Μοναχός, ο οποίος δηλώνει κάτοικος Αθηνών, προσέφυγε στο ΣτΕ και ζήτησε να ακυρωθεί απόφαση του Δ.Σ.Α, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του, να εγγραφεί στο μητρώο ως δικηγόρος ο οποίος απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος της ΕE.

Τη φράση του γέρου του Μοριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς θα είσαι»,  έρχονται μετά από μόλις 196 χρόνια να επαληθεύσουν ή να διαψεύσουν οι Ευρωπαίοι δικαστές, μετά από αίτημα των Ελλήνων συναδέλφων τους.

Με άλλα λόγια οι σύμβουλοι Επικρατείας έστειλαν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης εάν οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος  μπορεί να είναι ταυτόχρονα και δικηγόροι και στη συγκεκριμένη περίπτωση,  αν μπορούν να εγγραφούν στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Αναλυτικότερα, Μοναχός ο οποίος δηλώνει κάτοικος Αθηνών προσέφυγε στο ΣτΕ και ζήτησε να ακυρωθεί η   από 18.6.2015 απόφαση  του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.), με την οποία απορρίφθηκε η από 12.6.2015 αίτηση του, να εγγραφεί στο   μητρώο του Δ.Σ.Α.,  ως δικηγόρος ο οποίος απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης  και ειδικότερα στην Κύπρο.

Ο ΔΣΑ αρνήθηκε να το εγγράψει επικαλούμενος ότι η διάταξη του  Κώδικα  Δικηγόρων,  που  προβλέπει ότι οι μοναχοί κωλύονται να αποκτήσουν τη δικηγορική ιδιότητα, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τους κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, γιατί ο αποκλεισμός αυτός δικαιολογείται από θεμελιώδεις αρχές και κανόνες που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, όπως είναι ότι:

α) Ο δικηγόρος πρέπει να απασχολείται πλήρως με την άσκηση του λειτουργήματός του, ο δε μοναχός δεν δύναται να το επιτύχει αυτό, λόγω των δεσμεύσεών του,

β) Η άσκηση της δικηγορίας επάγεται αντιδικία, ασύμβατη με το μοναχικό σχήμα,

γ) Προϋπόθεση της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος είναι η ανεξαρτησία του δικηγόρου, ο δε μοναχός υπόκειται στον πειθαρχικό έλεγχο των εκκλησιαστικών οργάνων και δικαστηρίων,

δ) Ο δικηγόρος οφείλει να έχει έδρα και γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένος, ενώ ο μοναχός οφείλει να εγκαταβιώνει στη Μονή της μετανοίας του, δυνάμενος κατ’ εξαίρεση να λαμβάνει άδειες από τον ηγούμενο, γεγονός που καταδεικνύει και την έλλειψη ανεξαρτησίας του και

ε) Δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, ενώ ο μοναχός δεν επιτρέπεται να ασκεί κατά σύστημα αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα.

Από την πλευρά του ο μοναχός αντιτείνει ότι:

1) η ιδιότητα του μοναχού δεν τον στερεί από την ανεξαρτησία την οποία θα έχει ως δικηγόρος, διότι στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών αρχών υπάγεται όσον αφορά στην άσκηση των καθηκόντων του ως μοναχού, ενώ ως προς την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος υπάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των οργάνων του  Δικηγορικού Συλλόγου,

2)    κατά τον Κώδικα Δικηγόρων η διατήρηση έδρας και γραφείου στην περιφέρεια του   Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αποτελεί προϋπόθεση κτήσης της δικηγορικής ιδιότητας, αλλά μεταγενέστερη υποχρέωση του δικηγόρου, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του.

3) Εάν   διορισθεί δικηγόρος θα μπορεί να διατηρεί γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να είναι κατά τον νόμο υποχρεωμένος να κατοικεί και εντός της περιφέρειας αυτής,

4) η   διατήρηση του δικηγορικού γραφείου του στην   περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών θα ελέγχεται από τα όργανα του Δ.Σ.Α. και

5)  η συμμόρφωσή του προς το καθήκον εγκαταβίωσης στη Μονή της μετανοίας του θα ελέγχεται από τα εκκλησιαστικά όργανα, με αποτέλεσμα, το τελευταίο αυτό ζήτημα να μην αφορά τον   Δικηγορικό Σύλλογο.

Το Γ΄  Τμήμα του ΣτΕ με πρόεδρο της αντιπρόεδρο Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητή τον πάρεδρο Δημήτρη Βανδώρο, αντιμετώπισαν μια σπάνια νομικά περίπτωση, αυτή του μοναχού και δικηγόρου.

Έτσι, στην υπ΄  αριθμ. 1753/2017 απόφασή τους  επισημαίνουν ότι η επίμαχη υπόθεση αντιμετωπίζει την εξαιρετική περίπτωση των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι οποίοι λόγω της ιδιότητάς τους αυτής ευρίσκονται σε απολύτως ιδιόρρυθμη προσωπική κατάσταση, υποκείμενοι μάλιστα στην εξουσία οργάνων τριών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου – της Ιεράς Μονής της μετανοίας τους, της οικείας Ιεράς Μητρόπολης και της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Κατόπιν αυτών, οι σύμβουλοι Επικρατείας, απέστειλαν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην συνέχεια, αφού λάβουν την απάντηση, θα εκδώσουν την οριστική απόφασή τους.

Το προδικαστικό ερώτημα που στάλθηκε έχει ως εξής:

«Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/5/ΕΚ έχει την έννοια ότι η εγγραφή ενός μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να απαγορεύεται από τον εθνικό νομοθέτη, για τον λόγο ότι οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να εγγράφονται στα μητρώα των Δικηγορικών Συλλόγων, επειδή δεν παρέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, ορισμένα απαραίτητα για την άσκηση της δικηγορίας εχέγγυα;».

Γράφτηκε από τον/την protothema.gr