργούς των Μυστηρίων του Θεού. Στο παρελθόν σε εκείνους τους δύσκολους χρόνους της σκλαβιάς, πέρα από τη λειτουργία που τελούσαν στην Εκκλησία, τελούσαν και μια άλλη λειτουργία, μέσα στα πεδία των μαχών, κρατώντας μαζί με το Σταυρό και το όπλο, προκειμένου να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια της φυλής μας.

Πήγαιναν μπροστά κρατώντας την σημαία της πίστεως και της πατρίδας. Πήγαιναν μπροστά, ώστε να ανοίγει ο Θεός τον δρόμο τους και να ευλογεί τις προσπάθειές των, προκειμένου να απελευθερώσουν αυτή την δυστυχισμένη πατρίδα, που είχε ποτιστεί με τόσο αίμα, αλλά και με δάκρυα. Το αίμα όλων εκείνων των αθώων ανθρώπων των προγόνων μας, των αγωνιστών, των νεομαρτύρων, μαρτυρούσε την αληθινότητα του αγώνα των Ελλήνων, αλλά και την εμμονή τους σε αυτόν, κρατώντας ζωντανή την πίστη τους στην Ανάσταση.

Αυτή την Ανάσταση του έθνους κήρυτταν οι δάσκαλοι, οι αγωνιστές, οι παπάδες και οι δεσποτάδες και όλοι εκείνοι οι ανώνυμοι και επώνυμοι πρόγονοί μας, που εργάζονταν νυχθημερόν, με μόνο σκοπό και στόχο, την ελευθερία. Αυτός ο στόχος έδινε νόημα και πνοή, σε όλους εκείνους που έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής ένα όνειρο, όχι απραγματοποίητο ή ψεύτικο, αλλά ζωντανό και μοναδικό, μα πάνω από όλα αληθινό. Αυτή την Ανάσταση δίδασκαν στα κρυφά σχολεία οι καλόγεροι. Αυτή την Ανάσταση προετοίμαζαν και κατάστρωναν σχέδια στα μοναστήρια, κρυφά και με κίνδυνο της ζωής των, κάτω από το άγρυπνο μάτι του κατακτητή. Αυτή η Ανάσταση ήταν που κράτησε το γένος μας, σε κάθε δύσκολη στιγμή και περίσταση, όρθιο και στα πόδια του, καταφέρνοντας όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά να γράψει καινούριες λαμπρές σελίδες δόξας και ηρωισμού.

Οι Στρατιωτικοί Ιερείς της περιόδου εκείνης, ως αγωνιστές οι ίδιοι, αλλά και ως άξιοι συνεχιστές της προσφοράς του Αθανασίου Διάκου, του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Σαλώνων Ησαïου, του Λαρίσης Διονυσίου, του Παπαφλέσσα, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού του Γρηγορίου του Ε΄ και τόσων άλλων, καλούνταν να μεταδίδουν στους νέους μας, την δυναμική της πατρίδας, μέσα από την δύναμη και την παρουσία του Σταυρού. Οι ίδιοι όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα έγγραφα που έχουμε παρουσιάσει και άλλα που σιγά-σιγά θα τα δούμε μέσα από την έρευνα μας αυτή, δεν ήταν μια τυπική φιγούρα, που απλώς κάλυπτε μια οργανική θέση, που είχε θεσπιστεί από τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας μας, τον Ιωάννη Καποδίστρια. Η παρουσία τους ήταν επιβεβλημένη και αναγκαία, γι’ αυτό και τα αιτήματα που έφταναν στο Υπουργείο των Στρατιωτικών για να τοποθετήσει κάποιον Ιερέα δεν είχαν τελειωμό. Τα αιτήματα αυτά ήταν αιτήματα ζωής, παράδοσης, πίστεως.

