(1854 -1860 Ε΄ ΜΕΡΟΣ)
 
Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας
 
 
Στη σημερινή μας παρουσίαση ξεκινούμε με ένα έγγραφο του Α΄ Τμήματος του Υπουργείου των Στρατιωτικών, το οποίο αποστέλλει στις 4 Οκτωβρίου 1854, στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και με το οποίο ζητά να διαβιβάσει προς την Ιερά Σύνοδο, το φάκελο του Ιερέως Κυριάκου Κουμελαίου, σχετικά με το αν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα και πληροί τις προϋποθέσεις, για να διοριστεί Ιερέας στο Στρατό.
 
Στο Δ΄ μέρος των παρουσιάσεών μας, είχαμε συναντήσει δύο αναφορές, δύο κληρικών, που ζητούσαν να προσληφθούν στο Στρατό ως Στρατιωτικοί Ιερείς. Οι αναφορές τους τέθηκαν εξ’ αρχής στο αρχείο, χωρίς να υπάρχουν κάποια σχόλια για την κίνηση αυτή. Μετά από δύο μήνες, τον Οκτώβριο συναντήσαμε την ανωτέρω αναφορά, η οποία προωθήθηκε άμεσα μέσω του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, προς την Ιερά Σύνοδο. Δεν γνωρίζουμε τι θα αποφανθεί η Σύνοδος, εξετάζοντας το θέμα. Το σίγουρο είναι ότι ο Ιερέας Κουμελαίος, είχε περισσότερες πιθανότητες για να προσληφθεί, αφού τον τελευταίο λόγο τον είχε το ανώτατο Εκκλησιαστικό όργανο, που όριζε με τις τοποθετήσεις του, την πρόσληψη των Ιερέων.
 
Στη συνέχεια ο Ιερέας Πανταζής Παπαγγελίδης, αποστέλλει την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 4 Οκτωβρίου 1854, αναφορά, στην οποία αναφέρει ότι ήταν ένας ηλικιωμένος αγωνιστής, γέννημα θρέμμα της Ναυπάκτου και εξαιτίας των γηρατειών του και : «παντελώς ακτημονικής καταστάσεως μου»,δεν μπορεί να ανταπεξέρχεται στις ανάγκες τις προσωπικές, αλλά και της οικογενείας του. Στη συνέχεια της αναφοράς του σημειώνει, ότι η Κυβέρνηση από την αρχή εκτίμησε τους αγώνες και τις θυσίες του προς την πατρίδα, τον τίμησε με το αργυρούν εθνόσημο και του έδιδε πέντε δραχμές μηνιαίο μισθό, προκειμένου να εξυπηρετεί τις Μονάδες που βρίσκονταν στη Φρουρά της Ναυπάκτου, κάτι το οποίο συνέχιζε να το κάνει χωρίς να σταματήσει.
 
Στο τέλος της αναφοράς του, ζητά από το Υπουργείο να αυξηθεί η αντιμισθία των πέντε δραχμών που λάμβανε, σε τριάντα. Το Υπουργείο λαμβάνοντας αυτό το αίτημα και αφού το εξέτασε, απάντησε, ότι εγκρίνει την αύξηση του μισθού του ανωτέρω Ιερέως, από πέντε δραχμές σε δέκα και όχι σε τριάντα που ζητούσε.
 
Ακολουθεί μια ιατρική γνωμοδότηση, που αφορά τον Ιερέα Βησσαρίωνα Λάσκαρη. Η Υγειονομική Στρατιωτική Επιτροπή Ναυπλίας, εξέτασε τον Ιερέα Βησσαρίωνα, τον οποίο βρήκε υγιή και ικανό για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Το έγγραφο αυτό συντάχθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1854, από την επιτροπή και υπογράφεται από τα μέλη της, έχοντας και την σφραγίδα της Υπηρεσίας. Στη συνέχεια, στις 15 Οκτωβρίου 1854, η Α΄ Μοίρα του Πεζικού της Γραμμής, απευθύνεται στο Υπουργείο, όπου κοινοποιεί την απόφαση και γνωμοδότηση της επιτροπής. Το έγγραφο αυτό υπογράφεται από έναν συνταγματάρχη ονόματι Νικολαίδη.
 
Με Βασιλικό Διάταγμα, στις 16 Οκτωβρίου 1854, ο Ιερέας Παναγιώτης Αγαπάκης, μετατίθεται από το 6ο Τάγμα της Γραμμής, στο Φρουραρχείο της Ναυπλίας. Μετά την κοινοποίηση της μεταθέσεώς του και την υλοποίηση αυτής, το 6ο Πεζικό Τάγμα της Γραμμής, απευθυνόμενο προς την 3η Μοίρα του Πεζικού της Γραμμής, αναφέρει ότι βάσει της διαταγής που προηγήθηκε, μετατέθηκε ο Ιερέας τους, στο Φρουραρχείο της Ναυπλίας. Πριν φύγει όμως ο Ιεράς Αγαπάκης, άφησε κατά κάποιο τρόπο διάδοχό του, για να εκτελεί τα θρησκευτικά καθήκοντα του Τάγματος, τον Ιερέα του Μεσολογγίου, Παναγιώτη Πλατύκα.
 
