Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Στη σημερινή μας παρουσίαση, μέσα από ένα έγγραφο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, που το αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 20 Απριλίου 1854, θα συναντήσουμε ένα πρόσωπο, που η παρουσία και η προσφορά του στον αγώνα, αλλά και στα πρώτα χρόνια της ελεύθερης πορείας του Έθνους, ως Στρατιωτικός Ιερέας, ήταν πολύτιμη και σημαντική, όπως παρουσιάστηκε μέσα από τα έγγραφα της περιόδου εκείνης. Πρόκειται για τον Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Φυνδανάκη.

Στο έγγραφο του Υπουργείου αναφέρεται, ότι ο γέροντας Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ, πρόσφατα είχε κατέβει από το Άγιο Όρος και η Ιερά Σύνοδος συζήτησε το θέμα του και δια συνοδικής πράξεως, γνωρίζοντας αυτόν ως άξιο κληρικό, ο οποίος από την αρχή του αγώνα αγωνίστηκε υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας μέχρι και της ελεύσεως του Κυβερνήτη και στη συνέχεια μέχρι το 1831, ως Εφημέριος του Στρατού.

Η Ιερά Σύνοδος με πράξη της, ζητά από την Βασιλική Κυβέρνηση, να προνοήσει για τον εν λόγω κληρικό, ο οποίος ήταν μεγάλος σε ηλικία και σε μεγάλη ꞉ «ένδοιαν και απορίαν, μηδέν άλλοθεν έχων πόρον προς εξοικονόμησιν των προς το ζην». Ο Ιωακείμ, ήταν γνωστός κληρικός σε όλη την Ελλάδα, όπως μαρτυρείται από το έγγραφο αυτό, ως αγωνιστής κληρικός που έδωσε όλο του το είναι για τον ιερό αγώνα του έθνους μας, αλλά και ως πνευματικός του Κυβερνήτη.

Το Εκκλησιαστικών με τη σειρά του, παρακαλεί ως προέκταση του εγγράφου της Ιεράς Συνόδου και του ενδιαφέροντός της για τον συγκεκριμένο κληρικό, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, να μεριμνήσουν για αυτόν τον άξιο, αλλά γέροντα πλέον Ιερέα και να κοιτάξουν, πως μπορούν να τον περιθάλψουν και να ανακουφίσουν την σωματική, αλλά και οικονομική του αδυναμία. Ζητά τέλος σε ότι ενέργειες προβούν να τις κοινοποιήσουν προς αυτούς, ώστε και αυτοί με τη σειρά τους να ενημερώσουν την Ιερά Σύνοδο.

Λίγες ημέρες μετά από αυτό το έγγραφο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών στις 27 Απριλίου 1854, ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Φυνδανάκης, αποστέλλει μια αναφορά προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Στην αναφορά αυτή έκανε λεπτομερή καταγραφή της πορείας και της προσφοράς του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ανέφερε ότι από το 1821 έως το Μάρτιο του 1839, υπηρέτησε την πατρίδα, όπου εζήτησε και έλαβε εξάμηνη άδεια για προσωπικές του υποθέσεις. Όμως επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις υποθέσεις του, ζήτησε παράταση της αδείας του, αλλά και πάλι επειδή δεν κατάφερε σε εκείνη τη χρονική περίοδο να ολοκληρώσει με επιτυχία αυτό που επιθυμούσε, έφυγε από την ιδιαιτέρα πατρίδα του όπου είχε πάει, στην επαρχία Κυδωνίας στα Χανιά της Κρήτης και πήγε στο Άγιο Όρος, στο Μοναστήρι στο οποίο ήταν από την αρχή.

Επίσης αναφέρει ότι υπηρέτησε και πολέμησε μαζί με τον αδελφό του, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη του Πέττα. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως Στρατιωτικός Ιερέας και τελευταία στο Ιππικό. Ναυάγησε όμως μεταξύ Αγίου Όρους και Λήμνου, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος. Έτσι στο τέλος της αναφοράς του αυτής, ζητούσε από το Υπουργείο να τον διορίσει σε κάποιο Σώμα του στρατού, προκειμένου ꞉ «δια να δύναμαι να εξοικονομούμαι εργαζόμενος». Υπογράφει στο τέλος ως ελάχιστος αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Φυνδανάκης.