Οι Ιερείς αυτοί και κατ’ επέκταση σήμερα και εμείς, έφεραν μια βαριά κληρονομιά στους ώμους τους, που τους καλούσε να την σεβαστούν, να την προβάλλουν, να την διδάσκουν και με το παράδειγμα τους. Καλούνταν να την επεκτείνουν μέσα στο δικό τους παρόν, με νέες ποιμαντικές μεθόδους, προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της κάθε εποχής, που ζητούσε τη σύνδεσή του με το παρελθόν. Το έργο τους ήταν πάρα πολύ δύσκολο και χρειαζόταν λεπτούς χειρισμούς, αρκετές φορές, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα λάθη, δεν έλειψαν ποτέ και δεν θα λείψουν. Αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για να μην αναγνωρίσουμε σήμερα το έργο και την προσφορά τους. Δεν μπορούμε να μένουμε στο λάθος. Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μας και τα αυτιά μας, όπου μας συμφέρει και να λέμε ότι μας συμφέρει και μας βολεύει. Δεν μπορούμε να αποκρύπτουμε την αλήθεια εξαιτίας κάποιων λαθών. Η μειοψηφία δεν καθορίζει την πλειοψηφία άλλωστε.

Σε μια εποχή σαν την δική μας, που η ενημέρωση, αλλά και η παραπληροφόρηση τρέχουν ταυτόχρονα, με ιλιγγιώδη ταχύτητα και σήμερα πουλάει όχι η αλήθεια, αλλά ότι γαργαλάει τα μάτια μας, τα αυτιά μας, την περιέργεια μας, οφείλουμε όχι να διαφημίσουμε, αλλά να παρουσιάσουμε αυτή την προσφορά που έχει βάση, που έχει υπόβαθρό, που έχει μέσα της λεβεντιά και καθαρότητα λόγου και κινήσεων, που χαρακτηρίζεται από πίστη σε αξίες, ιδανικά, θεσμούς και παραδόσεις. Χρειάζεται επιτέλους να μιλήσουμε και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πρέπει να πάψουμε να φοβόμαστε, μην μας πουν γραφικούς ή μας προσάψουν κάποιον χαρακτηρισμό από αυτούς που δίνουν σε όσους προσπαθούν να πουν τα πράγματα όπως είναι και να τα βάλουν στη θέση τους.

Χρειάζεται αυτή η παρουσίαση αυτών των ανθρώπων που αγάπησαν, πόνεσαν, αλλά και μάτωσαν για αυτή την χώρα, για να μπορούμε εμείς σήμερα να είμαστε ελεύθεροι και να λέμε ελευθέρα ότι θέλουμε, να γίνει, να κοινοποιηθεί και να διαφημιστεί, όχι για να πάρουν επαίνους και βραβεία, ούτε για να τους στήσουμε ανδριάντες, αλλά για να τους τοποθετήσουμε απέναντι κάποιων σύγχρονων ανθρώπων, που κρατούν θέσεις, που κρίνουν την τύχη και την πορεία του λαού μας και να τους συγκρίνουμε. Δεν έχουν ανάγκη σύγκρισης. Εμείς έχουμε ανάγκη και πρέπει να σταθούμε απέναντι αυτών, για να δούμε τι οφείλουμε στη σύγχρονη κοινωνία. Εμείς έχουμε ανάγκη να εμπνευστούμε από αυτά τα πρόσωπα, που ο χρόνος δεν σβήνει, δεν μπορεί να σβήσει την προσφορά και την θυσία τους, όσο και αν κάποιοι καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες για να το πετύχουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εμείς οι άνθρωποι γρήγορα ξεχνάμε και πολύ εύκολα γινόμαστε αχάριστοι, απέναντι των ανθρώπων εκείνων που μας ευεργέτησαν.