Στη συνέχεια αυτού του εγγράφου τονίζεται ότι, από τότε που μετατέθηκε ο Αγαπάκης και μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, δεν είχε τοποθετηθεί άλλος Στρατιωτικός Ιερέας και συνέχιζε να εξυπηρετεί το Τάγμα, ο Πλατύκας. Για το λόγο αυτό, ζητά να εγκριθεί μια ανάλογη αντιμισθία, η οποία θα χορηγείτο στον Ιερέα, κάτι το οποίο δικαιούτο άλλωστε, εξαιτίας της παρεχομένης του διακονικής προσφοράς. Η Μοίρα το αίτημα αυτό το διαβίβασε ως όφειλε στο Υπουργείο και το Υπουργείο απαντά, εγκρίνοντας το ποσό των τριάντα δραχμών. Το ποσό αυτό θα χορηγείτο στον Ιερά του Μεσολογγίου, μέχρι να τοποθετείτο κάποιος Ιερέας του στρατεύματος, οπότε εκείνον θα τον απάλλασσαν από τα καθήκοντά του στο Τάγμα, αφήνοντάς τον στην εκπλήρωση των εφημεριακών του και μόνο καθηκόντων.
 
Μια ημέρα πριν, στις 15 Οκτωβρίου 1854, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, ζητά να διαβιβάσει στην Ιερά Σύνοδο, το φάκελο του Ιερέως οικονόμου Νικολάου Ασπρογέρακα, προκειμένου να γνωματεύσει εάν είναι κατάλληλος για να διοριστεί στο στρατό. Και πάλι βλέπουμε μέσα σε λίγες ημέρες, μετά το πρώτο έγγραφο που παρουσιάσαμε σήμερα, το Υπουργείο να ζητά έναν ακόμα κληρικό για να τον διορίσει μέσα στις τάξεις του.
 
Βλέπουμε το Υπουργείο να κινεί τις διαδικασίες που απαιτούνταν, προκειμένου ένας ακόμη Ιερέας, να προστεθεί στο δυναμικό του Σώματος των Ιερέων του Στρατού και εμείς πλέον να αναμένουμε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου, για να δούμε την πορεία αυτών των προσώπων ή κάποιων άλλων που ενδεχομένως να υπεδείκνυε η Σύνοδος, μέσα στο χώρο που και οι ίδιοι είχαν ζητήσει να εντάξουν τον εαυτό τους και την διακονία τους, κάνοντας μία νέα αρχή, σε έναν καινούριο πνευματικό αγρό.
 
Στις 18 Οκτωβρίου 1854, ο πρόεδρος της Ανωτάτης Στρατιωτικής Υγειονομικής Επιτροπής της Επικρατείας, απευθυνόμενος στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, ζητά να εκδοθεί ειδική διαταγή, προκειμένου νε εξετάσει και να γνωματεύσει, για τον Ιερέα του 4ου Πεζικού Τάγματος, Γεώργιο Λύτσικα, εάν μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντά του και αν έχει τις απαιτούμενες σωματικές δυνάμεις για να περπατά. Προφανώς για να εκδοθεί ένα τέτοιο έγγραφο, από το ανώτατο υγειονομικό όργανο του στρατού, κάποιος θα κίνησε το θέμα της εξετάσεως του Ιερέως και προφανώς το Τάγμα στο οποίο ανήκε θα έπρεπε να εκφέρει γνώμη και άποψη, αλλά και να προωθήσει την αλληλογραφία που απαιτούνταν προς την ιεραρχία.
 
Στις 6 Οκτωβρίου 1854, υπάρχει ένα Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο υπογράφει ο Όθωνας και με το οποίο παύει από την Στρατιωτική υπηρεσία : «τον μέχρι τούδε Στρατιωτικό Ιερέα Β΄ τάξεως της φρουράς του Ναυπλίου Στέφανο Σολίτη». Αναθέτει στον αρμόδιο Υπουργό την εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Το Διάταγμα αυτό κοινοποιείται άμεσα στο Φρουραρχείο της Ναυπλίας και στη συνέχεια διαβιβάζεται και στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, προκειμένου να ακολουθηθούν οι διαδικασίες από τα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα, που προβλέπονταν για την παύση του εν λόγω κληρικού και την διαγραφή του από τις τάξεις του στρατού, με παράλληλη ενημέρωση και της Εκκλησίας μιας και έφερε και το αξίωμα του κληρικού.
 
