Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί χριστιανοί, ἔγινε ἄνθρωπος, χωρίς νά πάψει νά εἶναι Θεός καί ἔδωσε στόν κόσμο τήν θεογνωσία, τήν γνώση γιά τόν Θεό. «Θεολογία» λέγουμε τήν γνώση αὐτή. Καθένας πού δέχεται τήν γνώση τοῦ Θεοῦ τήν ζεῖ ἔπειτα μέσα του, ἀλλά τήν ζεῖ ἀνάλογα μέ τήν ποιότητα τῆς ψυχῆς του. Ἔτσι στήν Ἐκκλησία μας ὁ καθένας ζεῖ μία μυστική θεολογία. Καί ὅσο ὁ καθένας προοδεύει στήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του, τόσο ζεῖ καί γεύεται σωστότερα καί καλύτερα τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, τήν θεολογία, ὅπως τήν εἴπαμε παραπάνω. Πάντως πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε αὐτά τά δύο: Τήν «θεολογία», τήν γνώση, δηλαδή, τοῦ Θεοῦ, καί τόν «μυστικισμό», τήν ἐσωτερική, δηλαδή, βίωση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Καί τό ἐσωτερικό αὐτό βίωμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας ἐκδηλώνεται βέβαια ἔπειτα καί ἐξωτερικά, μέ ἔργα καλά καί ἐνάρετα. Ἀλλά πρέπει πρῶτα ἡ θεολογία (= ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ) νά «νεργεται μέσα μας» (βλ. Α´ Θεσ. 1,13), νά ζυμωθεῖ στήν ψυχή μας, νά γίνει ἔρωτάς μας. Νά μᾶς γίνει «μυστική θεολογία». Ἄν δέν γίνει αὐτό, ἄς μή τολμᾶμε νά μιλᾶμε γιά τόν Θεό, γιατί ὁ λόγος μας θά ἐγγίζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων σάν πάγος!…

Ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο μᾶς δόθηκε ἡ θεογνωσία ἀπό τόν Θεό εἶναι, ἀγαπητοί μου, γιά νά γνωρίσουμε τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. «Θέωση» λέγουμε τήν ἕνωση αὐτή μέ τόν Θεό. Ἤ τήν λέμε καί «ἁγιότητα», γιατί ὁ ἅγιος πέτυχε τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό, τήν «θέωσή» του. Εἶναι πολύ σημαντικό αὐτό, ἀδελφοί, νά τό γνωρίζουμε, γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε, σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, μεγάλες μάχες γιά τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Γιατί, ἄν ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, δέν μποροῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νά θεωθοῦμε· δέν μποροῦμε, δηλαδή, νά πετύχουμε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο πλαστήκαμε.

Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης, στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε στήν Κοιλία τῆς Παναγίας! Γι᾽ αὐτό καί τήν Κοιλία Της τήν λέγουμε «ργαστήριον νώσεως τν δύο φύσεων» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας). Καί ἡ ἕνωση τῆς δικῆς μας ἀνθρώπινης φύσης μέ τήν θεία φύση, γιά νά πετύχουμε τήν θέωσή μας, θά γίνει στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου Ἐκκλησίας! Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως μιλοῦν γιά Θεοτόκο Παναγία, ἔτσι μιλοῦν καί γιά Θεοτόκο Ἐκκλησία, στήν Ὁποία ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε πιστό, κατά τό μέτρο τῆς καθαρότητάς του, τό θαῦμα πού ἔγινε στήν Παναγία μας. Στήν Ἐκκλησία, λοιπόν, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού μᾶς παρέχει αὐτή διά τῶν ἁγίων Της Μυστηρίων, στήν Ἐκκλησία θά πετύχουμε καί τόν καθαρμό μας ἀπό τά ἁμαρτωλά μας πάθη καί τόν ἁγιασμό μας, τήν ἕνωσή μας, δηλαδή, μέ τόν Θεό. Ἀλλά ἐδῶ πού ἔφτασα, μιλώντας γιά Ἐκκλησία, ἔχω νά σᾶς πῶ, χριστιανοί μου, σάν σέ παρέκβαση, ὅτι κατά τόν 11ο αἰ. ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία μας οἱ λεγόμενοι τώρα «Καθολικοί». Μέχρι ὅμως τότε, μέχρι τό σχίσμα δηλαδή, εἴχαμε κοινή παράδοση μέ αὐτούς, τήν ὁποία κρατοῦμε μέχρι τώρα καί ἐμεῖς καί αὐτοί. Καί ἐμεῖς τώρα ἔχουμε τούς ἁγίους πού ἔχουν οἱ Καθολικοί πρίν ἀπό τό σχίσμα, τόν ἅγιο Κυπριανό, τόν ἅγιο Αὐγουστῖνο, τόν Μέγα Γρηγόριο, ἀλλά καί αὐτοί πάλι ἔχουν τούς δικούς μας ἁγίους πρίν ἀπό τό σχίσμα, τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, τόν ἅγιο Βασίλειο, τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Καί ἄν μιλᾶμε γιά διάλογο μέ τούς Καθολικούς γιά ἕνωση μαζί τους, αὐτό τό κάνουμε μέ βάση τήν κοινή αὐτή παράδοση. Γιατί μετά αὐτοί παρεξέκλιναν σέ δογματικές θέσεις ἀσυμβιβάστους μέ τήν πρώτη παράδοση.

Ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, στήν ὁποία πετυχαίνουμε τόν καθαρμό μας καί τόν ἐξαγιασμό μας λέγεται «καθολική». Ἔτσι τό ὁμολογοῦμε στό «Πιστεύω» μας: «Ες μίαν, γίαν, καθολικήν καί ποστολικήν κκλησίαν». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική κατά τό ὅτι «καστον τν μελν της, χι μόνον κληρικός, λλά καί πς λαϊκός καλεται νά μολογκαί νά περασπίζτήν λήθεια τς παραδόσεως… Ες χριστιανός δεχθείς τό γιον Πνεμα κατά τό Μυστήριον τοῦ Ἁγίου Χρίσματος δέν δύναται νά εναι διάφορος ς πρός τήν πίστιν· εθύνεται πάντοτε διά τήν κκλησίαν».1 Ἀλλά λέγεται ἡ Ἐκκλησία μας «καθολική» καί διότι δέν μπορεῖ νά ταυτισθεῖ μέ ἕνα ἔθνος ἤ μέ ἕνα πολιτισμό. Αὐτό στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζεται ὡς αἵρεση· εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ φυλετισμοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἄν καί καλεῖται γενικά «Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς», ὅμως θεωρεῖται ὡς οἰκουμενική Ἐκκλησία. Δέν περιορίζεται ἀπό ἕνα πολιτικό τύπο, ἑλληνικό ἤ ἄλλο, ἀλλά θέλει νά ἀγκαλιάσει ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλα τά ἔθνη ὅλης τῆς γῆς καί νά τά καταστήσει μέλη Της. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τό φύραμα πολλῶν διαφόρων πολιτισμῶν καί γι᾽ αὐτό θεωρεῖται καί ὡς πολιτιστικό πρότυπο τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανισμοῦ καί γι᾽ αὐτό τό ἔργο τῆς Ὀρθόδοξης ἱεραποστολῆς ἐξελίχθηκε τόσο θαυμαστά: Ἐπειδή ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ὑπερ-ἐθνική καί ἐπειδή δέν ταυτίζεται μέ ὁρισμένο σχῆμα πολιτισμοῦ. Τά σχήματα εἶναι ποικίλλα, ἀλλά ἡ πίστη εἶναι μία.

Τέλος, γιά νά διδαχθεῖ κάποιος τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά Τήν κυοφορήσει σωστά, νά τήν κάνει, δηλαδή, «μυστική θεολογία», ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, καί νά τήν ἐκδηλώνει μέ ἐνάρετη καί ἅγια ζωή, πρέπει νά βρεῖ ἕνα πεπαιδευμένο πνευματικό πατέρα, ἕνα «Στάρετς», πού λέγουν οἱ Ρῶσοι, ἕνα «Γέροντα», πού λέγουμε ἐμεῖς. Πολλοί φέρονται μέ τό ὄνομα αὐτό, ἀλλά ἀπό τήν ζωή τους καί ἀπό τά λόγια τους φαίνονται καθαρά ὅτι δέν εἶναι, γιατί δέν ἔχουν περάσει ἀπό κάθαρση καί ἄσκηση, ἀπό σωστή, δηλαδή, μοναχική ζωή καί πολιτεία, γι᾽ αὐτό καί τα λόγια τους δέν ἔχουν καθόλου Θεολογία. Τέτοιοι σωστοί καί ἅγιοι Γέροντες, στό χῶρο μας τώρα τελευταῖα, ἦταν οἱ ὅσιοι πατέρες Παΐσιος καί Πορφύριος καί πατήρ Ἰάκωβος Τσαλίκης. Ἄς καταφεύγουμε στούς βίους τους καί τήν διδασκαλία τους καί ἄς μαθητευόμαστε σ᾽ αὐτούς. Μᾶς εἶναι ἀπλανεῖς διδάσκαλοι, γι᾽ αὐτό καί τούς ἐμπιστευόμαστε ἀπολύτως, γιά νά ἀποφεύγουμε τά δύο αἱρετικά ἄκρα, τά ὁποῖα ταλαιπωροῦν σήμερα ἰδιαίτερα τόν χῶρο μας.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Βλαδίμηρος Λόσκυ, Ἡ Μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, σ. 13.