Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Στη σημερινή μας αναφορά, θα ξεκινήσουμε με ένα έγγραφο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, που το απευθύνει, στις 3 Ιουνίου 1852, στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Το έγγραφο αυτό, δεν έχει να κάνει απόλυτα με τους Στρατιωτικούς Ιερείς και το έργο τους, αλλά αφορά γενικά τον κλήρο και σε κάποιες κατευθύνσεις που δίνει, σε συνέχεια οδηγιών της Ιεράς Συνόδου. Το έγγραφο αυτό, υπάρχει στο φάκελο τον οποίο εξετάζουμε και παρουσιάζουμε και κρίνουμε σκόπιμο μέσα από τη σχετική αλληλογραφία που έχει διασωθεί, να γνωρίσουμε και κάτι παραπάνω για την εποχή που βρισκόμαστε, μέσα από αυτά τα ιστορικά κείμενα.

Στο έγγραφο αυτό, το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών αναφέρει, ότι έχουν περιέλθει παράπονα στο Υπουργείο, αλλά και στην Ιερά Σύνοδο, σχετικά με τον τρόπο προσαγωγής των κληρικών ενώπιον της Διοικητικής αστυνομίας ή Χωροφυλακής, είτε ακόμα της Διεύθυνσης της Διοικητικής Αστυνομίας ή και της Ανακριτικής αρχής, προκειμένου να εξεταστούν ή να ακολουθήσουν την διαδικασία της προανάκρισης. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο ο τρόπος με τον οποίο προσάγεται ο κληρικός, ενώπιον της δικαιοσύνης, δεν είναι σωστός ꞉ «απάδοντα προς το ιερόν σχήμα με τον οποίον ο κληρικός είναι περιβεβλημένος και δια τούτο προξενούντα κακήν εντύπωση εις τον λαόν».

Το έγγραφο αυτό που συντάχθηκε εξαιτίας κάποιων παραπόνων που εκφράστηκαν είτε προφορικά είτε γραπτά, προς τα αρμόδια όργανα, όπως προαναφέραμε, δεν είχε σκοπό να ζητήσει διαφορετικά μέτρα που θα ίσχυαν στους κληρικούς, ούτε ζητούσε να αλλάξει ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, κάτι τέτοιο που δεν προβλεπόταν και δεν προβλέπεται μέχρι και σήμερα από το Νόμο. Αυτό που ζητούσε το Υπουργείο μέσα από το έγγραφό του ήταν, να υπάρχει ίση αντιμετώπιση από τα υπηρεσιακά όργανα και στους κληρικούς, χωρίς να υποτιμάται τόσο το πρόσωπο τους, όσο και το σχήμα το οποί έφεραν.

Αναφέρεται στο έγγραφο ότι πρέπει, ότι ισχύουν για τους λαϊκούς κατά την απονομή της δικαιοσύνης και μέχρι να αποδοθεί αυτή σε αυτούς, τα ίδια να ισχύουν και στους κληρικούς. Όπως σε έναν απλό πολίτη πριν αποδειχθεί κατά τον Νόμο η ποινική ή εγκληματική του πράξη και ενοχή, δεν θεωρείται ένοχος, αλλά περιμένουν να ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες διεργασίες, για να καταλήξουν και να αποφανθούν επισήμως και τελεσίδικα, έτσι τα ίδια πρέπει να ισχύουν και στον κληρικό, χωρίς καμία διάκριση και με οποιαδήποτε μορφή μεροληψίας.

Έτσι ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, παρακαλεί τον συνάδελφό του Υπουργό των Στρατιωτικών, να διατάξει τους «υπαλλήλους» του, όπως καταγράφεται στο έγγραφο αυτό, να συμπεριφέρονται ꞉ «με ηπιώτερον και προσηνέστερον τρόπον», αποφεύγοντας οποιονδήποτε υβριστικό λόγο όταν συνοδεύουν ꞉ «προσαγόμενον ενώπιον της προϊσταμένης αρχής είτε ιερέα είτε διάκονον είτε μοναχόν». Προσέχοντας έτσι τον τρόπο της προσαγωγής των κληρικών, ανεξαρτήτου βαθμού, αποφεύγουν την εκδήλωση παραπόνων εκ νέου από οποιαδήποτε πλευρά στο μέλλον, αλλά και τον σκανδαλισμό των πιστών, που σέβονται και ευλαβούνται το τίμιο και αγιασμένο ράσο. Τελειώνοντας το έγγραφο αυτό, παρακαλεί ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, να του κοινοποιήσουν τις εκδοθησόμενες διαταγές, προς επίλυση του εν λόγω θέματος ή και προβλήματος, αν θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε.