Αν τους συγκρίνουμε, αν δεχτούν φυσικά να μπουν στην διαδικασία της συγκρίσεως, θα απογοητευτούμε πολύ, ενώ οι ίδιοι αν έχουν φιλότιμο, θα πρέπει να αναθεωρήσουν τις σκέψεις και τις απόψεις τους, σε πολλά θέματα, ζητώντας το λιγότερο ένα συγνώμη. Μέσα από τη σύγκριση θα δούμε την ρηχότητα των λόγων τους και την κενοδοξία των κινήσεών τους. Δεν θα βρούμε να σκουπίσουμε τα κορκοδίλεια δάκρυά τους, γιατί ούτε αυτά διαθέτουν, μέσα από την αδιαφορία και την σκληρότητα, που πολλές φορές τους διακρίνει. Εάν τους πούμε να μας δείξουν τι έκαναν, τι κάνουν ή τι θα κάνουν, για να ανακουφίσουν αυτόν το ταλαιπωρημένο ελληνικό λαό, που κλαίει και ιδρώνει καθημερινά, μέσα από τις αντιξοότητες αυτής της σκληρής πραγματικότητας, θα αρχίσουν να μας αραδιάζουν λόγια χωρίς ουσία και περιεχόμενο, μέσα στην αοριστία και γενικολογία που τους χαρακτηρίζει.

Επομένως αυτό που χρειάζεται να δούμε, επειδή πολύς λόγος γίνεται αυτές τις ημέρες για την ταυτότητα του λαού μας και τις ρίζες του, είναι ότι δεν μπορούμε να βλέπουμε το παρόν, χωρίς το παρελθόν, μέσα στην προοπτική του μέλλοντος. Δεν μπορούμε να επιβάλλουμε τις απόψεις και τις πεποιθήσεις μας, που συγκρούονται με την ιστορία, την πίστη και τον πολιτισμό μας. Κάποιοι χαράζουν το παρόν, με βάση την προοπτική που τους αρέσει, χωρίς να τους ενδιαφέρει το παρελθόν. Αυτό ας το κρατήσουν για τον εαυτό τους και να μην μας το σερβίρουν, γιατί εμείς δεν θα το πάρουμε. Κάποιοι άλλοι οραματίζονται κάτι καινούριο με βάση τα πρότυπα της Δύσεως. Κάποιοι άλλοι νοσταλγούν καταστάσεις, συστήματα και ιδεολογίες, που απέτυχαν σε άλλους λαούς και έθνη και μας τα πασάρουν ετεροχρονισμένα, φθαρμένα και παραμορφωμένα, τι στιγμή που εμείς έχουμε κάτι πολύ ανώτερο αποδεδειγμένα, διαχρονικό και αιώνιο, από αυτό που μας πουλάνε, γιατί μας το πουλάνε τελικά και δεν μας το χαρίζουν, όπως νομίζουμε και εμείς το αγοράζουμε πολύ ακριβά, χωρίς βεβαίως να έχει καμία αξία, όπως το διαπιστώνουμε στην πορεία, αλλά είναι αργά.

Οι πρόγονοί μας πέθαναν φτωχοί, αλλά πλούσιοι στο πνεύμα. Πέθαναν ελεύθεροι και το σώμα τους αναπαύεται σε μια ελεύθερη χώρα, που ποτέ δεν υποδουλώθηκε στο πνεύμα. Πέθαναν και τους έθαψαν απλά, ταπεινά, ήσυχα και αθόρυβα, όπως απλή, ήσυχη και αθόρυβη ήταν η ζωή τους και η προσφορά τους. Βλέποντας δόξες, τιμές, επαίνους και τυμπανοκρουσίες, άλλαζαν δρόμο, για να μην χάσουν τον προσανατολισμό τους, προς την αλήθεια και την καθαρότητα. Αυτό χρειάζεται να κάνουμε και εμείς σήμερα. Να μιμηθούμε τους προγόνους μας, ο καθένας από όποια θέση και αν βρίσκεται.