Διαπιστώνουμε για μια ακόμα φορά μέσα και από αυτό το έγγραφο, ότι ο συγκεκριμένος κληρικός και κατ’ επέκταση όλος ο κλήρος, μέχρι το τέλος ζητά να προσφέρει, ζητά να αγωνίζεται, ξέρει να κάνει αυτό που οφείλει να κάνει ως λειτουργός των Μυστηρίων του Θεού, έστω και αν οι σωματικές του δυνάμεις δεν τον βοηθούν. Το κίνητρο δεν είναι οι χρηματικές απολαβές. Το κίνητρο δεν είναι οι δόξες και τα αξιώματα. Όλα αυτά χάνονται, εξαφανίζονται, δεν έχουν καμία αξία και σημασία. Αυτό που ώθησε τον Ιωακείμ και κάθε κληρικό, στο να ζητά να του δοθεί η δυνατότητα να προσφέρει, γίνεται εξαιτίας του ότι στην καρδιά του από την αρχή μέχρι και το τέλος, υπάρχει το πνεύμα της αγάπης, της θυσίας και της προσφοράς.

Μετά από ένα μήνα περίπου, στις 24 Μαΐου 1854, συναντούμε μια νέα αναφορά του Ιωακείμ Φυνδανάκη προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Προφανώς στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του εγγράφου του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της πρώτης του αναφοράς, δεν είχε γίνει κάτι και αυτό τον ώθησε στο να καταθέσει την δεύτερη αναφορά του, χωρίς να ξεχνάμε ότι για τον ίδιο, κάθε λεπτό της ώρας ήταν πολύτιμο, μέσα στην απόλυτη ανάγκη την οποία είχε, προσπαθώντας να εξοικονομήσει τα προς το ζην και μάλιστα σε μια προχωρημένη ηλικία στην οποία βρισκόταν.

Αναφέρει ότι ꞉ «από την αρχή του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος ηγωνισάμην υπέρ πίστεως και πατρίδος κατά ξηράν και θάλασσαν», από το 1821 έως το 1828. Με την έλευση του Καποδίστρια ανέλαβε ως Ιερέας του Ναυπλίου, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1849. Κατά την νήσο Λήμνο είχε ένα ναυάγιο, όπου έχασε όλα τα υπάρχοντά του, όπως και όλα τα υπηρεσιακά του έγγραφα, στα οποία καταγραφόταν όλη του η δραστηριότητα και προσφορά, σε αυτό τον αγώνα που προηγήθηκε και χάρισε το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας στο έθνος μας.

Στην αναφορά του αυτή, παρακαλεί τον Υπουργό να τον λυπηθεί και να σεβαστεί τα γηρατειά του, που τον είχαν καταστήσει αδύναμο και να τον διορίσει σε κάποια θέση. Σε αυτή την αναφορά ο γέροντας Ιερέας με όσα γράφει, αποδεικνύει και πάλι το αγωνιστικό του φρόνημα. Δεν πτοείται από τις δυσκολίες του παρόντος, έχοντας βιώσει δυσκολότερες καταστάσεις στο παρελθόν. Η ικεσία που απευθύνει προς τον Υπουργό για να τον λυπηθεί και να σεβαστεί τα γηρατειά του, δεν τον μειώνει, δεν φανερώνει ότι είχε χάσει την αξιοπρέπεια του, ότι ήταν απελπισμένος και απογοητευμένος. Αυτό μπορεί να δείχνουν οι λέξεις. Πιστεύουμε η καρδιά του ήταν γεμάτη από αισιοδοξία και θάρρος. Δεν ζητιανεύει και δεν θεωρεί την ικεσία αυτή ως ελεημοσύνη. Ζητά το αυτονόητο. Ζητά αυτό που τον γέμιζε και του έδινε δύναμη για να συνεχίσει μέχρι το τέλος της ζωής του με το κεφάλι ψηλά την προσφορά του στο χώρο εκείνο όπου δόθηκε ολοκληρωτικά.

Διαβάσαμε στην πρώτη αναφορά ότι αρχικά βρισκόταν στο Άγιο Όρος. Έφυγε από την μονή της μετανοίας του και αγωνίστηκε, ρίχτηκε στον αγώνα. Έφυγε από την ησυχία της μοναστικής πολιτείας και έθεσε τον εαυτό του στην διάθεση της πατρίδας και στη συνέχεια της Εκκλησίας, ως απλός στρατιώτης. Υπήρξε αγωνιστής και ένας υπάκουος στρατιώτης που μέχρι το τέλος εκτελούσε εντολές που ήταν κατά κάποιο τρόπο μια άσκηση υπακοής μέσα στη μοναχική του πορεία. Οι εντολές αυτές και η εκτέλεση αυτών από αυτόν, τον ανέδειξαν, τον ανέβασαν ψηλά αν και ο ίδιος δεν το επιθυμούσε. Απεκάλυψαν την σπάνια προσωπικότητα και τα χαρίσματα τα οποία διέθετε και τον κατέστησαν γνωστό και ως πρότυπο αγωνιστή κληρικού, έχοντας κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό όλων.