Η ύπαρξη αυτού του εγγράφου μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι μάλλον θα υπήρξαν στο παρελθόν κάποιες ακρότητες από την πλευρά των αρμοδίων οργάνων, ως προς την συμπεριφορά τους και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας που είχαν απέναντι των κληρικών κατά την προσαγωγή τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Μέσα από αυτά που καταγράφονται στο συγκεκριμένο έγγραφο, φαίνεται ότι δεν έδειχναν οι αρμόδιοι, τον απαιτούμενο σεβασμό στον κληρικό που είχαν ως κατηγορούμενο αν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε έτσι.

simea_souliouΜάλλον κάποιες φορές, μπορεί τον κληρικό που ενδεχομένως να ήταν και ένοχος, να του συμπεριφέρονταν με τέτοιο τρόπο, όπως θα συμπεριφέρονταν στον χειρότερο εγκληματία και κακοποιό, μη σεβόμενοι την ιεροσύνη την οποία έφερε ακόμα και αναξίως. Μέσα από αυτή την διαφορετική αντιμετώπιση και συμπεριφορά όπως καταγράφεται, φαίνεται ότι υπήρχε από την πλευρά της εξουσίας κάποια μεροληψία χωρίς να κρατούν τα προσχήματα και τη θέση τους, αποκαλύπτοντας μια στάση που δεν αρμόζει όχι μόνο σε κληρικό, αλλά σε οποιοδήποτε πολίτη, που επιθυμεί μέσα από τις νόμιμες διαδικασίες, να του αποδοθεί το δίκαιό του, χωρίς την οποιαδήποτε περίπτωση σπίλωσης της προσωπικότητας και του έργου του.

Ο κληρικός από την άλλη δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο και ούτε συγκαταλέγεται μέσα στη μάζα, που βεβαίως αυτό δεν ισχύει για κανέναν άνθρωπο. Είναι ένα πρόσωπο ξεχωριστό εξαιτίας του έργου και της διακονίας του μέσα στο λαό του Θεού. Είναι το πρόσωπο εκείνο που με την πίστη και την αφοσίωση του στο Θεό, μεταφέρει το Λόγο Του στους ανθρώπους και αντίστροφα μεταφέρει στο Θεό μέσα από τη μυστηριακή και λοιπή λειτουργική ζωή, τα αιτήματα των ανθρώπων στο Θεό. Ο κληρικός οφείλει σε όλη του την ζωή να είναι προσεκτικός, η ζωή του να είναι υποδειγματική, προκειμένου να μην προκαλεί κανέναν και να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις και καταστάσεις που δεν αρμόζουν στο θεσμό τον οποίο εκπροσωπεί.

Πολλές φορές ακόμα και αν ο κληρικός είναι σωστός και η ζωή του όπως πρέπει να είναι, δεν λείπουν και οι καταστάσεις εκείνες, που ο κληρικός θα συκοφαντηθεί, θα αδικηθεί, θα διωχθεί, θα δεχτεί τα σχόλια εκείνα που θα πληγώσουν την καρδιά του και θα συρθεί ακόμα και ενώπιον της δικαιοσύνης, πολλές φορές άδικα, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του και να αποκαταστήσει όχι τόσο το όνομά του, όσο το τίμιο και αγιασμένο σχήμα που φέρει. Καλείται σε αυτές τις καταστάσεις με ηπιότητα, πραότητα και με πολλή πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό, να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις καταστάσεις αγωνιζόμενος να διαλύσει τις οποιεσδήποτε κατηγορίες και συκοφαντίες που στρέφονται εναντίον του προσώπου του.

