« Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος
σήμερον εἰσάγεται ἐν τῷ οἰκῶ Κυρίου»
(εκ του κοντακίου της εορτής)

Υπό Ιωάννου Αν. Γκιάφη, Θεολόγου-Πολ. Επιστήμονος

Η είσοδος μας σε ένα χώρο συνδυάζεται και με την ανάλογη προσαρμογή μας σε αυτόν. Άλλη η συμπεριφορά μας μέσα στην οικία μας και άλλη όταν βρισκόμαστε στον εργασιακό μας χώρο. Πρόκειται για δύο ξεχωριστά περιβάλλοντα, πόσο μάλλον ο «οίκος» του Θεού! Ξεχωριστή θέση στη ζωή των χριστιανών κατέχει η Εκκλησία, ο ναός, ο κατεξοχήν λατρευτικός χώρος του Αγίου Ονόματος Του. Υπάρχει άραγε ιερότερος χώρος από αυτόν της Αγίας μας Εκκλησίας; Και βέβαια όχι! Η ιστορία του γένους μας ουκ ολίγες φορές διασώζει περιστατικά μέσα από τα οποία διαφαίνεται η προάσπιση των ιερών και των οσίων από μέρους των χριστιανών. Σε περιόδους πολέμων οι χριστιανοί πλην των περιουσιών τους, πρωταρχικό τους μέλημα είχαν την διάσωση των ιερών ναών τους και δη των κειμηλίων τους. Όταν σκεπτόμαστε την Εκκλησία, πρέπει να μας διακατέχει ένα ιερό σφρίγος, διότι ο χώρος αυτός δεν είναι ανθρώπινος. Η Εκκλησία είναι ένας θεανθρώπινος οργανισμός αφού ως κεφαλή της έχει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Σε αυτόν τον «οίκο» του Θεού σήμερα εισάγεται η Κυρία Θεοτόκος, μόλις σε ηλικία τριών ετών. Με οδηγό μας το ‘‘Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου’’, μαθαίνουμε πως οι γονείς της Παναγίας μας, Ιωακείμ και Άννα, θέλησαν να αφιερώσουν το παιδί τους στο Θεό. Όταν η Μαριάμ συμπλήρωσε το τρίτο έτος της ηλικίας της, ένα έτος που δεν θα αποζητούσε πλέον τους γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα οδήγησαν τα βήματά της στο ναό. Προπορευόμενων κάποιων παρθένων κοριτσιών, οι οποίες κρατούσαν στα χέρια τους αναμμένες λαμπάδες, εισήλθε η Μαρία στο ναό. Εκεί την υποδέχθηκε ο ιερέας. Την ασπάσθηκε, την ευλόγησε και έκανε την προφητεία πως αυτή η κόρη θα επαινείται από όλες τις γενεές γιατί από αυτήν θα προέλθει η λύτρωση του Ισραήλ. Το θαυμαστό είναι ότι η Παναγία μας δεν έμεινε στον κυρίως ναό, αλλά ο ιερέας την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, εντός του ιερού βήματος, στον τόπο όπου μόνο ο Αρχιερεύς εισέρχονταν μια φορά το χρόνο. Και στο σημείο αυτό παρέμεινε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι τον Ευαγγελισμό της.

Η είσοδος της Θεοτόκου στο ναό του Θεού είναι το δεύτερο κατά σειρά θεομητορικό γεγονός μετά την γέννησή της, μέσα στην διάρκεια ενός εκκλησιαστικού έτους. Δεν εξυμνείται άλλο πρόσωπο, παρά αυτό της Μητέρας του Υψίστου. Η ιερή υμνολογία της 21ης Νοεμβρίου επηρεαζόμενη από το γεγονός αυτό χαρακτηρίζει την Παναγία μας «καθαρώτατο ναὸ τοῦ Σωτῆρος». Μήπως η Θεοτόκος Μαρία δεν έγινε όντως ο ναός που κατοίκησε σε αυτή το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος; Μήπως η Παναγίας μας δεν είναι η έμψυχη Εκκλησία μέσα στην οποία κυοφορήθηκε ο Λόγος του Θεού; Όσο μεταφορικές κι αν είναι οι εικόνες αυτές, δεν παύει να κρύβουν τη βαθύτερη σχέση της Θεοτόκου με το σχέδιο της Θείας Οικονομίας.