Πόσο μικρή και φθηνή φαντάζει η εξουσία, που μένει απαθής μπροστά στα κελεύσματα θεσμών και προσώπων. Πόσο σκληρά και τυπικά αντιμετωπίζει πράγματα, πολύ περισσότερο πρόσωπα που έδωσαν λίγο ή πολύ. Ευελπιστούμε ότι κατά την φυλλομέτρηση και των λοιπών εγγράφων του φακέλου που εξετάζουμε, να συναντήσουμε το έγγραφο εκείνο, που κατ’ άνθρωπο θα δικαίωσε και θα αποκατέστησε τον Φυνδανάκη, αναπαύοντάς τον, μέσα από την αναγνώριση των κόπων του και την τοποθέτησή του και πάλι στην ενέργεια.

Αυτό το έγγραφο που επιθυμούμε να συναντήσουμε, δίνει και σε εμάς το μάθημα εκείνο που πρέπει να γνωρίζουμε, ότι δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας στους έχοντας ανάγκη, αλλά και στους ανθρώπους εκείνους που η προσφορά τους είναι αξιομνημόνευτη και δεν περιορίζεται και δεν αποτυπώνεται μόνο στα χαρτιά και στα έγγραφα αλλά στα έργα, τα οποία μένουν και διατηρούνται, πολύ περισσότερο από το μελάνι πάνω στο χαρτί.

Το 2ο Ελαφρύ Τάγμα της Οροφυλακής, απευθυνόμενο προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, στις 10 Μαρτίου 1854, ζητά να εγκρίνει ένα ποσό για αντιμισθία του Ιερέως του χωρίου που εδρεύει το Τάγμα, προκειμένου να εκτελεί τα θρησκευτικά καθήκοντα του Τάγματος, αφού δεν υπάρχει εκεί τοποθετημένος Στρατιωτικός Ιερέας. Το Υπουργείο λίγες ημέρες μετά, στις 13 Μαρτίου 1854, εγκρίνει το ποσό των δέκα δραχμών, προκειμένου να χορηγηθεί στον Ιερέα του χωρίου Δίβρη, Δημήτριο Κωνσταντίνου.

Όπως έχουμε παρατηρήσει και στις προηγούμενες παρουσιάσεις μας, διαπιστώνουμε ότι στους φακέλους που ερευνούμε, υπάρχουν πάρα πολλά έγγραφα με αιτήματα Ταγμάτων και Σχηματισμών, που ζητούσαν από το Υπουργείο να εγκρίνει κάποιο ποσό, προκειμένου να χορηγείται στους Ιερείς των περιοχών που βρίσκονταν και οι οποίοι παράλληλα με τα εφημερειακά τους καθήκοντα, προσέφεραν και την διακονία τους στο στράτευμα. Αυτή η αντιμισθία που χορηγείτο δεν ήταν πάντοτε αίτημα ή απαίτηση των κληρικών, αλλά μια κίνηση ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης του στρατού προς αυτούς, για την προσφορά και την συνδρομή τους, μέσα σε μια κοινωνία, που είχε προβλήματα και δυσκολίες, που η σταθερότητα και η ησυχία ακόμα δεν είχαν επικρατήσει πλήρως, αλλά και οι ίδιοι ήταν άνθρωποι που καλούνταν να καλύψουν και τις προσωπικές οικογενειακές τους ανάγκες.

Στην πορεία μας, για να μην γίνεται η επανάληψη αυτή του αιτήματος από διάφορες πλευρές που υποβάλλεται κουραστική, δεν θα την καταγράφουμε μεμονωμένα, αλλά θα γίνεται κάποια επιλογή αυτών των εγγράφων και αιτημάτων, μέσα από την παράθεση και άλλων πληροφοριών και στοιχείων, που θα μας είναι απαραίτητα και χρήσιμα στην σκιαγράφηση της προσφοράς των Στρατιωτικών Ιέρων στην περίοδο αυτή.

Το επόμενο έγγραφο που έρχεται στα χέρια μας, προέρχεται από τον 3ο Λόχο στη Βόνιτσα, στις 12 Απριλίου 1854, που ζητούσε από το Υπουργείο να εγκριθεί μια αντιμισθία για τον Ιερέα που προσήλθε για αν εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους άνδρες του Λόχου. Στην αναφορά αυτή, επισυνάπτεται και μια κατάσταση, που αναγράφονται τα ονόματα και ο βαθμός των ανδρών που εξομολογήθηκαν. Την κατάσταση αυτή την υπογράφει ο οικονόμος του Λόχου και φαίνεται ότι εξομολογήθηκαν 142 άνδρες του Λόχου. Το Υπουργείο στις 3 Μαΐου 1854, εγκρίνει το ποσό των είκοσι δραχμών για τον Ιερέα της Βόνιτσας, που προσήλθε στο Λόχο για την ανωτέρω διακονία του.

Συνεχίζεται {62}