Οι ηγέτες να εμπνευστούν από τους καθαρούς κυβερνήτες που έδωσαν τα πάντα για να ανορθώσουν την χώρα μας. Οι δάσκαλοι, να μιμηθούν τους διδασκάλους του γένους, που ανάλωσαν τον εαυτό τους στην παιδεία και στην μόρφωση των Ελλήνων, ώστε μέσα από τη γνώση να διατηρήσουν την ελευθερία του πνεύματος. Οι δικαστικοί διδασκόμενοι από τους προκατόχους τους να παραδειγματιστούν, ώστε η απόδοση της δικαιοσύνης να οδηγεί όλων τα βήματα στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη επιβραβεύοντας αυτόν που αγωνίζεται τίμια και ευσυνείδητα και τιμωρώντας, αλλά νουθετώντας παράλληλα και αυτόν που υπονομεύει την δικαιοσύνη και την αξιοκρατία, οδηγώντας και αυτού τα βήματα προς τον δρόμο τον σωστό.

Οι στρατιωτικοί, από την δική τους πλευρά, βλέποντας τους ήρωες και αγωνιστές μας, με την ευσυνειδησία, τον επαγγελματισμό, την συνέπεια και την υπευθυνότητα, που τους χαρακτηρίζει, να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την διαφύλαξη των συνόρων, την επικράτηση της ειρήνης στο χώρο μας και με τους γείτονές μας, αλλά να διατηρήσουν και να αγωνιστούν και για το προνόμιο το οποίο έχουν, να αποτελούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας, τον θεματοφύλακα των αξιών, των θεσμών, των παραδόσεων και της πίστεώς μας.

Τέλος η Εκκλησία με τους λειτουργούς Της, καλείται έχοντας ως πρότυπο τον Δεσπότη Χριστό, που πρώτος οδηγήθηκε στο Πάθος και στο Σταυρό και ακολούθησαν το δρόμο της μαρτυρίας και της προσφοράς, οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές, οι Όσιοι, οι Ασκητές, οι Νεομάρτυρες και όλος εκείνος ο χορός των Ιερέων, που μέσα στο διάβα των αιώνων, προσέφερε την αναίμακτο θυσία, αλλά και την θυσία του εαυτού του, αναλισκόμενος για το ποίμνιο του, για το λαό του Θεού, να φανεί αντάξια των προσδοκιών και απαιτήσεων του σύγχρονου κόσμου, που ζητά ένα αποκούμπι να στηριχθεί, μέσα σε έναν κόσμο που τον έχει προδώσει.

Μέσα σε ένα κόσμο διαφθοράς, πλεκτάνης, επιφανειακών και υπαλληλικών σχέσεων, έρχεται ο κόσμος, ο απλός λαός, με την εμπιστοσύνη που δείχνει στον κλήρο και γενικότερα στην Εκκλησία, να μας επισημάνει ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία που μας δίνεται και να μιλήσουμε αληθινά και να στραφούμε με ανοιχτά μυαλά και ανοικτούς ορίζοντες προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να ανακαλύψουμε και την τελευταία ψυχή που διψά και θέλει να πιεί νερό, από την καθαρή και κρυστάλλινη πηγή της Ορθοδοξίας. Δεν πρέπει να χάσουμε αυτή την ευκαιρία. Δεν πρέπει να χάσουμε κανέναν. Χρειάζεται ο λόγος μας να έχει μια συνέχεια, μέσα από την ιστορία της πίστεώς μας. Δεν πρέπει να είναι ξύλινος και προσποιητός, με πολλά ρητορικά τερτίπια και υποκριτική μαεστρία.

Αυτό που χρειάζεται είναι λίγα λόγια, πολλά έργα. Πολύ δουλειά, πολύ προσευχή, καθόλου εφησυχασμός. «Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός», όπως λέει ο ψαλμωδός, καλούμαστε να δίνουμε το παρόν, για να προλαβαίνουμε και να είμαστε πάντα πρώτοι, αντιμετωπίζοντας έγκαιρα τις καταστάσεις εκείνες, που θέλουν να μας πιάσουν απροετοίμαστους και να μας αιφνιδιάσουν. Είμαστε πάντα επί των επάλξεων της πίστεως. Δεν μας φοβίζουν τα δύσκολα. Είμαστε για τα δύσκολα. Είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τα πάντα, προκειμένου η θυσία και η προσφορά των παλαιοτέρων, να συνεχιστεί με την ίδια συνέπεια μέσα στο παρόν.