Ναός σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο δεν είναι μόνο ο τόπος λατρείας του Θεού, αλλά και ο κάθε άνθρωπος, μέσα από τον οποίο αναπέμπεται η λατρεία στο Θεό. « Ὑμεις γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοις καὶ ἐμπεριπατήσω,…» (Β’ Κοριν. στ’16). Ο χριστιανός από τη στιγμή που βαπτίζεται και αποδέχεται τη Χάρη του Θεού στην ύπαρξη του, καθίσταται ‘‘ναός’’ μέσα στον οποίο ενοικεί ο Χριστός. Μάλιστα το ότι «περιπατεί» ο Θεός μέσα του, σημαίνει ότι ο Θεός ενεργεί πολλές φορές διαμέσου του ανθρώπου στην καθημερινότητα. Ο άνθρωπος γίνεται όργανο της Θείας Χάριτος, βοηθώντας στο απολυτρωτικό έργο. Δεν πρέπει να περνάει στη λήθη ότι το σώμα μας (αυτό που μερικοί σήμερα βεβηλώνουν, είτε εκθέτοντάς το είτε καίγοντάς το)είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και η καρδιά μας το ιερό βήμα μέσα στο οποίο προσφέρεται η προσευχή και η δοξολογία προς τον Τριαδικό μας Θεό.

Αρκεί όμως η αποδοχή της Χάριτος του Θεού στη ζωή μας ή το να επαναπαυόμαστε στο ιερό βάπτισμά μας, προκειμένου να κατασταθούμε αληθινοί έμψυχοι ναοί της δόξης του Θεού; Απαιτείται μια προϋπόθεση. Η Παναγία μας την τήρησε, την εφάρμοσε, την πέτυχε σε όλη της τη ζωή. Και αυτή η προϋπόθεση συνοψίζεται στη λέξη: «καθαρότητα». Ο Θεός κατοικεί σε αυτούς που κατόρθωσαν να καθαρισθούν από «παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Η καθαρότητα συνεπάγεται με κάθαρση παθών, αδυναμιών, προπάντων των ροπών μας προς το κακό. Πολύ εύστοχα ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής θα γράψει: «όποιος πολεμά τα πάθη του, ασκείται πνευματικά και ζει τις θείες εντολές, αυτός ενώνεται με τον Ζωοδότη Κύριο». Η καθαρότητα δεν είναι παρά ένας αδιάκοπος αγώνας αποτίναξης των παθών μας, το οποίο πετυχαίνεται με την βοήθεια του πνευματικού πατέρα μας. Το μυστήριο της ιεράς εξομολόγησης μας χορηγεί αυτό το δώρημα, της προσωπικής μας κάθαρσης από μια «παρά φύσιν» κατάσταση, όπως αυτή της αμαρτίας. Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς πάθη. Μόνον ο Θεός είναι απαθής!

Ήδη με τη χάρη του Θεού εισήλθαμε σε μια περίοδο προπαρασκευής μας για την Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων, μια περίοδο νηστείας. Η κάθε νηστεία δεν είναι μόνο μια ευκαιρία αποτοξίνωσής μας από κάποιες αρτύσιμες τροφές, αντιθέτως η ώρα του απεγκλωβισμού μας από τα πάθη μας. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας τονίζουν πως η νηστεία δεν είναι σωματοκτόνος αλλά παθοκτόνος. Η Παναγία μας τιμήθηκε τόσο από τον Θεό κυρίως για την ψυχοσωματική καθαρότητά της. Ξερίζωσε τα πάθη της και στη θέση τους φύτεψε αρετές. Πως λοιπόν να μην καταστεί ο «καθαρός ναός» του Σωτήρος Χριστού; Δυστυχώς ανέκαθεν η πνευματική καθαρότητα μέσα στην κοινωνία φαντάζει ως κάτι το «παράλογο». Αντιθέτως η ανομία, η κακοπραγία, το ψεύδος και η ανηθικότητα ως κάτι το «λογικό». Πλέον τα πάντα έχουν αντιστραφεί. Το ηθικό από το ανήθικο! Το φυσιολογικό από το αφύσικο! Όσο και αν θέλουν ορισμένοι αυτό να το ονομάζουν πρόοδο, αυτό είναι ένας «μεσαίωνας» για το ανθρώπινο πρόσωπο. Και αυτό συμβαίνει γιατί έχει απολεσθεί η φυσική σχέση Θεού-ανθρώπου. Εάν αυτή ευρεθεί, τότε όλα θα αναπροσδιοριστούν και θα μπουν στη πνευματική ροή τους. Πράγματι η Παναγιά μας υπήρξε ο καθαρός ναός του Σωτήρος, εμείς μπορούμε να γίνουμε οι ολοκάθαροι ναοί του Αγίου Πνεύματος;

Μια χριστουγεννιάτικη νύχτα ο Άγιος Ιερώνυμος προσεύχονταν στο σπήλαιο της Βηθλεέμ: «Κύριε, το ξέρεις για σένα έδωσα τα πάντα. Τι άλλο, Κύριε θέλεις από μένα;» Και άκουσε τη φωνή του Ιησού: «Τις αμαρτίες σου δώσε μου, για να σου τις συγχωρήσω;» Γένοιτο!