Τέτοιες καταστάσεις δεν είναι πρωτόγνωρες και άγνωστες μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μας. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα εκείνα, που αγιασμένες μορφές, σύρθηκαν στα δικαστήρια, διαπομπεύτηκαν, κατηγορήθηκαν, γελοιοποιήθηκαν, έγιναν στόχος για να βγάλουν κάποιοι το μίσος και την κακία τους, προς την Εκκλησία και στα πρόσωπα των λειτουργών Της. Δυστυχώς δεν είναι και λίγες οι φορές, που και εμείς οι ίδιοι, ρίχνουμε την πέτρα του αναθέματος στον αδελφό μας, χωρίς να είμαστε προσεκτικοί, χωρίς να σιωπούμε προσευχόμενοι και μόνο, και χωρίς να περιμένουμε να δούμε την αλήθεια, η οποία έστω και καθυστερημένα, πολλές φορές έρχεται να δικαιώσει τον άνθρωπο και να φανερώσει την αθωότητά του και την ιεροπρεπή του στάση που επέδειξε σε όλη αυτή του την περιπέτεια και πορεία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας καλούν τους κληρικούς να είναι ειρηνικοί πράοι, γαλήνιοι, ακόμα και αν οι αδικίες και οι συκοφαντίες είναι άδικες, γνωρίζοντας ότι και ο Χριστός συκοφαντήθηκε, αδικήθηκε και σταυρώθηκε από τους ίδιους τους ευεργέτες Του. Ο Κύριος μας, μπροστά σε αυτή την κατάσταση, προσευχόταν και ευλογούσε, χωρίς να καταράται ή να κρατεί κακία απέναντι αυτών. Ένας εκ των Αγίων Πατέρων μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εύρισκε τη δύναμη να προσεύχεται και να έχει υπομονή μπροστά σε όλα αυτά που αντιμετώπιζε. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν• ου γαρ παύσομαι τούτο επιλέγων αεί επί πάσι μοι τοις συμβαίνουσι». Αυτά είναι λόγια, που χαρακτηρίζουν την αγαπώσα καρδία του Αγίου Χρυσοστόμου. Είναι λόγια που φανερώνουν το μεγαλείο της ψυχής ενός ανθρώπου, που είχε δοθεί ολοκληρωτικά στα χέρια του Θεού και γνώριζε ότι δεν θα χάσει, αλλά θα κερδίσει από Εκείνον που ανταμείβει και στεφανώνει, τον αγωνιστή εκείνο, που αγωνίζεται τίμια και ευσυνείδητά.

Το χάρισμα της υπομονής και της καρτερικότητας, είναι εκείνα, που μεταξύ των άλλων, σε αυτές τις καταστάσεις πρέπει να διακρίνουν τον κληρικό. Πάλι ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει ότι οι θλίψεις και οι στεναχώριες της ζωής υπηρετούν το σχέδιο του Θεού και χρειάζεται από εμάς να έχουμε πολύ υπομονή προκειμένου να γευτούμε το έλεος και την αγάπη του Θεού. «Ας βαδίζομε με ορθωμένο το μέτωπο στις δυσχέρειες της ζωής και όχι μόνο με αυταπάρνηση, αλλά με χαρά και ευγνωμοσύνη προς την Θεία Πρόνοια, που μας οδηγεί πάντοτε στην ευτυχία, όταν εμείς αγαπούμε το αγαθό».

Μετά τα ανωτέρω που αναφέραμε, συνεχίζοντας την έρευνά μας στο αρχείο που μελετούμε, βρίσκουμε ένα νέο έγγραφο, στις 4 Ιουνίου 1852, από το Υπουργείο των Στρατιωτικών, που το αποστέλλει στο 1ο Τμήμα του Υπουργείου, γραφείο Χωροφυλακής, στο οποίο δίνει οδηγίες, με τον τρόπο προσαγωγής των κληρικών, είτε ως μαρτύρων είτε ως κατηγορουμένων ενώπιον της δικαιοσύνης. Το έγγραφο αυτό, το κοινοποιεί και στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών, προκειμένου να λάβει γνώση των ενεργειών που έλαβαν μετά την γνωστοποίηση του εν λόγω θέματος.

Η Μοιραρχία Αττικής, την επομένη ημέρα, στις 5 Ιουνίου 1852, προς το 1ο Τμήμα του Υπουργείου των Στρατιωτικών Γραφείο Χωροφυλακής, αναφέρει ότι οι άνδρες της Μοιραρχίας αυτής, συμπεριφέρονται με τον καλύτερο τρόπο όταν συνοδεύουν κάποιο κληρικό ενώπιον της δικαιοσύνης. Σε συνέχεια της παραπάνω αλληλογραφίας, έρχεται στις 7 Ιουνίου 1852, το Υπουργείο των Εσωτερικών, απευθυνόμενο στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, να αποστείλει αντίγραφο της δικής του εγκυκλίου, που είχε αποστείλει προς τους Νομάρχες και τις Διευθύνσεις της Διοικητικής αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς, σχετικά με τον τρόπο προσαγωγής των κληρικών. Μέσα στην εγκύκλιο αυτή, μεταξύ των άλλων, ζητά να εκδώσει το Υπουργείο ανάλογες διαταγές προς την Βασιλική Χωροφυλακή. Το Υπουργείο απαντά, στις 12 Ιουνίου 1852, ότι ήδη έχει προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες και έχουν εκδοθεί οι ανάλογες διαταγές.

Συνεχίζεται {54}