Όλα τα παραπάνω, δεν αποτελούν λόγια, λόγια παχιά, με κορόνες και υπερβολές. Δεν είναι λόγια διακοσμημένα με πολλά «θα», που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Προσπαθούμε τα λόγια μας όπως είπαμε παραπάνω, να είναι λίγα και να έχουμε πολλά έργα. Αυτή είναι και η προσευχή μας προς τον Οικτίρμονα Θεό. Να μας δίνει τη δύναμη να εργαζόμαστε τον αγώνα τον καλό, για να δίνουμε την καλή ομολογία και μαρτυρία, μέσα στον κόσμο μας. Να δίνουμε την μαρτυρία της Αγίας μας Ορθοδοξίας. Να μιλούμε Ορθόδοξα και αληθινά, μέσα από τη σοφία των Πατέρων και την δυναμική των Αγίων.

Παρακαλούμε τον Θεό, με τις πρεσβείες των Αγίων Του, να μας χαριτώνει και να μας καθιστά άξιους συνεχιστές αυτής της χορείας όλων εκείνων των προσώπων, που μας παρέδωσαν μια Εκκλησία δυναμική, ζωντανή, αληθινή. Μια Εκκλησία που θέλει ζωντανούς και καθαρούς ανθρώπους. Μια Εκκλησία που αγωνίζεται να δώσει φως, ζωντάνια, ελπίδα και πρόοδο, σε κάθε άνθρωπο που επιθυμεί την πρόοδο εκείνη, που δεν τον δεσμεύει, αλλά τον οδηγεί στην πραγματική πρόοδο που συνδέεται και με την ψυχική πρόοδο και επιτυχία.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ταπεινή κατάθεση ψυχής, απέναντι όλων εκείνων των ανθρώπων που με μια επιπολαιότητα και ανευθυνότητα, αντιμετωπίζουν την σημερινή δύσκολη ελληνική πραγματικότητα, δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από αυτά που έχουμε, χωρίς να βοηθούν να βγούμε από τις οποιεσδήποτε μορφές κρίσεως που αντιμετωπίζουμε και μας κρατούν δεμένους σε συμφέροντα και σκοτεινούς σκοπούς, εχθρών της πίστεως και της πατρίδας μας. Όλες οι παραπάνω σκέψεις εξάγονται, μέσα από τα έγγραφα μιας συγκεκριμένης περιόδου που παρουσιάζουμε τώρα και στη συνέχεια, προχωρώντας φτάνοντας με τη βοήθεια του Θεού μέχρι τις ημέρες μας και αφορούν τους Στρατιωτικούς Ιερείς.

Αυτές οι σκέψεις με βοηθούν στο έργο και στην αποστολή μου, αλλά μου υπενθυμίζουν ότι ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ και όταν νομίζουμε ότι τελείωσε να είμαστε έτοιμοι να ξαναρχίσουμε, γιατί κάτι καινούριο θα εμφανιστεί. Ο «Δούρειος Ίππος» που θα κάνει την εμφάνισή του στη ζωή, στο έργο και στην αποστολή μας, δεν πρέπει να μας πλανέψει, δεν πρέπει να μας ξεγελάσει, αλλά θα πρέπει να μας βρει έτοιμους να τον απομακρύνουμε από τα τείχη μας, προστατεύοντας την πόλη μας, προστατεύοντας «εαυτούς και αλλήλους» εναποθέτοντας την ζωή μας «Χριστώ τω Θεώ» .

Συνεχίζεται {68}