Το Διάταγμα αυτό δυστυχώς ήταν καρπός ενός εγγράφου του Υπουργείου των Στρατιωτικών, που προηγήθηκε δύο ημέρες πριν, δηλαδή στις 4 Οκτωβρίου 1854 και αφορούσε τον Σολίτη. Στο έγγραφο αυτό το Υπουργείο τάσσεται εναντίον του Ιερέως, ο οποίος με τη στάση και την συμπεριφορά του προκαλούσε και ήταν επικίνδυνος, όπως πίστευαν. Το έγγραφο αυτό απευθυνόταν προσωπικά στον Όθωνα και το υπογράφει ο ίδιος ο Υπουργός των Στρατιωτικών. Γνωστοποιεί στον άνακτα , ότι ο Στέφανος Σολίτης, διέδιδε ψευδής φήμες και καταφερόταν εναντίον της Κυβερνήσεως και του ίδιου του βασιλέως. Η αξιοκατάκριτος αυτή όπως χαρακτήριζε τη διαγωγή του Ιερέως, μπορεί να παρέσυρε και να διατάρασσε την δημόσια ασφάλεια και τάξη στο Ναύπλιο.
 
Το Υπουργείο τελειώνοντας την αναφορά του προς τον Βασιλέα, χωρίς να αναφέρει και να καταγράφει γεγονότα, τα οποία είτε ήταν γνωστά είτε θα τα ανέφεραν προφορικά, εάν αυτό θα ζητείτο, πρότεινε την παύση του Ιερέως για παραδειγματισμό των άλλων, αφού και οι Στρατιωτικοί Ιερείς, υπάγονταν στις διατάξεις του Νόμου περί αξιωμάτων και ως εκ τούτου θα έπρεπε να εφαρμοστούν, με την ίδια ακρίβεια και συνέπεια, όπως θα εφαρμοζόταν και στους λοιπούς Αξιωματικούς, εάν θα υπήρχε ανάλογο παράπτωμα.
 
Μπροστά σε αυτή την «απειλή» από το Ιερέα που διέτρεχε η Κυβέρνηση και ο ίδιος ο Βασιλέας, εκδόθηκε το Διάταγμα της παύσης του από Στρατιωτικός, προκειμένου να εξασφαλιστεί η δημόσια ησυχία και τάξη, απομονώνοντας τον «επικίνδυνο ταραχοποιό», αποβάλλοντας τον από τις τάξεις του στρατού, αφήνοντάς τον έτσι να δρα πλέον ανενόχλητος και χωρίς κανέναν έλεγχο από κανέναν, αφού δεν θα ανήκε πουθενά. Μια τέτοια αντιμετώπιση κατά την ταπεινή μας άποψη, ήταν πάρα πολύ επιπόλαιη και πρόχειρη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κρίνουμε αποφάσεις ανωτέρων, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται.
 
Κατηγορήθηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε, ερήμην του. Από την σύνταξη του εγγράφου, μέχρι την έκδοση του Διατάγματος, μέσα σε αυτό το συντομότατο χρονικό διάστημα των δύο ημερών, ο εν λόγω κληρικός δεν πιστεύουμε ότι κλήθηκε σε απολογία, ούτε του δόθηκε αυτή η δυνατότητα, προκειμένου να υπερασπιστεί την άποψή του και την γνώμη του, ακόμα και αν αυτά τα οποία κατήγγειλε το Υπουργείο, ήταν αληθινά.
 
Συναντούμε έναν άνθρωπο, ο οποίος δικαίως ή αδίκως κατηγορείτε για κάποια πράγματα και για τα οποία δεν είχε τη δύναμη να καταθέσει τα εσώτερα της ψυχής του. Κατηγορείται χωρίς να έχει ακουστεί η φωνή του. Του επιβάλλεται μια ποινή, την οποία θα του την κοινοποιούσαν μέσα από ένα άψυχο χαρτί, χωρίς να ειπωθεί κανένας ανθρώπινος λόγος και χωρίς να υπάρχει η διάθεση από κανέναν, να τον «νουθετήσει» εάν χρειαζόταν, προκειμένου να αλλάξει τακτική και να πάψει να δημιουργεί προβλήματα στην τοπική κοινωνία, σκανδαλίζοντας τους ανθρώπους μέσα από μια στάση ζωής, που δεν συνάδει με το πρόσωπο του Ιερέως.
 
Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον να δούμε στη συνέχεια τι θα γίνει με τον Ιερέα αυτόν, πως θα χειριστεί την απόφαση αυτή, τι θα κάνει προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε περίπτωση που οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν ήταν ψευδής, αλλά και τι θα κάνει η Εκκλησία και πως θα τον αντιμετωπίσει στη συνέχεια. Όλα αυτά περιμένουμε να τα δούμε και να πάρουμε απαντήσεις μέσα από έγγραφα που θα έχουν διασωθεί και θα μας κατατοπίσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μελετώντας τα και παρουσιάζοντάς τα σε όλους εσάς, που συμπορεύεστε μαζί μας, στην μελέτη που αφορά τους Στρατιωτικούς Ιερείς .
Συνεχίζεται {65}